"Εκεί ακριβώς που πάντα σπιθίζουν οι αιχμές του ανέμου, εκεί που το αέναο βάρος του ουρανού ταλαντεύεται..."

Του
Γ. Μαμάκη


Eίναι στιγμές που οι ρυθμοί της ζωής, οι  πολιτείες και οι άνθρωποι μας κουράζουν τόσο  ώστε να μη λαχταρούμε άλλη καταφυγή από το να ανιχνεύσουμε  τη ρωγμή στους κλοιούς μας μέσα  στα άπειρα ιχνογραφήματα του μεραμπελιώτικου θέρους, στο άπλετο φως της θάλασσας  και στων πέτρινων χαρακωμάτων μέσα τη φοβερή βύθη. 
Έτσι ένα αυγουστιάτικο πρωινό αποφασίζουμε την απόδραση στο δέος της  πολυσύνθετης συγκίνησης που παρέχει  η επαφή με εμπειρίες  έξω από τα συνηθισμένα βιώματα. 
Με τον αέρα του ονειροπόλου και  του ταξιδευτή  φτάνουμε στον Βρουχά, σ’ έναν χρυσοκίτρινο και αλμυροδίαιτο τόπο, εκεί που  έρχεται ολημερίς  ο ήλιος και λούζει τις γυμνές   πέτρες και λουλουδίζει τα ξερά αγκάθια.
Γύρω μας φτωχά χωράφια. 
 Άνθρωποι ταπεινοί, αναγκαστικά λιτοί και επίμονα εργατικοί. 
Δυο βήματα ανατολικότερα  βρίσκεται το ακρωτήρι του Αγίου Ιωάννη.
Και ακόμη δυο βήματα παραπέρα  η μοναξιασμένη θάλασσα.
 Χωρίς πολύ σκέψη ροβολούμε στη ράχη του ακρωτηρίου.
Η μέρα είναι  διάφανη, ο ήλιος  σκληρός, κάθετος, μας ζαλίζει, μας ποδοπατεί 
πάνω στα ξερά ηλιοστάσια. 
Η θάλασσα  σαν σειρήνα μας καλεί και μας προτρέπει.
Κινούμε ανατολικά εκεί που καταγράφεται η απόρροια του  καταγάλανου υδροφόρου ορίζοντα, η σημείωση του περιθωρίου της μεραμπελιώτικης γης. Γρήγορα φτάνουμε στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη.