Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Θεομητορικός χαιρετισμός, εν αγάπη

Π Α Ν Α Γ Ι Α
«Ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεί Ὀρθρος» ( Άσ. Ασμ. 6.10)

Του Πρωτ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη

Μια σπάνια εικόνα, η Παναγία η Ένθρονος,
χαρακτηριστικό δείγμα της Κρητικής Σχολής
βρίσκεται στην Ενορία της Παναγίας στο Βραχάσι


            Μέσα στις πάμπολλες προεικονίσεις της Παναγίας μας, που αναφέρονται τυπολογικώς στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, είναι και ο Όρθρος. Η Παναγία χαρακτηρίζεται ως Όρθρος, στο βιβλίο Ἆσμα Ἀσμάτων. Είναι η γυναίκα για την οποία ομιλεί ο Σολομὼν: «Τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἥλιος, θάμβος ὡς τεταγμέναι;»  Ποια είναι Εκείνη που έρχεται και είναι σαν το χάραγμα της αυγής, όμορφη σαν τη σελήνη, εκλεκτή σαν τον ήλιο και εκθαμβωτική σαν μια δέσμη από ολόφωτες ακτίνες;
Ο ποιητής με προφητικό στοχασμό ενοράται μέσα στη νύχτα που κυριαρχεί  Εκείνη που έρχεται να φέρει το φως. Η ασέληνη νύχτα ήρθε κάποτε μέσα στον παράδεισο με την παρακοή, την ανταρσία, την άρνηση μετοχής στην αγάπη του Δημιουργού Θεού κι έφερε τον εφιαλτικό κόσμο του σκότους, της φθοράς και του θανάτου. Τώρα το σκοτάδι έχει προχωρήσει πολύ κι οι φυσικοί νόμοι μας καθορίζουν πως λίγο πριν ξημερώσει το σκοτάδι γίνεται πυκνότερο. Κι αυτή την κρίσιμη ώρα ο ποιητής στέκεται εκστατικός, βλέποντας με το προφητικό του μάτι, τον ουρανό να αυγάζει.
Η πρώτη Εύα με το δικό της ασέληνο σκοτάδι έφερε, μέσα στου παραδείσου τη φεγγοβολιά, τη σκοτοδίνη και την αηδία, τη φρίκη και τα φοβερά αδιέξοδα, τα  καρκινογόνα κύτταρα, που αντιμάχονται το φως και φέρνουν το σκοτάδι. Έκτοτε ο άνθρωπος ζαλισμένος και έντρομος έχασε τον βηματισμό του και σκουντουφλά μέσα στα σοκάκια του χρόνου, ραγισμένος, τραυματισμένος εσωτερικά από τα πάθη του και την τραγική αναζήτηση του απολεσθέντος φωτός.  
Ο ποιητής μέσα σ’ αυτή την ομίχλη, που  κυριαρχούν τα πάθη και η φρικαλεότητα του τρόμου και του θανάτου, βλέπει την Νέα Εύα, που έρχεται, σαν Όρθρος,  να διώξει το πνιγηρό σκοτάδι και ν’ αφανίσει τ’ αποτυπώματα της Αδαμικής παρακοής - να φέρει το νέο παραδεισένιο Φως της Παναγιακής ομορφιάς. Αυτή είναι η Παναγία, «Ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεί ὄρθρος». Το τρισχαριτωμένο πλάσμα του Θεού, που γίνεται το όργανο, το πνευματικό όχημα για να έρθει το φως ξανά στη ζωή, δημιουργώντας τον νέον Παράδεισο, την Εκκλησία. Και το φως αυτό δεν είναι υλικό, ούτε έχει σχέση με κάποια πνευματική υπόσταση, αλλά είναι ένα πρόσωπο  το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, όπως προσδιόρισε ο Ίδιος τον εαυτόν Του: Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ιωάν.8.12).
Στην αρχαία πατερική και αγιογραφική θεολογία είναι προσφιλής η αναλογική εικόνα του φωτός για να εικονίσει το μέγα μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Χριστού και της αχράντου Μητρός Του. Άς θυμηθούμε το τροπάριο του κανόνος του Ακαθίστου: «Ὄρθρος φαεινός, χαῖρε ἡ μόνη, τὸν ἥλιον τέξασα Χριστόν, φωτὸς κατοικητήριον∙ χαῖρε το σκότος λύσασα…» Χαίρε φωτεινή αυγή, που έφερες τον ήλιο στον κόσμο και αναδείχθηκες κατοικητήριο του νοητού φωτός. Χαίρε συ που απόδιωξες το νοητό σκοτάδι…  Στη θεοϋπόστατη σάρκα της Παναγίας ερόδισε η αυγή του μεγάλου μυστηρίου και διαγράφηκε το προμήνυμα της σαρκώσεως του Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ο Μέγας της δικαιοσύνης Ήλιος ήλθε σαν φως, ντυμένος τη φωτεινή σάρκα της θεοχώρητης Νύμφης και Μητέρας Του. Στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Χριστού είναι όλα φωτοφάνεια και φωταύγεια. Όλα είναι φως, γιατί φως είναι η θεότητα και η δόξα του εξανθρωπίσαντος Θεού.
Η Θεοτόκος, στην οποία κατοίκησε πνευματικά το φως, έλυσε τα σκοτάδια της αγνωσίας και της πλάνης «καὶ οἱ καθήμενοι ἐν σκότει εἶδον φῶς μέγα» (Ματθ.4.16)∙ είδαν τον Θεό, το όραμα του Οποίου είχαν χάσει από το οπτικό πεδίο της ψυχής τους με την επενέργεια των δυνάμεων της αποστασίας. Η Παναγία είναι Εκείνη, που όταν «ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ.4.4) σαν ορθρινή ανταύγεια και γλυκοχάραμα ζωής, έγινε ο σηματοδότης του μεγίστου Φωτός, «ἡ καλλονή τοῦ Ἰακώβ, ἥν ὁ Δεσπότης ἠγάπησεν καὶ ἡ αὐγὴ ἡ τὸν ἥλιον φέρουσα», «ἡ φεραυγὴς χελιδὼν, ἡ νοητὴ ἀνατολή, ἐκ λαγόνων τὸν Χριστὸν ἀνατείλασα», «ἡ ἐκ χειμῶνος, νοητὸν ἔαρ φέρουσα…», «ἡ φωταυγὴς νεφέλη καὶ ὑπέρλαμπρος», όπως μεταξύ των άλλων εξυμνεί την Παρθένον Μαρία ο ευσεβής κάλαμος του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.
Στην πίστη της αγίας μας Εκκλησία η Παναγία είναι η γέφυρα που μας ενώνει με τον Χριστό και την Εκκλησία Του, είναι ο Όρθρος της ζωής μας, που μας αποκαλύπτει το φωτοπλημμύριστο πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού και φλογίζει με τις πρεσβείες της την ελπίδα της σωτηρίας μας.  Είναι Αυτή που ύστερα από την εδώ διακονία της στο έργο της σωτηρίας του κόσμου και του ανθρώπου την κάλεσε κοντά Του ο Κύριος με αυτά τα όλο τρυφερότητα λόγια Του: «Ἀνάστα, ἐλθὲ ἡ πλησίον μου, ἡ καλή μου, ἡ περιστερά μου... δεῖξόν μοι τὴν ὄψιν σου, καὶ ἀκούτισόν με τὴν φωνήν σου, ὅτι ἡ φωνή σου ἡδεία, καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία»… (β´ 10-13).

Αυτή την είσοδο της Παναγίας εις τα ουράνια σκηνώματα γιορτάσαμε πρότριτα με την αγία Μετάστασή Της. Ας την παρακαλέσομε να έρχεται πάντοτε ως Όρθρος να φωτίζει τη σκοτεινιά της ζωής μας. 

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΒΡΑΧΑΣΙ

Πρωτ. Ευαγ. Παχυγιαννάκης

Νιώθω περήφανος αετός, Βραχάσι μου, για σένα,
ποτέ δεν σ’ απαρνήθηκα κι ας βρίσκομαι στα ξένα.

Νιώθω περήφανος αετός, σαν τον αετό «πετρίτη»,
γιατί ποτέ δεν έχτισα φωλιά σαν τον σπουργίτη.

Πάντα ψηλά την έχτιζα στο πιο ψηλό κλωνάρι,
γιατί ’χα σύμμαχο τρανό τον Άγιο καβαλάρη.

Τον Βραχασώτη  Άγιο και τον  Σελλιναριώτη,
γι’ αυτό ποτέ δεν έχασα τη δύναμη την πρώτη.

Φωθιά ’ν ο λόγος του Θεού και δεν μπορεί να σβήσει,
ώσπου να βρει άλλες καρδιές να τις φωταγωγήσει.

Πάντα στσι πιο ψηλές κορφές θέλω να σεργιανίζω,
μα πάλι εδώ στον τόπο μου με μνήμες να γυρίζω.

Τώρα ξανά στα πέτρινα σοκάκια του χωριού μου,
έρχομαι για να ξαναβρώ τη δύναμη του νου μου.

Στου Βραχασού τα ορφανά  έρημα  καλντερίμια,
γυρίζω τώρα και θωρώ παλιού καιρού  συντρίμμια.

Μα πάλι αναντρειώνομαι  και σαν την ηλιαχτίδα ,
έρχεται μες στο στήθος μου μια ζωντανή ελπίδα.

Και λέει: - απ’ τα χαλάσματα  πάλι θα δούμε φώτα
και το Βραχάσι ζωντανό θα γίνει σαν και πρώτα.

Όνειρα πρώτα και στερνά στου φεγγαριού τη χάση
μέσα μου θα ’στε ζωντανά με ρίζες στο Βραχάσι.

Γραμμένο για την τιμητική εκδήλωση, του Πολιτιστικού  Συλλόγου Βραχασίου «Ο ΑΝΑΒΛΟΧΟΣ», που έγινε για τον Αλέκο Κακέπη, συνταξιούχο εκπαιδευτικό, στο Επάνω Σίσι (Γεράκι), αφιερώνεται στον Πολιτιστικό Σύλλογο Βραχασίου.  Άγιος Νικόλαος Λασιθίου, 19 Αυγούστου 2016
Ευάγγελος Γ. Παχυγιαννάκης, Πρωτοπρεσβύτερος.                                                        

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Βασιλιάς Ληρ…

«Μην μπαίνεις ποτέ ανάμεσα στο δράκο και στη λύσσα του…» λέει ο Βασιλιάς Ληρ με συμβουλευτικό υπαινιγμό.
Η εξουσία, του επιτρέπει ακόμη να πολιτεύεται, να παραμένει νηφάλιος, να δίνει την κατεύθυνση. Είναι νωρίς ακόμα...
 Δεν υποψιάζεται ακόμη τι θα γεννήσει η μεταβίβαση της εξουσίας του στους επιγόνους.
Από την παράσταση «Ο Βασιλιάς Ληρ»
του Εθνικού Θεάτρου
με τον συγκλονιστικό Δημήτρη Καταλειφό
στο ρόλο του Βασιλιά. *


Όσοι βλέπουν τα χειρότερα να πλησιάζουν και το εκφράζουν, απομακρύνονται βίαια από το Βασιλιά που δεν διστάζει ακόμη και να εξοστρακίσει το παιδί του, το οποίο αμφισβητεί τις νομοτέλειες που θέτει η βούληση του.
Η εξουσία άλλωστε περιορίζει τη σκέψη, τυφλώνει το νου και οι κόλακες, που βρίσκονται πάντα στο «κατάλληλο» μέρος, εντείνουν το αίσθημα της εκ των ένδον προδοσίας, που πάντα πονάει πολύ. Ακόμα και όταν εκεί οδηγεί μια υπέρτατη πλάνη...
Τελικά, η εξουσία και το Κράτος μοιράζεται σε δυο βασίλεια.
Οι κόρες, που δημαγωγικά υποσχέθηκαν τα πάντα στον “εύπιστο” Πατέρα - Βασιλιά, μοιράστηκαν τα πλούτη, την εξουσία, τα πάντα…
Εκείνος κρατά τον τίτλο και μερικούς πιστούς στρατιώτες. 
Άλλωστε ακόμη και η έκπτωτη εξουσία χρειάζεται ένα τίτλο για να ξεχωρίζει από τους πολλούς και μια αυλή…
Ο Σαίξπηρ, ως μαγικός τεχνίτης της απόδοσης των μεταβολών και των μεταπτώσεων, άφησε στη συνέχεια να κυλήσει η ιστορία και να αναδειχθούν τα ανάγλυφα της ψυχής.
Η ψυχή που αρχίζει να περιπλανιέται στα σκοτάδια και στους δαιδάλους της εξουσίας…

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Βιβλιοπαρουσίαση

Η  ΜΑΧΗ  ΤΩΝ  ΒΡΥΣΩΝ

Πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Βλαχάκη



Γράφει ο 
Πρωτ. Ευάγγελος Παχυγιαννάκης

Οι Βρύσες είναι ένα αρχοντοχώρι του Επάνω Μεραμβέλλου. Χτισμένο αμφιθεατρικά στη βορειοανατολική πλευρά της «Καβαλαράς», σε υψόμετρο 400 μ.  βιγλίζει τον Μεραμπελλιώτικο κάμπο και ατενίζει κατέναντι τον Τίμιο Σταυρό και την αρχαία Δρήρο. Δυτικά αγναντεύει μια φέτα γαλάζιου στο ξάνοιγμα προς τον Καλαρείτη και τη Μίλατο. Το γραφικό εκκλησάκι του Προφήτου Ηλία στολίζει και στεφανώνει το χωριό και με την πλούσια ιστορία του μας  μεταφέρει σε εποχές, όπου η Φορτέτζα των Ενετών και της αρχαίας «Καραγίνας» έπαιξε τον τελαυταίο της ρόλο την 6η Αυγούστου με τη Μάχη των Βρυσών. 
           Τα αρχαία χρόνια είχαν εγκατασταθεί οι Μινωίτες πάνω από το σημερινό χωριό στην αγροτική περιοχή «Δράσι» όπου έχουν βρεθεί αξιόλογα  αρχαιολογικά ευρήματα της Υστερομινωικής εποχής (1375-11ΟΟ π.Χ.) και βρίσκονται στα μουσεία του Αγίου Νικολάου και του Ηρακλείου.  Το πρώτο όνομα του χωριού πρέπει να ήταν «Καραγίνα». Οι άνθρωποι διάλεξαν τον απόμερο αυτό τόπο για το χωριό τους, για να ξεφύγουν τις επιθέσεις των Δωριέων και των μετέπειτα εχθρικών επιθέσεων από λαούς ξένους ή και εντοπίους κατά τις μεταξύ των Κρητικών πόλεων διενέξεις.
            Το χωριό με το όνομα Βρύσες αναφέρεται το 1577 από τον Fr. Barozzini, από τον Καστροφύλακα με 209 κατοίκους, από τον Βασιλικάτα το 1630, στην τούρκικη απογραφή του 1671 με 63 χαράτσια, και αργότερα, με άλλα χωριά της περιοχής το 1881 καταγράφεται στον δήμο Χουμεριάκου με 503 χριστιανούς κατοίκους. Σήμερα είναι ένα από τα πιο εύρωστα χωριά του Επάνω Μεραμπέλλου με Πολιτιστικό Σύλλογο, του οποίου η παρουσία γίνεται έντονη στις διάφορες τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις και. εκκλησιαστκές εορτές. Ιδιαίτερα οι Βρύσες ευτύχησαν να έχουν τα τελευταία χρόνια μια Ενορία συγκροτημένη, της οποίας η παρουσία στον εκκλησιαστικό και πολιτιστικό τομέα οφείλεται εν πολλοίς στον Ιερέα – Διδάσκαλο Ευστράτιο Βλαχάκη.
Ο  παπά-Ευστράτιος, ένας ευλαβέστατος κληρικός (χειροτονήθηκε από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Πέτρας Δημήτριο το 1964) και ως ευλαβέστατος Κληρικός και ευσυνείδητος δάσκαλος υπηρέτησε την Εκκλησία και την Παιδεία, με υποδειγματική καθαρότητα βίου και συνειδήσεως. Τώρα εφησυχάζει από την ενεργό υπηρεσία των δύο αυτών λειτουργημάτων, χωρίς φυσικά να σχολάζει, γιατ΄ ’ναι καμωμένος από εκείνη την στόφα των παλιών Ιερέων και Διδασκάλων, που ήταν υφασμένη από Χριστό και Ελλάδα, δηλαδή για προσφορά δίχως όρια. Δεν ασχολήθηκε τυπικά μόνο με τα καθήκοντα των δύο υπηρεσιών τα οποία ευόρκως ως λειτουργήματα διακόνησε, αλλά ασχολήθηκε και με την τοπική ιστοριογραφία και τη συλλογή λαογραφικού υλικού, καρπός των ιστορικών μελετών του οποίου υπήρξαν δύο κυρίως ιστορικές μελέτες. «Τα Κρεμαστά», ιστορική μελέτη για την Ιερά Μονή Κρεμαστών, έκδ. 2007, και το υπό παρουσίαση βιβλίο, «Η Μάχη των Βρυσών», έκδ. του Πνευματικού Πολιτιστικού Κέντρου Νεαπόλεως Κρήτης, έκδ. 1999 και επανέκδ. 2013.
Το βιβλίο αποτελείται από 78 σελίδες και διαρθρώνεται ως εξής: «Λίγα λόγια για τον αναγνώστη». «Δύο θαυματουργές Εικόνες (πρόκειται για την «πυρποληθείσα Εικόνα του Αφέντη Χριστού» και την «πυροβοληθείσα Εικόνα της Παναγίας»). Ακολουθεί το «Ιστορικό πλαίσιο», το οποίο εισάγει τον αναγνώστη στην καθαυτό υπόθεση της ιστορικής μελέτης και ακολουθούν τα κεφάλαια: «Αντίδραση του Κρητικού λαού», «Η επανάσταση του 1866-69», «Ο Ομέρ Πασάς στην Κρήτη», «Η Μάχη των Βρυσών», «Το Πανηγύρι της Λευτεριάς, Κυριακή, 6 Αυγούστου 1867», «Οι ωμότητες των Τούρκων συνεχίζονται», «Η Μάχη στη Μονή Κρεμαστών», «Η Εκκλησία κιβωτός της Εθνικής μας Κληρονομιάς», «Ιστορική Μαρτυρία», «Αποτελέσματα της διπλής Μάχης των Βρυσών». Ακολουθεί η παρουσίαση και ο σκοπός της α΄ έκδοσης (1999) του βιβλίου με πρωτοβουλία της Ενορίας και του Εξωραϊστικού Συλλόγου Βρυσών, καθώς και γνώμες Ιστορικών. Έπεται το κεφάλαιο «Καθιέρωση της Επετείου για τον εορτασμό με Προεδρικό Διάταγμα» και κλείνει το βιβλίο με το Τυπικό και την Τάξη της Δοξολογίας «ἐπί τῇ ἐπετείῳ τῆς Μάχης τῶν Βρυσῶν». Ένας παλιός  Χάρτης του Νομού Λασιθίου, με σημειωμένα πάνω του τις κυριότερες πόλεις και χωριά του Νομού, κλείνει το αισθητικά ωραίο, καλοτυπωμένο και ωφέλιμο αυτό βιβλίο.
Το βιβλίο αυτό του Ιερέως και Διδασκάλου παπά-Ευστρατίου είναι ένας έπαινος κι ένα υπόδειγμα μαζί. Στο πρόσωπό του επαινείται ο παπάς και ο δάσκαλος και στα πρόσωπα των δύο φορέων της πίστεως και της πατρίδος υπομνηματίζονται το χρέος, η τιμή, η αγάπη και το καθήκον, αρετές που πρέπει να κοσμούν τους δύο αυτούς λειτουργούς της πίστεως και των οραμάτων του ‘Έθνους, αλλά και να στολίζουν κάθε αληθινό πολίτη αυτής της χώρας, όπου και αν τον έχει τάξει βιγλάτορα η ζωή.
Με τέτοιους παπάδες πόσα από τα τιμαλφή του Έθνους δεν διαφυλάχθηκαν σε ιστορίες, υπομνήματα  και ενθυμήματα γραμμένα στα ξώφυλλα εκκλησιαστικών βιβλίων και με τέτοιους συνειδητοποιημένους δασκάλους, χωρίς ράσο, δεν διασώθηκαν σε λαϊκή παιδαγωγική ανέκδοτα, παροιμίες, θρύλοι και παραλογές  δημοτικών τραγουδιών!
Ευλαβικά σκύβομε και φιλάμε το χέρι τέτοιων Ιερέων και Διδασκάλων, που φωτίζουν τον δρόμο μας και τον δρόμο των παιδιών μας και δεν αφήνουν να κυριαρχήσει το σκοτάδι της αμάθειας και της καταστροφικής αλλοτρίωσης, που στο όνομα πολλές φορές του προοδευτισμού  και της ασύνετης ξενομανίας, προσπαθεί να κόψει το νήμα της Ιστορίας του τόπου που γεννηθήκαμε και να σκεπάσει τα ιστορικά βήματά του με το σάβανο της λήθης.
Ταπεινά συγχαίρομε τον αγαπητό μας παπά – Ευστράτιο, ομογάλακτο αδελφό και συνιστάμε εκθύμως το υπό παρουσίαση βιβλίο του, που συμβάλλει σημαντικά στην τοπική ιστοριογραφία. Και ευχόμεθα, να του χαρίσει ο Κύριος πολλά τα έτη της συνταξιοδοτήσεώς του, να μας προσφέρει και άλλους πνευματικούς καρπούς από τον πλούσιο αμητό των θησαυρισμάτων του.    
Ευάγγελος Γ. Παχυγιαννάκης
Πρωτοπρεσβύτερος

Του Οικουμεν. Θρόνου

Βρύσες Μεραμβέλλου Απομεινάρια και θύμησες


Του 
Ν.Ι. Βλάχου

Σκέφτομαι  ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να τιμήσεις τον τόπο σου.
Ένας από τους πιο ξεχωριστούς τρόπους είναι να βουτήξεις στο πηγάδι της διαδρομής του, να ανασύρεις, να καταγράψεις χωρίς στρεβλώσεις αλλά και συναισθηματικές υπερβολές  τα σπαράγματα και τα απομεινάρια του και να τον ανασυνθέσεις  με τη γραφή σου…
«Για να ανεστορούνται οι παλιοί, να μάθουν οι νέοι τις ρίζες τους και να δουν τι δύναμη θέλησης, τι λεβεντιά και τι αξιοπρέπεια κρύβει μέσα του ο λαός μας» .  
Με αυτή τη σκέψη ξεκινάει μια εκπληκτική διαδρομή ο συγγραφέας και σώζει μέσα στις αστραπές των καιρών την τοπική ιδιοσυστασία του χωριού του. Για να μας το παραδώσει καθάριο για να διαρκέσει στους αιώνες…
Ο λόγος για το βιβλίο «Βρύσες Μεραμβέλλου  - Απομεινάρια και θύμησες». Το βιβλίο που μου έστειλε ο αγαπητός δάσκαλός μου Πρωτοπρεσβύτερος Ευστράτιος Βλαχάκης.
O Πρωτοπρεσβύτερος
 Ευστράτιος Βλαχάκης

Ήθελα να βρω χρόνο να το διαβάσω. Γιατί ήθελα να έχω την ηρεμία και την ανάλογη διάθεση. 
Και αυτές οι καλοκαιρινές μέρες της περισυλλογής μου στην Αθήνα, ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να πάρει τη δική του σειρά και αυτό το βιβλίο…
Πριν μερικές μέρες με έπιασε μια νοσταλγική διάθεση για τον τόπο μου. 
Και τότε μου «υπέδειξε» ένας άλλος αγαπημένος μου πνευματικός συνοδοιπόρος αυτή την εποχή, να διαβάσω το "Όνειρο στο κύμα" του Παπαδιαμάντη.  
Όχι τυχαία, το επόμενο βιβλίο που αναζήτησα από την στοίβα των αδιάβαστων,  ήταν το βιβλίο, στο οποίο σήμερα  αναφέρομαι...
Εξ άλλου αν αγναντέψεις από τις Βρύσες θα δεις τον Αναύλοχο, που είναι το δικό μου τοπόσημο.  
Η Σελένα και ο ευρύτερος ορεινός όγκος της μας ενώνει, σε μια διαδρομή που παρεμβάλλονται στις παρυφές της τα Κρεμαστά, η Κουφή Πέτρα, το Βιγλί, ο Άη Σπυρίδωνας, ο Άη Γιάννης και ο Άη Γιώργης ο Βραχασώτης…  
Μια διαδρομή που μέσα σε αυτό το βιβλίο του Ευστράτιου Βλαχάκη είναι ορατή διαρκώς και διανύεται σε διαφορετικούς χρόνους ξεδιπλώνοντας  την εγγύτητα και την ενότητα των τόπων μας.
Το ταξίδι του χωριού Βρύσες ξεκινάει από το 1577 με την πρώτη επίσημη περιγραφή του από  Fr. Barozzi και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Η γραφή του Παπά Στρατή Βλαχάκη διασώζει ονόματα, τοποθεσίες, εκκλησίες και άλλα σημαντικά τοπόσημα των Βρυσών αλλά και της ευρύτερης περιοχής του Μεραμπέλλου.
Οι εικόνες που έχουμε για τους τόπους μας, ενυπάρχουν ως  θραύσματα  στην προφορική παράδοση και στη μνήμη των ανθρώπων τους. 
Και ο παπά Στρατής, τον φαντάζομαι στο σπίτι του στις Βρύσες, να περνάει ατέλειωτες ώρες, να αναμετριέται με τις μνήμες του και τις προφορικές καταθέσεις πολλών απλών ανθρώπων για να μας περιγράψει με απλό κατανοητό λόγο, με εντυπωσιακές λεξεικόνες, τι συνέβαινε στις βρύσες του χωριού στις φεγγαρόλουστες νύχτες…  
Απολαυστική αφήγηση των μύθων, που όμως δεν ξεφεύγει από την μήτρα της σκέψης του που είναι γειωμένη στέρεα στη  χριστιανική ιδιοσυστασία του: «Μια φορά πήγε νύχτα στη βρύση, στα γουρνίδια, μια γυναίκα να ξεπλύνει τα ρούχα της μπουγάδας της. Όταν έφτασε εκεί, είδε κι άλλες γυναίκες και παραξενεύτηκε. …’Ηταν ψηλές και λυγερές, με κορμί σαν το κρινόφυλλο και με πρόσωπο σαν το ολόγιομο φεγγάρι. Τα μαλλιά τους ήταν ολόξανθα και φτάνανε ίσαμε τα γόνατα και φορούσαν του κόσμου τα στολίδια. Μιλούσαν όμορφα. Την καλοδέχτηκαν και προθυμοποιήθηκαν να την βοηθήσουν να ξεπλύνει τα ρούχα της. Αυτή αμέσως  κατάλαβε πως ήτανε νεράιδες. Έκαμε το σταυρό της και είπε τη συνηθισμένη ευχή που κάθε νοικοκυρά λέει, πριν αρχίσει να δουλεύει: «Στο όνομά Σου Θεέ μου».
Περιγράφει τις γειτονιές, τα σπίτια τους ανθρώπους…
Με εξαιρετικό ενδιαφέρον διάβασα για τους Βλάχους των Ποτάμων και το μετόχι των Βλάχηδων, τη Λαγκάδα, το Δράσι…
Σημαντικό κεφάλαιο στο βιβλίο του, με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αναφορές, η καταστροφή του Μεραμπέλλου  από τους Τουρκοαιγυπτίους. Αποτυπώνει τα γεγονότα μέχρι τη Μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866 έχοντας επιφυλάξει ξεχωριστή θέση στην αφήγησή του στην καθοριστική  Μάχη των Βρυσών, την οποία περιγράφει με ιστορικές λεπτομέρειες. Είναι συγκλονιστική η έκθεση του Βραχασώτη Κ. Σφακιανάκη, Γενικού Αρχηγού των εξ Ανατολικότερων Επαρχιών της Κρήτης στις 8 Αυγούστου του 1867, που παρατίθεται αυτούσια ως ντοκουμέντο για τα γεγονότα εκείνης της εποχής.
Οι αναφορές του στις προσωπικότητες που γεννήθηκαν στο χωριό Βρύσες, στον Επίσκοπο Πέτρας Μελέτιο Χλαπουτάκη, στον οπλαρχηγό Κ. Κοζύρη και στον οπλαρχηγό Νικ. Παπαγιαννάκη, αποτελούν  εξαιρετικές προσωπογραφίες που διαγράφουν με σεβασμό και θαυμασμό την πορεία και το έργο αυτών των σημαντικών μορφών.
Ιδιαίτερο  κεφάλαιο και η περίοδος της ιταλογερμανικής κατοχής.  Περιγράφει πολλές σκηνές από τον πόλεμο, τη δράση των επαναστατικών ομάδων του ΕΛΑΣ στην ευρύτερη περιοχή και τον ρόλο των συμμάχων. Δεν διαφεύγει της προσοχής του ακόμη και ο ρόλος του Πέτρου, του Άγγλου κατασκόπου που  έδρασε στην περιοχή, ενώ και η αναφορά του στην Εθνική Αντίσταση προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η προσέγγιση με πολύ  λεπτό και προσεκτικό τρόπο πολύ δύσκολων ιστορικά περιόδων, αποτυπώνεται με λεπτομέρειες και με γεγονότα, ισορροπώντας ανάμεσα στην φόρτιση, την ιστορικότητα  αλλά και την ιδιαιτερότητα των προσώπων και των καταστάσεων.
Η αναφορά του στις εκκλησίες, τα παρεκκλήσια και τα ξωκλήσια του χωριού δεν μπορεί παρά να είναι αναλυτική. Όπως και η καταγραφή των εφημερίων του χωριού. Ο χώρος της Εκκλησίας άλλωστε είναι ο ζωτικός χώρος που υπηρέτησε με αξιοσύνη, συνέπεια, με πολύ μεγάλη πίστη και κυρίως ιερατικό ήθος.
Ο έτερος χώρος που θήτευσε με εξαιρετική επιτυχία ως Δάσκαλος, ήταν ο χώρος της Εκπαίδευσης.  Και στο βιβλίο του δεν θα μπορούσε να απουσιάζει το εκπληκτικής αφήγησης κεφάλαιο της Στοιχειώδους Εκπαίδευσης  του χωριού του. Οι δάσκαλοι, το μαθητικό δυναμικό, οι συνθήκες εκπαίδευσης αποτελούν ένα ακόμη σημείο στο οποίο επιμένει δίνοντάς μας εικόνες της εποχής.
Περιγράφει την αγροτοποιμενική οικογένεια του χωριού του και μας έρχονται σημαντικές πληροφορίες για την οικονομική και κοινωνική ζωή. Αναδύεται με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο η δομή της  πατριαρχικής οικογένειας, αλλά και η θέση της γυναίκας που είχε εξίσου σημαντικό ρόλο. Όμορφες  εικόνες από τους γάμους, τη μεταφορά των προυκιών, τις βαφτίσεις, την υγιεινή και την εμπειρική ιατρική και πως ασκούνταν, τη βασκανία και τις ασχολίες των κατοίκων, κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον.
Οι αναφορές στην καθημερινότητα των ανθρώπων του χωριού έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον επίσης. Το αλώνισμα, οι μύλοι, οι φάμπρικες αλλά και όλα τα επαγγέλματα συνέθεταν μια οργανωμένη κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αυτάρκη και αυτοεξυπηρετούμενη.
Τα ήθη και τα έθιμα είναι μια ακόμη ενότητα στο βιβλίο, που όπως και στην υπόλοιπη Κρήτη έχουν σε μεγάλο βαθμό επίκεντρο και αναφορά  στις εορτές και τα πανηγύρια του χωριού.
Ίσως μακρηγόρησα.
Αλλά ας μου το συγχωρέσει ο αναγνώστης. Κι αυτό γιατί ο Παπά Στρατής, ο Δάσκαλός μας στο Δημοτικό Σχολείο Βραχασίου, είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος που εμείς οι μαθητές του οφείλουμε πολλά.
Ελάχιστους ανθρώπους έχω συναντήσει να έχουν την ηρεμία και την γλυκύτητα του.  Όσοι τον γνωρίζουν συμφωνούν μαζί μου. Δεν του οφείλουμε μόνο για τη συνεισφορά του ως Δασκάλου αλλά και ως Ιερωμένου, σε μια περίοδο και στο δικό μας τόπο. Στάθηκε στο ύψος του πνευματικού λειτουργού με ό,τι μπορεί να σημαίνει η λέξη, εισφέροντας  πολλά στη μικρή μας κοινωνία.
Του οφείλουμε και σήμερα που με τα βιβλία του μας μαθαίνει πώς να αντιμετωπίσουμε τη ζωή. Ξέρει καλά την τέχνη να κατευθύνει τις ψυχές και τους μαθητές του άλλωστε. Χωρίς προτροπές και υποδείξεις, αλλά με έναυσμα στη σκέψη, μας οδηγεί στο συμπέρασμα…
Δεν είναι τυχαία η σχετική του αναφορά: «Η ζωή μας ήταν φορτωμένη με στερήσεις. Λειψά τα πάντα. Μαγεροψήματα, καλίκωση, εντυπασά. Όλα ήταν δύσκολα, μα η ζωή ήτανε νόστιμη και γευστική και ο σκεπτόμενος άνθρωπος πορευότανε τον δρόμο του αγαθού, του αληθινού, του ωραίου. Τον δρόμο της ανθρωπιάς και της ελευθερίας. Τον δρόμο του Θεού.»  
Σε μια φράση συμπυκνωμένη η κοσμοθεωρία του Δασκάλου μας: 
Ανθρωπιά, Ελευθερία, δρόμος του Θεού!
Μια κοσμοθεωρία που διαρκώς επιστρέφει στη γραφή και στην κατάθεσή της ψυχής του: «Γνωρίσαμε την ατομική –πυρηνική – διαστημική εποχή, μα χάσαμε την προσωπικότητα και την ανθρωπιά μας… Παρεξηγήσαμε την ελευθερία και την αληθινή Δημοκρατία και μπερδέψαμε τα καθήκοντα και τα δικαιώματα. Η αγραμματοσύνη από το 50% περιορίστηκε στο 10%, μα καλλιεργήσαμε την ημιμάθεια που είναι χειρότερη από την αμάθεια.»
Παπά Στρατή, αγαπημένε μου Δάσκαλε να ‘σαι καλά και να συνεχίζεις να διασώζεις τον πλούτο του τόπου μας με τη σεμνότητα και νηφαλιότητά σου και να μας τον μοιράζεις. Ίσως κάποτε βιώσουμε κι εμείς αυτό που μας εξέπεμψες διαχρονικά και συνεχίζεις να  εκπέμπεις.
Το βιβλίο σου «Βρύσες Μεραμβέλλου» συνέβαλε  να αναζητήσω για μια ακόμη φορά «τον φυσικόν άνθρωπον» που σκιαγραφεί  με ανάλογη νοσταλγικότητα και ο αφηγητής του Αλ.Παπαδιαμάντη στο  «Όνειρο στο κύμα».  
Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο ίδιος άνθρωπος που με «προέτρεψε» να διαβάσω πρόσφατα το «Όνειρο στο κύμα», για να καταλάβω ότι δεν φτάνει μόνο η νοσταλγία για ένα τόπο, ο Παπά Βαγγέλης Παχυγιαννάκης, συμπυκνώνει με το λόγο του σε παρελθόντα χρόνο για ένα άλλο πόνημά σου, όλα όσα θα ήθελα να γράψω για αυτό το βιβλίο σου: «Ευλαβικά σκύβομε και φιλάμε το χέρι τέτοιων Ιερέων και Διδασκάλων, που φωτίζουν το δρόμο μας και τον δρόμο των παιδιών μας και δεν αφήνουν να κυριαρχήσει το σκοτάδι της αμάθειας και της καταστροφικής αλλοτρίωσης, που στο όνομα πολλές φορές του προοδευτισμού και της ασύνετης ξενομανίας, προσπαθεί να κόψει το νήμα της Ιστορίας του τόπου που γεννηθήκαμε και να σκεπάσει τα ιστορικά βήματά του με το σάβανο της λήθης.»


Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Βιβλιοπαρουσίαση

 ΙΩΑΝΝΗ  Μ.  ΜΑΡΚΑΚΗ, Ἐφέτη

ἆδ΄ ἔfαδε πόλι.

Ἡ κρητική-δωρική πολιτειακὴ τάξις



Του 
Πρωτ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη

Με αυτόν τον τίτλο δίνει ξανά την παρουσία του στα ελληνικά γράμματα ο ακούραστος μελετητής και περισπούδαστος εργάτης του Δικαίου, Εφέτης, κ. Ιωάννης Μ. Μαρκάκης. Εμβριθής μελετητής του Δικαίου και ευλαβής υπηρέτης της δικαιοσύνης, σκάβει με υπευθυνότητα στο ανεξάντλητο πνευματικό ορυχείο της αρχαίας σοφίας, ανακαλύπτοντας και φέρνοντας στο φως, με επιμέλεια και συνέπεια ακριβοδίκαιου μελετητή, ό,τι εξαρχής ο άνθρωπος με το πνεύμα του ερεύνησε και πρόσφερε ως καταστάλαγμα γνώσεως και πείρας στο κοινωνικό γίγνεσθαι, για τη σύνθεση, πραγμάτωση και διαφύλαξη του μέγιστου αγαθού της δικαιοσύνης με σκοπό την ανάπτυξη και την πρόοδο του κοινωνικού βίου των ανθρώπων. 
Το νέο αυτό βιβλίου του κ. Μαρκάκη τιτλοφορείται:  ἆδ΄ ἔfαδε πόλι, δηλαδή «η πολιτική κοινότητα απεφάσισε» και αναφέρεται στην «κρητική – δωρική πολιτειακή τάξη». Ο τίτλος είναι παρμένος από το προοίμιο του πρώτου γραπτού στην Ευρώπη νόμου, από την παρακείμενη αρχαία κρητική πόλη της Δρήρου, νόμου, μάλιστα, αμιγώς πολιτειακού, όπου και το πρώτον απαντάται ο όρος «πόλις», απαρχή της κρατικής – πολιτικής συγκροτήσεως και της δημοκρατικής ανελίξεως της Ελλάδος και της Ευρώπης, όπως αναφέρεται σε σχετικό σημείωμα του παρουσιαζόμενου βιβλίου. 
Το βιβλίο είναι κοινή έκδοση της Νομικής Βιβλιοθήκης με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων. Προλογίζουν ο Γενικός Διευθυντής του ανωτέρω Ιδρύματος Νικόλ. Παπαδάκης και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Πάνος Λαζαράτος. Ο συγγραφέας στο βιβλίο αυτό πραγματεύεται την βασική πολιτειακή δομή των κρητικών πόλεων - κρατών της λεγομένης «δωρικής εποχής» της Κρήτης (1100 έως 67 π.Χ.) με βάση τις σχετικές γραμματειακές πηγές και επιγραφικές μαρτυρίες, που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Αποτελείται: 1) Από Χαιρετισμό της εκδόσεως του Γεν. Δ/ντή του Ε.Ι.Ε και Μ. «Ελευθ. Βενιζέλος», 2) Πρόλογο του καθηγητή Π. Λαζαράτου και 3) Προοίμιο του συγγραφέα. 
Με πρόταγμα το κεφάλαιο: Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ, ο συγγραφέας, μας εισαγάγει στο καθεαυτό διαπραγματευόμενο θέμα της μελέτης,  του οποίου η διερεύνηση ως προς την πολιτειακή τάξι επιχειρείται και αναπτύσσεται με βάση το ευρύτερο νομικό – δικαιικό πλαίσιό της, σύμφωνα με την Αριστοτελική διάκριση μεταξύ των πολιτειακών κανόνων και των λοιπών δικαιικών κανόνων. Ως τάξις δε, νοείται η διάταξη, τακτοποίηση, διαρρύθμιση ή διάρθρωση, για να υποδηλώσει την πολιτειακή οργάνωση της δωρικής Κρήτης. Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται μόνο τους πολιτειακούς κανόνες, σημειώνει ο συγγραφέας και ακολουθούν τα κεφάλαια:
ΙΙ. Η ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΔΟΜΗ. Α. Η ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΔΟΜΗ: α. Οι Κόσμοι, β. Η Βουλή, γ. Η Εκκλησία, δ. Τα λοιπά πολιτειακά όργανα. Β. Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΔΟΜΗ. α. Η νομοθετική λειτουργία, β. Η διοικητική λειτουργία, γ. Οι περί της νομοθετικής και διοικητικής (Κυβερνητικής) συμπράξεως επιγραφικές μαρτυρίες, δ. Η δικαστική λειτουργία. Γ. Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ. α. Πλάτων, β. Αριστοτέλης, γ. Πολύβιος, δ. Στράβων. Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ.  ΙΙΙ. ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ: Α. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ. α. Η «φυσιολογία» των περί τον 4ο αιώνα π.Χ. στάσεων. β. Τα υποκειμενικά αίτια, γ. Οι πολιτειακές συνέπειες, δ. Οι λοιπές συνέπειες, ε. Η αληθής ιατρεία. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΒΙΟΥ. α. Οι στάσεις της ελληνιστικής περιόδου – Η δημοκρατική διάθεσις του κρητικού πολιτεύματος, β. Οι σχετιζόμενες επιγραφικές μαρτυρίες. Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ.  ΙV. ΣΥΝΟΨΗ. V. ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ.  VI. Ο ΘΕΣΜΙΚΟΣ (ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΔΡΗΡΟΥ. Η μελέτη κλείνει με πλουσιότατη Ελληνική και Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία και Χάρτη της Κρήτης της ελληνιστικής περιόδου, με τις πόλεις – κράτη, τις εξαρτημένες κοινότητες και τους ιερούς (θρησκευτικούς) τόπους./  Πηγή: Chaniotis 1996. 
Η μελέτη αυτή του κ. Μαρκάκη οπωσδήποτε, κατά βάση, είναι αντικείμενο κρίσεως και αξιολογήσεως των ειδικών. Παρά ταύτα είναι και για όλους εμάς τους αμύητους στις πολιτικές επιστήμες μια συνοπτική εμπεριστατωμένη παρουσίαση των τρόπων με τους οποίους διαχειρίζονταν τα κοινά και μετείχαν σ’  αυτά οι πρόγονοί μας, αφού και εμείς είμαστε μέλη της κοινωνίας και πολίτες.  Και είναι ανάγκη να γνωρίσομε τους νόμους αυτούς που κατάρτισαν οι πρόγονοί μας, οι οποίοι με βάση τον έμφυτο ηθικό νόμο, τους κωδικοποίησαν και ρύθμιζαν με αυτούς την κοινωνική  συμπεριφορά τους απέναντι στους λοιπούς πολίτες και στην πόλη.  
Η πόλη ήταν η πρωτόλεια μορφή του κράτους. Ήταν μια πολιτική κοινωνία, ένας κοινός πολιτικός οργανισμός και ο πολίτης ήταν «οπλίτης», που καθημερινή μέριμνά του ήταν να αγωνίζεται για το καλό της πόλεώς του.  Ο άνθρωπος ως «ζῶον πολιτικόν», κατά τον Αριστοτέλη, ολοκληρώνεται μέσα στην πόλη η οποία έχει προτεραιότητα έναντι του πολίτη, του οποίου το συμφέρον τίθεται σε δεύτερη μοίρα του συμφέροντος της πόλεως. Γι’ αυτό και τα μέλη της βουλής και οι κόσμοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην πόλη αμισθί: «δεν ήσαν επιρρεπείς σε λῆμμα ούτε γενικώς ευάλωτοι σε οικονομική διαφθορά». Η πόλη, σύμφωνα με αυτή την αρχαιοπρεπή έννοιά της, όπως κατοχυρωνότανε με τη νομοθεσία της εποχής, στην πράξη ήταν ένα λειτουργικό σύστημα αξιών, με ανεπτυγμένο το αίσθημα της συλλογικής συνείδησης και προσφοράς.  
Διαβάζοντας κανείς επισταμένως την μελέτη του κ. Μαρκάκη, συνειδητοποιεί την ταύτιση σε πολλά σημεία των νόμων που ίσχυαν στην κρητική-δωρική πολιτειακή τάξι και γενικότερα στη Σπάρτη και την Αθηναϊκή πολιτεία με τον νόμο του ευαγγελίου του Χριστού. Από την άποψη της χριστιανικής θεολογίας αυτό δεν είναι άπορον. Γιατί, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της ειδωλολατρίας, υπήρξαν πάρα πολλοί σοφοί προ Χριστού, που αντιλήφθηκαν την αδικία που επικρατούσε στις ατομοκρατικές συμφεροντολογικές και υλιστικές τάσεις των κοινωνιών, την αδικία και την καταπίεση των αδυνάτων και μίλησαν για την έννοια του δικαίου και τη σύμπραξη του συνόλου των πολιτών για μια ανθρωπινότερη και δικαιότερη κοινωνία. Οι φιλόσοφοι αυτοί, που έσπειραν τα σπέρματα του χριστιανισμού στα έργα τους, είναι οι φιλόσοφοι του «σπερματικού Λόγου», όπως τους ονόμασαν οι πατέρες της εκκλησίας μας. Είναι οι πρόδρομοι και διδάσκαλοι του Χριστιανισμού πριν από την έλευση του Σωτήρος Χριστού. Είναι οι πριν Χριστού Χριστιανοί. 
Κατά τον Άγιο Ιουστίνο (β΄ μ.Χ. αι.) οι αρχαίοι εκείνοι φιλόσοφοι έγιναν, κατά πρόνοια Θεού ικανοί «ἀμυδρῶς ὁρᾶν τὰ ὄντα καὶ δίδαξαν σπέρματα ἀληθείας». Το ίδιο και ο Κλήμης ο Αλεξανδρείας την ίδια εποχή γίνεται πιο συγκεκριμένος, αναφέροντας ορισμένα χωρία Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Τέτοιοι φορείς του σπερματικού Λόγου ήσαν  ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος, ο Θεαγένης, ο Εμπεδοκλής, ο Αναξαγόρας και ο μαθητής του ο Μητρόδωρος, ο Αναξίμανδρος, ο Πρωταγόρας (φίλος του Περικλή και του Ευριπίδη, που το 411π.Χ. οι φανατικοί ειδωλολάτρες τον κατηγόρησαν για αθεΐα και στην προσπάθειά του να φύγει, για να σωθεί πνίγηκε στην θάλασσα), ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αντισθένης, ο Δημόκριτος, ο Διογένης ο Κυνικός, ο Ευήμερος, ο Επίκουρος κ.π.ά. 
Στην μετά Χριστόν εποχή έχομε την αποκάλυψη του Λόγου και τον νόμο του Θεού ξεκάθαρο για τις ανθρώπινες σχέσεις. «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» είναι το πρόσταγμα του Χριστού και ο Παύλος προτρέπει «διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις» (Γαλ.5.13). Με το «μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητήτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κοριν.10.24) και το «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε», η Εκκλησία δίνει τον κώδικα της αυτοθυσίας και για τους άρχοντες, που κλήθηκαν να υπηρετήσουν τον λαό, σαλπίζει: «ποιμάνετε τὸν λαόν μου ἐν δικαιοσύνῃ»!
Το ζήτημα της δικαιοσύνης, επίσης, ο Παύλος το εισάγει με τη σοβαρή προειδοποίηση γι’ αυτούς που γνωρίζουν την αλήθεια και το δίκαιο κι όμως κρίνουν μόνο τους άλλους, ξεχωρίζοντας τον εαυτόν τους: «ἀναπολόγητος εἶ, ὦ ἄνθρωπε, πᾶς ὁ κρίνων∙ ἐν ὧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις∙ τὸ γὰρ αυτά πράσσεις ὁ κρίνων» (Ρωμ. 2,1). Ο άνθρωπος πρέπει να έχει πάντοτε κατά νουν την αλήθεια, ότι «εἷς ἐστιν νομοθέτης καὶ κριτής» (Ιακ.4.12) και ότι μόνον ο Θεός μπορεί να κρίνει και ν’ «ἀποδώσῃ ἑκάστῳ κατά τὸ ἔργον αὐτοῦ» (Ρωμ. 2,6). Εν τέλει, όσοι αντιστρατεύονται τον νόμο του Θεού και αντιστέκονται στην αλήθεια υπηρετώντας την αδικία, θα αντιμετωπίσουν αργά ή γρήγορα την οργή του Θεού, που έρχεται «ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (Εφεσ.5.6). 
Επανερχόμενοι, εν κατακλείδι, στο υπό παρουσίαση βιβλίο του κ. Μαρκάκη, διαβάζοντάς το προσεκτικά, βλέπομε τη σύζευξη  του σπερματικού Λόγου των φιλοσόφων, που με βάση αυτόν κατάρτισαν  τούς νόμους οι πρόγονοί μας ως συνειδητοί πολίτες, εργαζόμενοι με ανιδιοτέλεια για την πόλη, με τον ένσαρκο ευαγγελικό εξ αποκαλύψεως Λόγο. Δυστυχώς, αγνοούμε ή παραθεωρούμε ό,τι θετικό μπορούμε να κρατήσομε από την φιλοτιμία, αξιοπρέπεια και αγωνιστικότητα των προγόνων μας  και ό,τι πλουσιοπάροχα μας παρέχει το ευαγγέλιο της πίστεώς μας, γι’ αυτό και τρέχομε σε θολές πηγές να ξεδιψάσομε. Το αρχαιότερο ιστορικό γραπτό στον ευρωπαϊκό χώρο ἆδ΄ ἔfαδε πόλι και δή πολιτειακού νόμου (7ος π.Χ.αι.) αγέραστο, είναι δίπλα μας, από τη γειτονική Δρήρο, που μας λέει: αυτά αποφάσισε η πόλη διά των συντεταγμένων οργάνων της και όχι ο τάδε αρχηγίσκος προκλητικής ανικανότητος ή ο δείνα κάθε ξοφλημένης παραδοσιακής ελίτ ελέῳ ανυπόστατου κληρονομικού δικαίου εξουσίας! Το βιβλίο του κ. Μαρκάκη είναι ένα εγερτήριο σάλπισμα για τις κοιμισμένες συνειδήσεις αρχόντων και αρχομένων του αιώνα μας!   

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Ο Άγιος Γεώργιος στο Σελλινάρι



Ω Άγιε Γεώργιε που είσαι στο Σελινάρι 
έλα και εσύ να ευχηθείς σε τούτο το ζευγάρι.
Στον δρόμο Ηρακλείου, Αγίου Νικολάου εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά σου το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. 
Με τ' ανάδιασμα, μένεις άναυδος από το θέαμα της αγριάδας της περήφανης και ακατάκτητης ομορφιάς, το γραφικό ιστορικό μοναστήρι, την πανύψηλη λουρίδα του μπλάβου ουρανού και το θαλασσινό τρίγωνο του Σισού, που αλλάζει το χρώμα σύμφωνα με την διάθεση του. 
Αν είσαι τυχερός κοιτώντας ψηλά θα σε υποδεχτούν οι βιτσίλες, οι μόνιμοι βιγλάτορες του Σελιναριού. Τα σπάνια αυτά πουλιά διάλεξαν να κονέψουν και να κάνουν τις φαμίλιες τους σ' αυτή την απότομη και άγρια φύση και να γίνουν οι αετοί του Αναύλοχου ή το αγαθό πνεύμα του φαραγγιού. 
Μέσα σε αυτή την αγριάδα, είναι απορίας άξιον, πως γαληνεύει η ψυχή σου και πως όλες οι φουρτούνες της ζωής γίνονται ξαφνικά παρελθόν. 
Έχεις το συναίσθημα πως το αόρατο χέρι του Αγίου τις ξεριζώνει και τις παραδίδει στις βιτσίλες με προορισμό τα τάρταρα. 

Εδώ βαφτίστηκα, εδώ μετάλαβα, εδώ πολλές όμορφες μνήμες σημάδεψαν την παιδική μου ηλικία. Τότε που τ' αυτοκίνητα ήταν σπάνιο είδος, η πεζοπορία αλλά και η επιστράτευση των στολισμένων τετράποδων έδιναν χρώμα, αίγλη και ρομαντισμό στην εορτή του ,στις 23 του Απρίλη. 
Ολοκέντητες πολύχρωμες πατανίες και κουβέρτες στόλιζαν τα συμπαθέστατα γαϊδουράκια μετατρέποντάς τα σε ολάνθιστες κινητές ανθοστήλες. 
Όλο αυτό το θέαμα σε συνδυασμό με τις ψαλμωδίες και την ηχώ του φαραγγιού μετέτρεπαν τη γιορτή σε ονειρική μυσταγωγία. 
Ίσως σε ένα αρχαίο σελιναριώτικο μυστήριο.


Georgia Lazarakis
 



Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

H τελική πρόταση της Βελγικής Σχολής για το Αρρεναγωγείο Βραχασίου ύψους €329.000 !!!



H τελική πρόταση για την αναστήλωση του Αρεναγωγείου Βραχασίου

Στη Βελγική Αρχαιολογική Σχολή και τυπικά η χρήση και η αναστήλωση του παλιού αρεναγωγείο στο Βραχάσι


Σε μια σεμνή και απέριττη τελετή συμβολική περισσότερο ο Δήμαρχος Αγίου Νικολάου Αντώνης Ζερβός, ο Jan Driessen διευθυντής της Βελγικής Αρχαιολογικής Σχολής υπέγραψαν τη σύμβαση παραχώρησης του Αρεναγωγείου Βραχασίου στη Βελγική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών για την αναστήλωσή του.

Ευχόμαστε το δύσκολο εγχείρημα να ευωδοθεί και να δούμε  το Βραχάσι να αποκτά ένα κτίριο στολίδι που θα προσθέσει πολύ σημαντική υπεραξία στην πνευματικότητα και στον πολιτισμό του τόπου μας.

Αναλυτικά για την εκδήλωση στην ΑΝΑΤΟΛΗ

Βραχασιώτικο Σπίτι: Αξίζει να το δεις!!!!!

Το Βραχασιώτικο Σπίτι αποτελείται από δύο ορόφους, με συνολικά έξι δωμάτια: τρία στον όροφο, τους χώρους διαβίωσης, και τρία στο ισόγειο, τους βοηθητικούς χώρους. 

Στο πρώτο δωμάτιο, του άνω ορόφου, βλέπουμε τη συλλογή ιστορικών και εκπαιδευτικών βιβλίων του 19ου και 20ου αιώνα. Στον τοίχο, φωτογραφίες των Βραχασιωτών που συμμετείχαν στους Κρητικούς και εθνικούς αγώνες για την αποτίναξη της Οθωμανικής κυριαρχίας, όπως του Κωνσταντίνου Σφακιανάκη και του Εμμανουήλ Γιανναδάκη.


Στο δεύτερο δωμάτιο εκτίθεται το γραφείο ενός σπουδαίου Βραχασιώτη, του δικηγόρου, και κατόπιν Εφέτη Λασιθίου, Νικολάου Εμμ. Λεμπιδάκη. Ο πατέρας του, Εμμανουήλ Λεμπιδάκης, έμπορος και δήμαρχος Βραχασίου (1906-1912), διέσωσε σημαντικό μέρος του δημόσιου αρχείου, το οποίο φωτίζει πτυχές της δημόσιας ζωής του Βραχασίου (κοινωφελή έργα, εκπαίδευση κ.ά.), με καταγραφές από το 1884 έως το 1913. Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι η επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον Εμμ. Λεμπιδάκη, γραμμένη στα Χανιά το 1906. Όλα τα έγραφα, 128 σε σύνολο, έχουν ψηφιοποιηθεί και ο επισκέπτης μπορεί να τα ξεφυλλίσει και να τα διαβάσει σε πιστά αντίγραφα.


Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Ευάγγελος Εμμαν. Διαλυνάς, ο Ερημίτης, ο Κοσμοκαλόγερος, που έζησε μονοτρόπως κι αγίασε μέσα στον κόσμο


Η γειτονιά του Βαγγέλη Διαλυνά. Απέναντι από το
Φούρνο της Ανδρονίκης Μεθυμάκη και πάνω από το μαγαζί του Εμμ. Στιβακτάκη. Ή όπως αλλιώς σημειώνει ο Παπά Βαγγέλης: "Το ασκηταριό του το  ΄χε στη μέση του χωριού, στο πατρικό του σπίτι, πού βρισκότανε στη μικρή πλατεία, στο τσαρσί, πάνω οπό το καφενεδάκι, πού χρόνια είχε νοικιασμένο, το αγαπούσε και το διαχειριζότανε σαν δικό του, ένας άλλος καλοκάγαθος χωριανός μας, ὁ και θείος μου, εκ πατρός, Νικόλαος Στυλ. Παπαδάκης (ἤ Νικάκι).  Κι ενώ από αυτό το πολυσύχναστο καφενείο του Παπαδάκη περνούσαν όλοι οι χωριανοί, το σπίτι του Βαγγέλη, στον πρώτο όροφο με την κληματοσκέπαστη ταράτσα,  ήταν απρόσιτο."

Του
π΄΄ Ευάγγελου Παχυγιαννάκη
     
Ευάγγελος Εμμαν. Διαλυνάς. Το τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Διαλυνά και της Μαρίας Αναστ. Φθενού (Χατζοπούλας).  Γεννήθηκε στο Βραχάσι στις 17 Ιανουαρίου 1911. 
Είναι ὁ Ερημίτης, ὁ Κοσμοκαλόγερος, πού έζησε μονοτρόπως κι αγίασε μέσα στον κόσμο, περιφρονώντας όλες τις χαρές του και γευόμενος όλες τις χάρες του ουρανού, ασκούμενος στις κατά Θεόν αρετές, σιωπηλά και αθόρυβα, άδολος σαν τα άκακα νήπια, λιτοδίαιτος σαν τα σπουργίτια και με μοναδικό στολίδι στην καρδιά του την αγάπη για όλα τα πλάσματα του κόσμου.
Οι άνθρωποι τον θεωρούσαν μονόχνοτο, απόκοσμο και ιδιόρρυθμο άνθρωπο, όπως δηλαδή γίνεται πάντα με τούς ανθρώπους, όταν κανείς δεν τούς μοιάζει. Όταν δεν ταιριάζει μ’ εκείνους, πού βαδίζουν τον δικό τους δρόμο και δεν συμφωνάνε με τα γούστα των πολλών, γι’ αυτό κι οι πολλοί, οι τάχατες ξύπνοι, τούς περνάνε για παλαβούς. 
Εμείς, εγώ δηλαδή και ὁ Τίτος, ο γιός του καθηγητή Αριστείδη Βουρλάκη, τσούμαροι τότε, τον λέγαμε: «ὁ Χριστός με το Ιταλικό στυλ», γιατί χτένιζε τα μαλλιά του με μια χωρίστρα στη μέση της κεφαλής κι όπως ήταν λιπόσαρκος και μελαγχολικός νόμιζες πώς είχε ξεπεταχτεί σαν  κάποια προσωπογραφία από  έργα θρησκευτικής ζωγραφικής της Ιταλικής αναγέννησης.  
Το ασκηταριό του το  ΄χε στη μέση του χωριού, στο πατρικό του σπίτι, πού βρισκότανε στη μικρή πλατεία, στο τσαρσί, πάνω οπό το καφενεδάκι, πού χρόνια είχε νοικιασμένο, το αγαπούσε και το διαχειριζότανε σαν δικό του, ένας άλλος καλοκάγαθος χωριανός μας, ὁ και θείος μου, εκ πατρός, Νικόλαος Στυλ. Παπαδάκης (ἤ Νικάκι).  Κι ενώ από αυτό το πολυσύχναστο καφενείο του Παπαδάκη περνούσαν όλοι οι χωριανοί, το σπίτι του Βαγγέλη, στον πρώτο όροφο με την κληματοσκέπαστη ταράτσα,  ήταν απρόσιτο.
Μερικά χρόνια αργότερα, όταν γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι, πέρασα, με ανάμικτα τα συναισθήματα φόβου και σεβασμού αυτό το άβατο. Μπήκα σ’ ένα σπίτι πού δεν περιγράφεται ἡ ακαταστασία και ἡ τσαπατσουλιά. Εφημερίδες και αποκόμματα οπό έντυπα και περιοδικά, βιβλία άτακτα ριγμένα – στοιβαγμένα εδώ και κει, σκονισμένα, και χειρόγραφα με αναρίθμητες διορθώσεις. Μετά οπό κάμποσα χρόνια αντίκρισα την ιδία εικόνα σ’ ένα κελί ενός Ασκητή στο Άγιον Όρος. Κι ενώ, με την πρώτη ματιά πήγαινε να δημιουργηθεί μέσα σου ένα αρνητικό συναίσθημα, σιγά – σιγά συμφιλιωνόσουνα με όλα τα πράγματα κι όλος αυτός ὁ χώρος ὁ ασυνάρτητος και ασύνταχτος μεταμορφωνόταν σε μια αλλόκοτη ομορφιά και απόπνεε μια ξεχωριστή απρόσμενη ευωδία. 
Όσο περνούσαν τα χρόνια δέσαμε μια πραγματική φιλία. Στην πρώτη μας γνωριμία συντέλεσε και ὁ πατέρας μου, με τον οποίο έκαναν οι δύο τους κατανυκτικές βραδιές, ΄΄παννυχίδες΄΄ όπως έλεγε ὁ Βαγγέλης, με αρκετά στοιχεία πού θύμιζαν Παπαδιαμάντη. Ένα καραφάκι ούζο, μια πατατούλα τηγανητή, δύο ελίτσες, ένα κομματάκι αλατισμένο φρύο (κι όχι όλα μαζί, αλλά ανάλογα με την εποχή), μια καλή κουβέντα κι όλα αυτά τα απλά πράγματα μας φέρνουνε σε κατάνυξη και μας κερνούνε μια πνευματική χαρά, που δεν μπορεί κανείς να μας τη δώσει  ούτε να μας την κλέψει, μου έλεγε ο θυμόσοφος της παρέας.
Η φιλία μας κατέληξε σε «Χειραψία» διαρκείας, όταν το ομώνυμο Ενοριακό περιοδικό, πού εξέδιδα τότε,  φιλοξενούσε δικά του διηγήματα. Από την εποχή εκείνη και την μεταξύ μας αλληλογραφία, θα μεταφέρω μερικές αράδες, πού αποκαλύπτουν την λεπτότητα και την ομορφιά της ψυχής αυτού του κατά τα άλλα, κοσμικά κριτήρια, ασήμαντου, μοναχικού και ιδιόρρυθμου ανθρώπου.
Ὁ Βαγγέλης ήταν ένας πονεμένος άνθρωπος, πού αξιοποίησε τον πόνο και τον έκαμε φίλο και δάσκαλο. Είχε γνωριστεί και διατηρούσε αλληλογραφία με τον λογοτέχνη Δημήτρη Λιάκο, τον Άγγελο Τερζάκη, τον Σπύρο Μελᾶ, πού εξέδιδε το περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, στο οποίο δημοσίευσε αρκετά οπό τα διηγήματά του. Τα περισσότερα από αυτά τα διηγήματα ήταν στολισμένα με σχέδια του γνωστού Μίνου Αργυράκη. Διηγήματα, επίσης, έχει δημοσιεύσει στην ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ, πού εξέδιδε ὁ Κατσανεβάκης, στο περιοδικό ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ του πρώην Μητροπολίτη Κισσάμου και Σελίνου Εἰρηναίου και στη δική μας ΧΕΙΡΑΨΙΑ.
Όλα τα διηγήματα του Διαλυνᾶ διακρίνονται για την απλότητα του ύφους, τον άκρατο συναισθηματισμό, την καθαρότητα των νοημάτων, τη βαθιά προσήλωσή του στις τοπικές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα του Βραχασώτικου λαού. Χρησιμοποιεί την ντοπιολαλιά, με λέξεις της καθημερινής ζωής, γι’ αυτό και πάντα στα κείμενά του ακολουθούσε το Κρητικό γλωσσάρι (ερμηνεία  λέξεων, πού έπαψαν πια να είναι σε χρήση).
Επίσης, χρησιμοποιεί ονόματα χωριανών και επίθετα, άλλα πού υπάρχουν ακόμη και άλλα πού διατηρούνται ακόμη έστω και παραφθαρμένα ἤ παραλλαγμένα, καθώς και αρκετά τοπωνύμια. Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ερεύνης και ετυμολογικών προσδιορισμών, όπως, επίσης, αναφέρει και ορισμένα ιστορικά γεγονότα, τα οποία διατηρεί μέσω των θρύλων πού περιγράφει.
Σε ένα από τα γράμματά του μου γράφει: «Ευχαριστώ το Θεό για τη δοκιμασία μου. Πού μου είχε καλύψει τον οφθαλμό με φοβερό καταρράκτη. Ήταν για το καλό μου. Εκεί πού βλέπω τώρα από την ταράτσα της γραφής και της μελέτης, πού τώρα σου γράφω, το γαλάζιο τ’ ουρανού, τα ψηλά βουνά, το πλήθος των ανθισμένων αμυγδαλιών, κοντά και μακριά, ως και τα κυπαρίσσια πέρα – πέρα ‘κει τ’ Άι-Γιώργη του Βραχασώτη, μ’ έχει κυριεύσει θάμβος. Θαρρώ πώς πρώτη φορά ήρθα στον κόσμο κι επαναλαμβάνω: 
‘’Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε,
πάντα εν σοφίᾳ εποίησας!΄΄
"Στο νοσοκομείο θυμήθηκα", γράφει, «τα λεγόμενα του ΄΄καμπανα-ριώτη θρύλου τ’  Άι-Γιώργη του Βραχασώτη. – Ο πλιά σοφός δάσκαλος είν’  ὁ πόνος. Κόβει την έπαρση και καταλαβαίνει ο άνθρωπος, ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη συμπαράσταση του άλλου ανθρώπου. Όλοι οι νοσηλευόμενοι αλληλοαγαπιόμασταν – σάμπως ξενιτεμένοι αδελφοί και ξανανταμώναμε ύστερα από χρόνια. Αιτία ὁ πόνος.
»Δε θα λησμονήσω ποτέ τούς φίλους και τις φίλες στις μέρες αυτές της δοκιμασίας. Να, έλεγα, πού έχω κι εγώ αδελφούς και αδελφές και δεν είμαι μόνος κι έρημος…»
Την Πρωτομαγιά του 1979 μου γράφει: «Πήρα την Πασχαλινή σου ΄΄Χειραψία΄΄, δέξου και τη δική μου, με τον πασχαλινό χαιρετισμό:
      -     Χριστός Ανέστη, παπά-Βαγγέλη,
      -     Αληθώς Ανέστη ὁ Κύριος!
         Έτσι σα στα  καλά χριστιανικά χρόνια, πού οι άνθρωποι δεν είχαν καταντήσει άθλιοι δούλοι της αφέντρας δράκαινας μηχανής. Ζούσαν, ανέπνεαν μες την απλότητα της θείας δημιουργίας. Στους δρόμους του χωριού, στις βρύσες, το βράδυ στις αποσπερίδες, στα πεζούλια της γειτονιάς. Έξω στα βουκολικά τους συναπαντήματα – ίσαμε της Αγίας Τριάδας ένα και μόνο χαιρετισμό είχαν. Τον ίδιο, πού κι οι Άγγελοι, στ’ αγγελικά τους συναπαντήματα στα πλάτη και τα ύψη των ουρανών:
            - Χριστός Ανέστη,
            -  Αληθώς Ανέστη, ὁ Κύριος! 
….Μα ας είναι, αύριο πάλι, στην ταράτσα της γραφής και της μελέτης, κάτω από την κληματαριά και πλάι στο ολάνθιστο μυροβόλο αγιόκλημα. Γιατί πέρα ὁ ήλιος βασιλεύει. Έτσι θα μου είσαι και αύριο πνευματική νοερή συντροφιά.
                               Καλό Βράδυ
                     Πρωτομαγιά 1979. Βραχάσι»
Την Πρωτοχρονιά του 1984, μου γράφει: «Ευτυχισμένος ὁ νέος χρόνος 1984… Με μάγεψαν οι ζωγραφιές σου στον Άγιο Σπυρίδωνα. Ὁ  Άγιος Σπυρίδωνας με τον καλογερίστικο σκούφο. Και ὁ Χριστός θαυμαστός. Το θειο του βλέμμα ριμμένο στα βάθη του σύμπαντος…»
Εκεί, σ’ αυτό το όμορφο ξωκλήσι του χωριού μας, έχω ζωγραφίσει τις τρεις εικόνες του τέμπλου: Του Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου Σπυρίδωνος.
Ὁ Βαγγέλης αγαπούσε τη φύση. Έκανε τακτικά αυτή τη διαδρομή, τη λιτανεία, καθώς έλεγε: Άγιο Σπυρίδωνα, Άι- Γιάννη, Άι-Γιώργη Βραχασώτη, Νικολόζα, Κοζαριανῶ, και στάλιζε στο ναό της Μεταμόρφωσης, όπου είχε μερικά κτήματα.    
Από αυτά τα λίγα αντιλαμβάνεται κανείς πολλά γι’  αυτόν τον ασήμαντο, κατά κόσμον άνθρωπο, με την ευαίσθητη καρδιά και τα πλούσια συναισθήματα. Μου έστελνε τα χαιρετίσματα από τον Σπύρο Μελά, τον Άγγελο Τερζάκη, τον Δημήτριο Γιάκο, την Ελένη Βλάχου, με τους οποίους διατηρούσε αλληλογραφία και μου την έδειχνε με καμάρι. Είναι κρίμα, πού μετά τον θάνατό του δεν ξέρει κανείς πού να πετάχτηκαν όλα αυτά, ενώ μπορούσαν να αξιοποιηθούν, έστω και απλά να φυλαχτούν σε κάποιο συρτάρι του Λαογραφικού Μουσείου, πού οι ευγενείς και αξιέπαινες κυρίες Μαρία Λασθιωτάκη καί Κατίνα Λεμπιδάκη δημιούργησαν στο χωριό. 
Θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή πού γνωρίστηκα με αυτό τον αγνό και άκακο άνθρωπο, τον ταπεινό εργάτη του πνεύματος, τον πιστό δούλο του Θεού, τον  εραστή του κάλλους της φύσεως, πού μου δίδαξε, ότι: «πρέπει να διπλοπονέσεις για να μάθεις ν’ αγαπάς καθετί οὐρανοῦ και γης»!
Μια βροχερή νύχτα στις 2 Φεβρουαρίου 1988 εκεί, στον νεκροθάλαμο του Νοσοκομείου Αγίου Νικολάου, του διάβασα το Τρισάγιο, και τον κατευόδωσα για τον άλλο κόσμο, «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Να κάνει από εκεί ψηλά τις λιτανείες του και τις προσευχές του στα ρημοκλήσια και τους τόπους π’ αγάπησε.
Στο Κοιμητήριο του Βραχασοῦ, παραδίπλα από τον πέτρινο τάφο του Λευτέρη Πλατάκη είναι ὁ δικός του απέριττος, μ’ ένα απλό Σταυρό με τ’ όνομά του, για να θυμίζει το πέρασμά του από αυτήν εδώ τη ζωή. Η μνήμη του ας είναι αιωνία !
Πολλές φορές γυρίζω νοσταλγικά στο περιβάλλον του χωριού μου και ξαναζώ με μνήμες πρόσωπα αγαπημένα, καταστάσεις και πράγματα αξιολάτρευτα,  που γίνονται πότε χαρά και πότε δάκρυ, πότε προσευχή και ανάμνηση, πάντοτε όμως μια γλυκιά νοσταλγία.  Ξεχνιούνται αυτά; 

Φιλικά.
Ο ελάχιστος π΄΄ Ευάγγελος


Πρώτη δημοσίευση 20-10-2015.