"Εκεί ακριβώς που πάντα σπιθίζουν οι αιχμές του ανέμου, εκεί που το αέναο βάρος του ουρανού ταλαντεύεται..."


Με αφορμή αυτό το καταπληκτικό video που αλιεύσαμε στο διαδίκτυο θυμηθήκαμε το έξοχο κείμενο του Γ. Μαμάκη για τον Φάρο του Αφορεσμένου που είχαμε δημοσιεύσει παλαιότερα.
Δείτε το video και μετά διαβάστε το έξοχο κείμενο...


Του
Γ. Μαμάκη


Eίναι στιγμές που οι ρυθμοί της ζωής, οι  πολιτείες και οι άνθρωποι μας κουράζουν τόσο  ώστε να μη λαχταρούμε άλλη καταφυγή από το να ανιχνεύσουμε  τη ρωγμή στους κλοιούς μας μέσα  στα άπειρα ιχνογραφήματα του μεραμπελιώτικου θέρους, στο άπλετο φως της θάλασσας  και στων πέτρινων χαρακωμάτων μέσα τη φοβερή βύθη. 
Έτσι ένα αυγουστιάτικο πρωινό αποφασίζουμε την απόδραση στο δέος της  πολυσύνθετης συγκίνησης που παρέχει  η επαφή με εμπειρίες  έξω από τα συνηθισμένα βιώματα. 
Με τον αέρα του ονειροπόλου και  του ταξιδευτή  φτάνουμε στον Βρουχά, σ’ έναν χρυσοκίτρινο και αλμυροδίαιτο τόπο, εκεί που  έρχεται ολημερίς  ο ήλιος και λούζει τις γυμνές   πέτρες και λουλουδίζει τα ξερά αγκάθια.
Γύρω μας φτωχά χωράφια. 
 Άνθρωποι ταπεινοί, αναγκαστικά λιτοί και επίμονα εργατικοί. 
Δυο βήματα ανατολικότερα  βρίσκεται το ακρωτήρι του Αγίου Ιωάννη.
Και ακόμη δυο βήματα παραπέρα  η μοναξιασμένη θάλασσα.
 Χωρίς πολύ σκέψη ροβολούμε στη ράχη του ακρωτηρίου.
Η μέρα είναι  διάφανη, ο ήλιος  σκληρός, κάθετος, μας ζαλίζει, μας ποδοπατεί 
πάνω στα ξερά ηλιοστάσια. 
Η θάλασσα  σαν σειρήνα μας καλεί και μας προτρέπει.
Κινούμε ανατολικά εκεί που καταγράφεται η απόρροια του  καταγάλανου υδροφόρου ορίζοντα, η σημείωση του περιθωρίου της μεραμπελιώτικης γης. Γρήγορα φτάνουμε στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη. 
Είναι λιτό και απέριττο, παραδομένο  στις αιώνιες βλέψεις, στις ατέρμονες κωδωνοκρουσίες του φωτός. 
Στο απέραντο πλευρό του δεν υπάρχει άλλος κανείς εκτός από μια γυναικεία ερημική ύπαρξη. 
Ζει μόνη της σε τούτη την ερημιά.
Στο μέτωπό της  φέρνει το λιόκαμα, την αντηλιά στα θαμπωμένα της μάτια. 
Η ψυχή της  σμίγει με την ψυχή  του βουνού, αγκαλιάζεται με  την ύπαρξη της θάλασσας,  ενώνεται με την καρδιά της πέτρας. 
Το άγριο τοπίο δεν την κυριαρχεί, δεν την κουράζει, δεν την φοβίζει.
Γι΄ αυτήν είναι σύντροφος και φίλος. 
Είναι αγάπη, είναι ζωή. 
Την γυροφέρνουν λιγοστά πρόβατα.
Δείχνουν και αυτά να έχουν προσαρμοστεί στα δεδομένα των ρεμβασμών του λιγοδιάστατου τοπίου.
Κάποτε αυτό το μετόχι πρέπει να έσφυζε από ζωή. 
Σήμερα πια εδώ δεν υπάρχει τίποτε άλλο  εκτός από κάτι σπασμένες αναμνήσεις, μια εκκλησία βουλιαγμένη στο γαλάζιο του ουρανού και στο γλαυκό της θάλασσας, σπίτια που έπεσαν από την κούραση και  μια στέρνα που  στέγνωσε απ΄ την μοναξιά. 
Φαίνεται πως την  κατέχει καλά  η θάλασσα, την  γνωρίζουν κάλλιστα οι βουνοπλαγιές και το λεει και το χνώτο της  για να μπορεί να ζει εδώ,  σε τούτη την  ερημιά. 
Κρατώντας τη ρόκα στα χέρια της,  δείχνει να  μην την κυκλώνει η επιφύλαξη που συνήθως αισθάνεται κανείς, όταν σε μια ερημιά συναντήσει κάποιους απροσδόκητους αγνώστους.  
 Στέκεται  απέναντί μας και μας κοιτά έναν έναν στα μάτια.
-«Τουρίστες;» ρωτά.
- «Όχι. Ντόπιοι είμαστε, περιηγητές» της απαντώ, «ήρθαμε για να επισκεφτούμε το Φάρο».
-«Καλά αυτή την  ώρα, που ο ήλιος καιει τον κόσμο και ο αέρας σηκώνει τις πέτρες βρήκατε να κατεβείτε στο φανάρι; 
Εγώ έρχομαι εδώ από μικρό παιδί.  Όμως μια φορά μονάχα κατέβηκα  εκεί  κάτω καθώς ξεχάστηκα γυρεύοντας μαύρες. 
Αλλά ήταν τόσο μεγάλη η κακοτοπιά που δεν ξανακατέβηκα. Μετά γέρασα κιόλας δεν με κρατάνε  και τα πόδια μου. 
Θυμάμαι  όμως ότι  από μικρά παιδιά,  οι μεγάλοι  μας απότρεπαν από το να κατεβαίνουμε στο Φανάρι. Μα φοβέριζαν  με τον Καϊάφα».
-«Τον Καϊάφα; Τι δουλειά έχει εδώ ο Καϊάφας;»
-«Άκουγα από την γιαγιά μου και εγώ, την μακαρίτισσα,  ότι τον έχουν θάψει εκεί κάτω, στον όρμο του κάβου. Πέθανε από  θανατικό κακό μέσα στο καράβι με το οποίο πήγαινε στη Ρώμη για να δώσει στον Καίσαρα εξηγήσεις για την Σταύρωση του Χριστού. 
Καθώς λένε, η Μαρία η Μαγδαληνή κατήγγειλε στον Καίσαρα ότι ο Καϊάφας σταύρωσε το Χριστό, ο οποίος ήταν Γιος του Θεού, έκανε θαύματα και μιλούσε για αγάπη και δικαιοσύνη. Ο Καίσαρας εξοργίστηκε τόσο πολύ  με τα καμώματα αυτά του Καϊάφα, που τον διέταξε να παρουσιαστεί αμέσως μπροστά του, μαζί με τους άλλους τοπικούς άρχοντες και να απολογηθεί για τα γεγονότα. 
Όμως  το ταξίδι για την Ρώμη διαρκούσε πολύ. Και ξαφνικά  ο Καϊάφας  πέθανε από αρρώστια που μυστηριωδώς εξαπλώθηκε με μεγάλη ευκολία  μέσα στο πλοίο. 
Επειδή όμως δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος αλλά άρχοντας δεν μπορούσαν να τον πετάξουν στην θάλασσα, όπως έκαμαν με τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος και της συνοδείας του, που πέθαναν και αυτά από την αρρώστια.
Ούτε όμως και μπορούσαν να τον κρατήσουν στο καράβι  μέχρι να φτάσουν στη Ρώμη επειδή η απόσταση ήταν μεγάλη και τα καράβια της τότε εποχής υπερβολικά αργοκίνητα.
Μόλις λοιπόν πλησίασαν την Κρήτη και εντόπισαν τον όρμο του Αγίου Ιωάννη προσπάθησαν να  αράξουν εκεί για να τον αποβιβάσουν στην ξηρά και να τον θάψουν έτσι όπως έπρεπε σε έναν άρχοντα. 
Η τρικυμία όμως που σηκώθηκε στην θάλασσα ήταν πρωτοφανής λες και η θάλασσα έκανε ότι μπορούσε ώστε ο άνθρωπος που σταύρωσε το Χριστό να μην μαγαρίσει έστω και νεκρός την Κρητική Γη. 
Όμως οι πεπειραμένοι ναύτες του πλοίου κατάφεραν μετά από επίμονες προσπάθειες να προσαράξουν στον όρμο. 
Έτσι τελικά κατάφεραν να   αποβιβάσουν τον Καϊάφα  και να τον θάψουν στην ρίζα του γκρεμού. 
Γι’ αυτό λοιπόν επειδή εδώ είναι θαμμένος ο άνθρωπος που βασάνισε και σταύρωσε το Χριστό η περιοχή ονομάζεται «στου Αφορεσμένου» και η θάλασσα όπως και οι αέρηδες δεν ησύχασαν  ποτέ από τότε.
Μέρα και νύχτα, χειμώνα και καλοκαίρι λυσσομανούν δαιμονισμένα  και   δεν υπάρχει ποτέ καλοκαιρία εδώ.
-«Και η άλλη ονομασία της περιοχής από πού προέκυψε; 
Από το εκκλησάκι του  Άγιου Ιωάννη που είναι κτισμένο εδώ;
-Όχι τούτο το εκκλησάκι είναι εντελώς καινούργιο. Δεν έχει καν θρονιαστεί ακόμη.
Την άλλη  της ονομασία, Άγιος Ιωάννης, η περιοχή την οφείλει στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη που υπήρχε πολύ παλιά εδώ.


Φαίνεται πως οι άνθρωποι προσπάθησαν να απομιάνουν  την περιοχή που είχε δεχτεί το σώμα του Καϊάφα, χτίζοντας  χαμηλά, κάτω στον όρμο, ένα μοναστήρι.
Σήμερα δεν υπάρχει πια. 
Βούλιαξε μέσα στην θάλασσα. Μερικοί  από εκείνους που βουτάνε εκεί λένε ότι μπορούν ακόμη και σήμερα να δουν μέσα στην θάλασσα τα θεμέλια του μοναστηριού.
Πρόσφατα κάποιος Βρουχιώτης έκτισε τούτο το εκκλησάκι για να μην είναι ο τόπος αυτός εδώ, ο  αφορεσμένος,  χωρίς την παρουσία του Αγίου.   
-«Μήπως θυμάσαι ποιοι ήταν από τον Βρουχά φαροφύλακες;
«-Ναι από το χωριό μας φαροφύλακας έκαμε ο Κωστονικόλης, ο Κωστογάννης, ο Μεσαριτάκης και ο Νιωτάκης. Αυτούς θυμούμαι εγώ.
Ήταν επίσης ένας Χανιώτης, ο Μπορνέζος και κάποιος Αντώνης από τη Σητεία. Οι δύο τελευταίοι είχαν έρθει εδώ με μετάθεση.
Γιατί οι φαροφύλακες ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, του ναυτικού, και έπαιρναν μεταθέσεις.
Διορίζονταν  από το κράτος για τέσσερα χρόνια αν θυμάμαι καλά. Έπαιρναν  βαθμούς του ναυτικού.
Μάλιστα ο Κωστογάννης, τον άκουσα να λεει ότι συνταξιοδοτήθηκε  με τον βαθμό του αντιπλοιάρχου. 
Οι φαροφύλακες έπαιρναν    και μισθό. Καλά λεφτά.
Ήταν οι μόνοι που μισθοδοτούνταν στην περιοχή από το κράτος την εποχή εκείνη και είχαν λεφτά στα χέρια τους, γι’ αυτό και ήταν περιζήτητοι πελάτες. Το μηνιάτικο των φαροφυλάκων, το εμπόριο με τους λεπρούς της Σπίνα-Λόγκα, τα λίγα περιβόλια, το ψάρεμα,  τα ζώα και τα μαστορέματα ήταν την εποχή εκείνη όλη η οικονομία του τόπου.
Η Μηλιά η γυναίκα  του Κωστονικόλα η οποία πήγαινε όταν ο άντρας της ήταν φαροφύλακας αρκετά συχνά στον φάρο και έμενε δυο ή τρεις μέρες για να ζυμώσει, έλεγε την περιοχή του φάρου Χρυσό Χαράκι, επειδή ακριβώς υπήρχε αυτή η πολύ καλή  μισθοδοσία.      
Εγώ τους θυμάμαι τους φαροφύλακες που ερχόταν συχνά πάνω στο χωριό, με τις στολές τους για να προμηθευτούν τρόφιμα, να ποιούν μια ρακή και να περάσει η ώρα τους.
Μετά τον υπόλοιπο καιρό έμεναν συνέχεια στο φάρο και άναβαν κάθε βράδυ τη σπίθα. 
Έμεναν τρεις ταυτόχρονα για να φροντίζουν τη φλόγα ολόκληρη τη νύχτα. Το φάρο τον έφτασα  και  δούλευε με πετρέλαιο. Έπρεπε λοιπόν συχνά  την νύχτα να «τρομπάρουν»  για να υπάρχει πολύς αέρας στην φιάλη που έστελνε το πετρέλαιο με πίεση  από την δεξαμενή  στην λάμπα.   
Καθένας είχε το δωμάτιο του.
Εκεί μπορούσαν να φέρουν και να φιλοξενήσουν ακόμη και μέλη της οικογένειας τους για κάποιο διάστημα καθώς ο φάρος είχε όλες τις ευκολίες. Είχε στέρνα για την αποθήκευση του νερού,  μέχρι και φούρνο.  
-Πότε έπαψαν να υπάρχουν   φαροφύλακες στο Φάρο;
-«Ο Φάρος σταμάτησε να έχει φαροφύλακες μόλις ήρθε η κατοχή. Θυμάμαι ακόμη  τους Γερμανούς εδώ. Αυτοί έκαμαν τα λαγούμια που υπάρχουν εδώ στο μετόχι. Φοβόταν μήπως κάποιο πλοίο έπιανε τον όρμο και έφερνε πολεμοφόδια για σαμποτάζ και γι’ αυτό φύλαγαν εδώ πάνω μέρα-νύχτα την περιοχή. Κάτω στο Φάρο είχαν εγκατασταθεί οι Ιταλοί. Μετά, αφότου έφυγαν, ο φάρος πέρασε και αυτός  στα χέρια των Γερμανών, που τον κράτησαν για έναν-ενάμιση χρόνο, μέχρι που και εκείνοι νικήθηκαν στον πόλεμο και έφυγαν».
-«Όμορφος ο τόπος εδώ», της λεω. «Όμορφος και γεμάτος παραδόσεις».
-«Όμορφος…» απαντά πικρογελώντας.
Προσπαθεί να μας αποτρέψει από το να κατέβουμε στον Φάρο. Όταν διαπιστώνει ότι είμαστε αμετάπειστοι   μας υποδεικνύει το σημείο από το οποίο ξεκινά το μονοπάτι, που κατεβαίνοντας τον μεγάλο γκρεμό οδηγεί στον όρμο και από ’κει κατ’ ευθεία  στο Φάρο.
-«Να προσέχετε, ο Αη-Γιάννης μαζί σας» λεει και με τα  δάχτυλά της  κάνει πίσω μας το σημείο του σταυρού στον αέρα.
Χωρίς να χάσουμε στιγμή την αποχαιρετούμε και ακολουθούμε  το ηλιοβόρο μονοπάτι. 
Είναι   στενό, καταπλακωμένο από  χώματα και   πέτρες, σκεπασμένο από την  ταριχευμένη σκόνη των μύθων,  θαμμένο μέσα σε μυριάδες αρωματικά μα και αγκαθωτά φρύγανα. 
Όταν  κάποιες στιγμές  το χάνουμε,  μέσα στις θύελλες των  ανέμων, από τα πόδια μας,  τότε  ριχνόμαστε ξαφνικά  με όλο το βάρος μας πάνω  σε αγκαθωτούς φράκτες. 
Πρέπει συνεχώς να μετρούμε τα βήματά μας, να περπατούμε με μεγάλη δυσκολία και κίνδυνο.   
Πάνω μας συνεχώς,  βράχια αρμονικά  επικρέμονται.
Σκουριάζουν έξω από το νερό βιγλίζοντας από παντού ολόκληρη την περιοχή. 
Σκίνοι και  ασπάλαθοι στρεβλώνουν παντού τα κλαδιά τους.   
Πετούμενα φωλιάζουν στον  λιγοδιάστατο ίσκιο τους. 


Στην έκλαμψη του τοπίου, πάνω σε ξέσαρκες πέτρες λιάζουν τη ράχη τους χρυσοπράσινες σαύρες. Ανάμεσα στις ραγισματιές του γραμμωτού τοπίου πλεονεκτούν τα  ανθοφόρα θυμάρια.
Ο μεγάλος γκρεμός   παραμονεύει συνεχώς  μπροστά μας.
Μοιάζει με άβατο που το παραβιάζουμε με την παρουσία μας.
Αισθάνεσαι σε κάθε σου βήμα να τον διαπερνά μια ανατριχίλα πως κάποιοι τον είδαν σε στιγμή που δεν έπρεπε. 
Στην αγκαλιά του μοιάζουμε όλο και περισσότερο με αταίριαστο και απροσδόκητο περιστατικό.
 Καθώς κατεβαίνουμε,  η ματιά μας  πλανιέται συνεχώς  ανεμπόδιστη και βυθίζεται στο πελαγίσιο χάος
Ο τόπος τούτος  έχει φως.
Φως  και άπλα.
Ακόμα και τα αντικρινά στειακά βουνά παρόλο το ύψος τους είναι και αυτά οριζοντιωμένα, μακρουλά και προχωρούν όχι κάθετα  προς τον ουρανό αλλά οριζόντια προς την ανατολή.
Βρισκόμαστε τώρα μπροστά σε ένα ύψωμα.
Στους πρόποδές του  κυριαρχεί, απορροφημένη στην ανύπαρκτη πια πραμάτεια της η παρουσία μιας πέτρινης στέρνας. Πολύτιμης κάποτε, χαρά του ήλιου σήμερα. Ονειροπολεί νερό, οπτασίες χωρίς ελπίδα. 
Στην κορυφή    δεσπόζουν τα ερείπια ενός παλιού κτίσματος.
Είναι αξεχώριστο, σφηνωμένο ανάμεσα στους βράχους, βράχος και αυτό. Βράχος που κατοικήθηκε κάποτε  από τη  νιότη του πανάρχαιου ήρωα.
Καμωμένο από τις ίδιες γκρίζες πέτρες του τοπίου, πελεκημένες και τοποθετημένες έτσι που να εκφράζουν  την ουσία της αυστηρότητας όλης τούτης της ερημιάς.
Ο άνεμος  εδώ φυσά πάντα  μανιασμένος,  σκορπά την άρμη της θάλασσας πάνω στο ύψωμα, πάνω στα ερείπια. 


Το τοπίο και η φαντασία θολώνει. 
Εδώ  στην ρημαγμένη ετούτη βίγλα,  κάθε σούρουπο, πνεύματα εκστατικά επιστρέφουν, τρυπούν το βάθος των αιώνων της ιστορίας   ανασταίνοντας όνειρα  αλλοτινών εποχών. 
Κατηφορίζοντας, το μονοπάτι γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Κάθε μας βήμα, μας  βυθίζει όλο και πιο  πολύ στην αγκαλιά της θάλασσας, στις μυστικές σπηλιές της ακρογιαλιάς, όπου παραμονεύουν κρυμμένα  τα νοητά θηρία της ερημιάς.   
Και όσο προχωρούμε τόσο  πυκνώνει γύρω μας κάτι το ακαθόριστο, που γεμίζει τον χώρο σαν την αόρατη παρουσία μιας τραχιάς δύναμης.
Οι φωνές μας  ακούγονται πια αρκετά αδύναμες, μαδούνε και χάνονται στην απεραντοσύνη. 
Οι αποσαθρωμένες  πέτρες θρυμματίζονται με το παραμικρό βάρος σε χαλίκια, σε διάτμητα τμήματα, που κατρακυλώντας ξεθάβουν απολιθωμένα όστρακα αποκαλύπτοντας  έτσι την  κοσμογονία των γεωλογικών φαινομένων  που μετάλλαξαν  κάποτε το τοπίο. 
Η μέρα είναι  διάφανη, ο ήλιος  σκληρός, κάθετος, μας ζαλίζει, μας ποδοπατεί πάνω στα ξερά ηλιοστάσια..
Αυτός ο τόπος έχει  φως.
Φως και άπλα...
Ακολουθούμε το  στενό μονοπάτι.
Πρέπει συνεχώς να μετρούμε τα βήματά μας, να περπατούμε με μεγάλη δυσκολία και κίνδυνο.
Νερό αλμυρό παντού.
Μας  διαπερνά και μας  μουσκεύει.
Μας  τυφλώνει τα μάτια και μας  αλατίζει τα χείλη.
Σκίνοι και ασπάλαθοι  στρεβλώνουν παντού τα κλαδιά τους,  πετούμενα φωλιάζουν στον λιγοδιάστατο ίσκιο τους.
Σε ξέσαρκες πέτρες φυτρώνουν ανθοφόρα θυμάρια. 
Πάνω μας βράχια αρμονικά επικρέμονται.
Σκουριάζουν έξω από το νερό βιγλίζοντας από παντού ολόκληρη την περιοχή.
Πλεούμενα περνούν απόμακρα το ακρωτήρι σφυρίζοντας.


 Και ξαφνικά δίχως να το περιμένεις, αθέατος, παράμερος ανέλπιδος  ξεπροβάλει ο Φάρος του Αγίου Ιωάννη, το Φανάρι του Αφορεσμένου.  
Τον συναντούμε εκεί ακριβώς που  πάντα σπιθίζουν οι αιχμές του ανέμου,  εκεί που το αέναο βάρος του ουρανού ταλαντεύεται πάνω στα τρομερά ρίγη της αιώνιας θάλασσας και στις  πέτρινες κυμάνσεις του ασάλευτου βράχου.
Αναπαύεται  στα μπαλκόνια της πέτρας. 
Παραδομένος σε μια ύφεση θάμβους κοιτάζει ακατάπαυστα το σκόπιμο  γαλάζιο το δικό του.
Το κορμί του,  σκληρό και  λαμπερό, επιβραδύνει συνεχώς την πτώση του, καταργώντας το νόμο της βαρύτητας.
Κτίσμα αγενές, τάμα των ανέμων, παραμονεύει  στα γαλάζια ηφαίστεια γαντζωμένος με ρίζες ορυκτές στην πέτρινη ουσία.
Ουράνια κάλλη και ένθεα ρίγη συνοδεύουν, ολημερίς,  την αιθερόπλαστη ζωή του. 
Ψηλά πάνω από τη θάλασσα τοποθετημένος, στο τελευταίο κατώφλι του πέτρινου πανικού χτισμένος, μετρημένος και οργανωμένος, επιφυλακτικός  και συνετός, τεντώνει σφικτά την  ψυχή του στους ουρανούς.
Και εμείς υποτασόμενοι αδέξια στις συγκινήσεις του πολιτισμού μας, αφήνουμε πίσω μετέωρες τις στιγμές για να γυρίσουμε στην ποιότητα των ελαχίστων...
Ωραίες αχτίνες ξεπροβάλουν,  κάθε  βράδυ, γύρω από την όψη του σε θάλασσα ταραγμένη από κακούς οιωνούς, δείχνει το δρόμο σε κάθε πλεούμενο που δίχως σκόλη τρέχει βιαστικό να φτάσει στην άλλη μεριά του ονειροφόρου θαλασσινού ορίζοντα. 
Ψηλά πάνω από τη θάλασσα τοποθετημένος, στο τελευταίο κατώφλι του πέτρινου πανικού χτισμένος, μετρημένος και οργανωμένος, επιφυλακτικός  και συνετός, τεντώνει σφικτά την ψυχή του στους ουρανούς.
Ανάμεσα στον τραχύ πετρότοπο, στον ζοφερό ουρανό  και στην  ταραγμένη θάλασσα, δεν ξέρει τι να κάμει: να πηδήξει ή να πετάξει;
Καθόμαστε στην σκιά του, κρατούμε την ανάσα μας και αφουγκραζόμαστε τις φωνές των  κυμάτων και των αέρηδων.
Νερό αλμυρό παντού μας  διαπερνά  και μας  μουσκεύει.
Μας  τυφλώνει τα μάτια, μας  αλατίζει τα χείλη.
Γλάροι, άλλοι κοπαδιαστά  και άλλοι  μοναχοί, χαίρονται τη λευτεριά των φτερών τους. 
Πλεούμενα περνούν απόμακρα το ακρωτήρι σφυρίζοντας.  Και είναι αυτό μια απόδοση μνήμης στα ναυαγισμένα καταστρώματα  της περιοχής, στους ναύτες που  υπέστησαν την αναπότρεπτη μοίρα.
Τώρα ξέρουμε επιτέλους κάτι από το φοβερό μυστικό της κλειδωμένης καρδιάς αυτού του φάρου…
Στο ήμαρ του γυρισμού  μας, ήρεμος και γεμάτος μεγαλείο,  μας κοιτάζει με το κεφάλι πάντα ορθό. 
Σαν γλάρος σωτηρίας αρχίζει καθώς πέφτει το βράδυ, να διαβάζει   τα σκοτάδια. 
Την ώρα που το χρυσοδαντελωμένο δείλι   μας τυλίγει, τη στιγμή που η  πέτρινη ύλη συνεχίζει να θρυμματίζεται  στο πέρασμα του ανέμου και της αλμύρας,  εκείνος τη φωτεινή του τη  θύρα  μας  ανοίγει. 
Δύο λευκές αναλαμπές, 12 δευτερόλεπτα σκοτάδι , ύστερα πάλι δύο λευκές αναλαμπές. Και εμείς υποτασόμενοι αδέξια στις συγκινήσεις του πολιτισμού μας, αφήνουμε μετέωρες τις στιγμές για να γυρίσουμε στην ποιότητα των ελαχίστων. 
Τώρα πρέπει να ξαναγίνουμε άνθρωποι καθημερινοί , να ντυθούμε και πάλι τις έννοιες μας και τις συμβάσεις μας. Πρέπει να κομματιαστούμε και πάλι  μέσα στους πολύμορφους εαυτούς μας, στους εαυτούς μας της κάθε στιγμής.  


Ο Φάρος του Αγίου Ιωάννη


Ο Φάρος του Αγίου Ιωάννη ή του Αφορεσμένου χτίστηκε  το 1864   από τη γαλλική εταιρία Administration Generale des Phares de l’ Empire Ottoman στα πλαίσια  μιας σχετικής σύμβασης ανάμεσα στην εταιρία αυτή και την Οθωμανική Κυβέρνηση.


Με τη συμφωνία αυτή παραχωρήθηκε στη Γαλλική εταιρία το δικαίωμα να χτίζει και να εκμεταλλεύεται  φάρους.
Αρχικά η ισχύς της  συμφωνίας προβλεπόταν να τερματιστεί το 1883.
Όμως με διάφορες δικαιολογίες η ισχύς της παρατάθηκε αρκετές φορές. 
Ακόμα και μετά την απελευθέρωση η συμφωνία αυτή παρεμπόδιζε την ανάληψη της διοίκησης των φάρων, που βρισκόταν σε ελληνικό έδαφος, από το Ελληνικό Δημόσιο. 
Το ζήτημα παραπέμφθηκε να ρυθμιστεί στην οικονομική συνδιάσκεψη των Παρισίων, το 1913.
Όμως μόνο το 1914, η διαπίστωση μιας κατασκοπευτικής ενέργειας ενός  τουρκαλβανού φαροφύλακα σε βάρος των κινήσεων του αγγλογαλικού στόλου έδωσε τη δυνατότητα στην ελληνική κυβέρνηση να ανακοινώσει μονομερώς την απόφασή της να αναλάβει άμεσα τη διοίκηση  των φάρων.  Έτσι το 1915 οι φάροι των Νέων Χωρών  παραλήφθηκαν  από το ελληνικό δημόσιο. Συνολικά 35 φάροι  παραλήφθηκαν    το διάστημα από 11 Μαρτίου μέχρι 16 Μαίου 1915.
Ο φάρος του Αγίου Ιωάννη θα περάσει όμως στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου αρκετά χρόνια αργότερα, το 1921. Κατά τη διάρκεια της κατοχής του αφαιρέθηκαν τα φωτιστικά μηχανήματα και χρησιμοποιήθηκε ως παρατηρητήριο. 
Επαναλειτούργησε το 1951 στα πλαίσια της ανασυγκρότησης του Φαρικού Δικτύου.
Από το  1864  μέχρι και το 1940 λειτουργούσε με πηγή ενέργειας το πετρέλαιο, με χαρακτηριστικό ζεύγος δυο λευκών αναλαμπών ανά 12,8 δλ. και με φωτοβολία 20 ν.μ.
Από το 1951 μέχρι το 1999 επαναλειτουργούσε  με  αυτόματο πυρσό ασετιλίνης, με χαρακτηριστικό δύο λευκές αναλαμπές ανά 18 δλ. και με φωτοβολία 11 ν.μ. 
Από το 1999 λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια, με χαρακτηριστικό δύο λευκές αναλαμπές ανά 12, 8 δλ. και με φωτοβολία  11ν.μ.
Ο πύργος του είναι κυκλικός ύψους 9 μέτρων και συνοδεύεται από οίκημα για τους φαροφύλακες.
Βρίσκεται σε στίγμα  35 20,5 γεωγραφικό πλάτος και 25 46,4 γεωγραφικό μήκος στη βορειοδυτική άκρη του κόλπου του Μεραμπέλου και σε εστιακό ύψος 49 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. 
Χαρακτηριστική  για τις συνθήκες ναυσιπλοίας στην περιοχή αλλά και επεξηγηματική για τη  δεύτερη ονομασία της (Αφορεσμένος), είναι η Ναυτιλιακή Οδηγία που εκδόθηκε το  1890 και  ανέφερε ότι «τα ιστιοφόρα πρέπει να προσέχουν πολύ τα ρεύματα όταν καταληφθώσιν υπό γαλήνης πλησίον του ακρωτηρίου, διότι ο ρους των είναι αρκετά ταχύς. Πολλά ατυ–χήματα τοιαύτα συμβαίνουν εκεί, διό και η δευτέρα των ονομασιών του ακρωτηρίου».
Αναφορικά με την ύπαρξη στην περιοχή του ακρωτηρίου μονής ή εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη πιθανότατα τον Πρόδρομο, εκτός από τη λαϊκή παράδοση  ως ιδιαίτερα σημαντικό θεωρείται και  το γεγονός ότι   στο χάρτη του  Λατίνου μοναχού και περιηγητή  του 14ου αιώνα Buondelmonti  επισημαίνεται με το  σχετικό τετράγωνο, δηλωτικό της παρουσίας κτισμάτων θρησκευτικού ενδιαφέροντος, η ύπαρξη στο σημείο αυτό  μονής ή πιθανότατα ναού. 
Στον χάρτη αυτό  η μία πλευρά του τετραγώνου φαίνεται να  εφάπτεται με την θάλασσα.
Ωστόσο υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα ερείπια της μονής ή του ναού διασώζονταν σε απόσταση περίπου 500 μέτρων από τη θάλασσα πάνω σε απόκρημνο λόφο που όντως υπάρχει στην περιοχή, περίπου  δηλαδή στο σημείο όπου  πρόσφατα κτίστηκε το σύγχρονο εκκλησάκι. 
Επίσης σε παλαιό  χάρτη του Βρετανικού Μουσείου, στον οποίο το ακρωτήριο του Αγίου Ιωάννη ονομάζεται Ακρωτήριο Σπιναλόνδης,  υπάρχει δήλωση της ύπαρξης μοναστηριού  στα γύρω υψώματα   και σε  μικρή απόσταση από  τη θάλασσα.

(Πηγή ιστορικών στοιχείων: Υπηρεσία Φάρων-Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, περιοδικό «Μύσων»)


                                                                                               

Σημείωση

Θυμήθηκα το κείμενο αυτό με αφορμή την ανάρτηση " Ταξιδεύουμε Αδελφέ μου με σβηστούς τους φάρους. Ολομόναχοι..."

Είναι ένα κείμενο που μου το είχε εμπιστευτεί, πριν από πολλά χρόνια(2001), για να το δημοσιεύσω στο περιοδικό ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ, ο φίλος και συμμαθητής, ο εκπαιδευτικός Γ. Μαμάκης.
Εκτιμώ ότι είναι ένα έξοχο κείμενο, από αυτά τα κείμενα που δεν συναντάς εύκολα πια...
Ένα κείμενο, όπως και κάποια άλλα κείμενα, τότε,  που δεν θέλησα να τα εντάξω στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού, αφού εκτίμησα ότι το ύφος τους δεν ήταν σε αρμονία με το περιεχόμενο του.
Στο τελευταίο τεύχος του ήταν μόνο ο απολογισμός της θητείας της τότε Νομαρχιακής Αρχής.
Δεν ήθελα να στριμωχθεί αυτό το διαμάντι ανάμεσα σε έργα και πεζές πολιτικές αποτιμήσεις, αν και το είχα σελιδοποιήσει τότε... 
Κράτησα όμως ως εικόνα τον φάρο και τον έκανα εξώφυλλο. Και αυτό είχε μια ισχυρή συμβολική αξία, τότε..
Ήλπιζα ότι θα δινότανε η δυνατότητα δημοσίευσης, λίγο αργότερα, σε ένα άλλο επίπεδο, αλλά δεν δικαιώθηκε αυτή η ελπίδα.
Θεωρώ ότι με αυτή την ανάρτηση αποκαθιστώ έστω και με αυτό τον ελάχιστο τρόπο τα πράγματα, σήμερα.
Βέβαια αυτό το κείμενο, δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα σε ένα άλλο περιοδικό, αλλά όπως είπα και παραπάνω είναι γραφή που δεν συναντάς εύκολα, γιατί απλά είναι εξαιρετική και ως εκ τούτου μπήκα στον πειρασμό να δημοσιευθεί στο Ιστολόγιό μου...

Ν.Ι. Βλάχος



Πρώτη δημοσίευση Δεκέμβριος 2010

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Eντυπωσιακό κείμενο με θεαματικές φωτογραφίες.
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Νομίζω, πως οτι και αν σου γράψω, θα κακοποιησω αυτό που διάβασα και με συγκλόνισε.
Μου έχει πάρει τις σκέψεις ο αέρας του αφορεσμένου και μου τις στοβιλιζει.
Μ΄αρέσει αυτή η ζάλη δε λέω,...
Θα κλείσω με το υπέροχο τέλος:
"Τώρα, πρέπει να ξαναγίνουμε ανθρωποι καθημερινοί,
να ντυθούμε πάλι τις έννοιες μας και τις συμβάσεις μας.
Πρέπει να κομματιαστούμε και πάλι μέσα στους πολύμορφους εαυτούς μας,
στούς εαυτούς της κάθε στιγμής".
***********************************
Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε χτυπάνε, οι φάροι όμως, σαν τον δικό μας, του "αφορεσμένου", αντέχουν.
Α.Α
Ο χρήστης ΚΟΙΝΟΝ ΒΡΑΧΑΣΙΟΥ είπε…
Μένουν όρθιοι, μέχρι να πέσουν...
Ο χρήστης Πειραχτήρι είπε…
@ Κοινόν Βραχασίου

Δυστυχώς ο φάρος δεν φωτίζει πια από το πύργο του.

Εδώ κι ένα χρόνο ο φωτιστικός μηχανισμός έχει μεταφερθεί σ' ένα διπλανό βράχο κι ο πύργος έχει μείνει ξεσκέπαστος. Διανοίχτηκε ένας δρόμος από το αιολικό πάρκο μέχρι το φάρο, προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση αυτοκινήτων για τη στερέωσή του και την επισκευή του, αλλά όλα έμειναν στον αέρα εξ αιτίας τις κρίσης.

Φοβάμαι πως το κτίριο και ο πύργος δεν θ' αντέξουν πολλούς χειμώνες ακόμα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

Στο Σίσι μια από τις μεγαλύτερες ανασκαφές στην Ελλάδα!

Εξαφανίστηκε και αναζητείται 60χρονος άνδρας

Ο πολύχρωμος γάμος στο Σίσι κόστισε 1 εκατ. δολάρια

Οι τέσσερις ναυαγοί σφουγγαράδες από την Κάλυμνο στο Σίσι

Υπογράφουμε για να τρέξει ξανά η Απάνω Βρύση στο Βραχάσι

Πρόταση βόμβα! Αεροδρόμιο στο Σίσι!

Οι μαθητές που πήγαιναν με τα πόδια στο Γυμνάσιο Νεάπολης το 1965!

Ιωάννης Τζιρβελάκης: "Με αφορά γιατί έχω συνείδηση"! (Uptaded)

Έδωσε το όνομά του στο νησί της Αγίας Βαρβάρας!!! Τέτοιο θράσος!! Από που το αντλεί;