Στον Άη Γιώργη στο Σελλινάρι με τα μάτια του πεζογράφου Μανόλη Γιαλουράκη από τη Βουλισμένη...


"Το αυτοκίνητο είχε αφήσει τα Μάλια, μείνανε πίσω και δύο ξεμοναχιασμένοι ανεμόμυλοι.
Χώθηκε κάποτες στα βουνά κι άρχισε να τα σκαρφαλώνει, το κοκκινόχωμα το σημαδεύανε χαρουπιές, φυτρώνανε κι άγριοι θάμνοι. Μερικές μυγδαλιές ορθώνανε τη λυγερή παρουσία τους, στο βάθος η θάλασσα έσμιγε τον ουρανό, κάπου ξεχώριζε ο δρόμος που πήγαινε στο λιμανάκι του Σίσι. Το λιμανάκι δεν τό 'βλεπες το μάντευες αντικρύζοντας στο βάθος τη θάλασσα και μια λουρίδα γης που χάραζε τον κατά κει δρόμο. Αριά και που, χαμένο κι ολομόναχο ασπρίζει κάποιο ξωκκλήσι, παραιτημένο στη μοίρα του. Η γη έχει σκάσει διψασμένη, πουθενά δεν άκουσα κελάρυσμα νερού, το χώμα έχει σβολιάσει. Ψηλά, πέρα, οι ελιές ριζώσανε στις πλαγιές, καταπράσινες πηχτές βούλες μιας αόρατης σπάτουλας σ' ένα καμβά κοκκινόγκριζο. Μια γυναίκα οδεύει καταμόναχη, σηκώνει στη ράχη μιαν αγκαλιά κλαδιά ξερά, αναρωτιέμαι αν τη σκεβρώσανε τα χρόνια για το βάρος. 
  
Λίγα γιδοπρόβατα βόσκουνε πιο κει, ένα παιδί τα προσέχει καθισμένο σ' ένα κοτρώνι. Το παιδί φαίνεται να κοιτάζει κατά τα βουνά, ποιμενικές νοσταλγίες χειμαδιών το βασανίζουν. Το τσοπανόσκυλο γαβγίζει στο πέρασμά μας, τρέχει ξοπίσω και μας ξεπροβοδίζει ως το στρίψιμο. Περνούμε τώρα ένα «τούνελ» ανοιγμένο στο βουνό, σε λίγο θά 'μαστε κιόλας στην άλλη μεριά. Παλιότερα τ' αυτοκίνητο σκαρφάλωνε αγκομαχώντας, ο δρόμος ήταν όλο στροφές, χανόταν για να περάσεις πολύς χρόνος. Στη μέση της διαδρομής τ' αυτοκίνητο σταματούσε στο μοναστήρι, στο Σεληνάρι, εκεί που δόθηκε η μεγάλη μάχη και οι χριστιανοί αφανίσανε την Τουρκιά.
Στα χρόνια κείνα, πριν ανοίξουν το πέρασμα, όταν τ' αυτοκίνητα σταματούσαν στο μοναστήρι κι όλοι κατέβαιναν ν' ανάψουν κερί, θυμάμαι πως ένας μεσόκοπος που καθόταν κοντά μου μού είπε: «Εγώ δεν το κουνώ, εγώ θα καθίσω να φάω καρπούζι. Κόπιασε». Οι γυναίκες τον κοιτάξανε με κάποιο φόβο, η μια κοίταξε την άλλη και κάτι ψιθύρισαν. Κατέβηκαν οι γυναίκες και σταυροκοπήθηκαν πάλι, κατέβηκαν κι άλλοι δυό, αρσενικοί. Οι άλλοι μείνανε να φάνε καρπούζι, ένα καρπούζι ζουμερό μαλιώτικο.
- Δεν είσαι για καρπούζι; ρωτά ο μεσόκοπος. "Αντε και συ να βοηθήσεις τους παπάδες"! ...
Γελάσαν οι άλλοι, γέλασα κι εγώ, δεν είχα διάθεση να τους εξηγώ και να συζητάω. Ήθελα να δω, να ζήσω από κοντά το θρύλο, τον άη Γιώργη το Σεληνάρη, που φυλάει τα περάσματα, κείνον που προστατεύει από τους γκρεμούς, τον άη Γιώργη που θαύματα κάνει.
Ο άη Γιώργης με περίμενε κατάλευκη εκκλησιά, είχε κι ένα κουτί που πρόσμενε τον «οβολόν» μου.
Ο άγιος σιωπηλός, αδιαφορούσε για όλ' αυτά, χρόνια τώρα προσπαθούσε να σκοτώσει το τέρας.
Βγήκα και κάθισα σ' ένα πεζούλι, ένας σπούσε με μια πέτρα αμύγδαλα και μού 'δωσε, «δεν είμ' από δω», μου λέει σε λίγο. «Πρόσφυγας ήρθα' τώρα πια ρίζωσα. Έχω και λίγη γη στον Καρτερό. Έξω απ' το Ηράκλειο».
- Μικρασιάτης;
- Μικρασιάτης. Αφήσαμε τα χώματα κείνα, τ' αφήσαμε όλα.
Ήρθαμε νε γυοεψουμε καινούρια πατρίδα. Μ' αρέσει που μου δώσανε λίγη γη στον Καρτερό.
- Εύφορος τόπος.
- Δεν είναι γι' αυτό. Μου μιλά για κείνα π' αφήσαμε. Ο στρατηγός Καρτερός ήταν απ' το Βυζάντιο. Ήρθε στην Κρήτη να πολεμήσει τους Αραπάδες.
Δεν μεταμίλησα. Οι άνθρωποι πιάνουνται από παντού για να ξαναζήσουνε τ' όνειρο, στα μάτια του αντιφέγγιζε η για πάντα χαμένη πατρίδα. Στην ώρα χτύπησε κι η σειρήνα τ' αυτοκινήτου. Ήταν η ώρα να φύγουμε.
Τζάμπα καρπούζι, είπ' ο μεσόκοπος κι εσύ έδωσες τη δραχμή σου ν' αγιάσεις.
- Ήμαρτον, Θέ μου, αναστέναξε μια γυναίκα. Ήμαρτον και μην τον ακούς.
Ο γκρεμός κάτω έχασκε πάντοτε, ο άη Γιώργης ο Σεληνάρης, δε θύμωνε, πιστεύανε, δεν πιστεύανε, τους περνούσε.
Μπήκαμε τώρα στον κάμπο. Ο κάμπος έφτανε ως τα βουνά που κλείνανε τον ορίζοντα, δεξιά βουνά, αριστερά βουνά, βουνά στο βάθος. Αναμεσά τους η γη κυλιότανε σ' ενα χαλί καταπράσινο, ναρκωμένη στη μεσημεριάτικη ζέστη. Οι ελιές σμίγανε τ' αμπελοκλήματα, οι τόνοι του πράσινου συνθέτανε απϊθανους χρωματικούς συνδυασμούς σ' ένα πίνακα που τον πλαισίωναν βουνά, άλλα σπανά κι αφιλόξενα, ο Σταυρός γυμνός απ' την κορφή ως τη μέση, η Καβαλαρά καταπράσινη να ξεχωρίζουν ε μόνο στην κορφή οι μαδάρες. Στο βάθος ο πίνακας είχε τόνους διάφορους. Κόκκινα κι άσπρα ξεχωρίζανε τα σπίτια της, καταμεσής στον κάμπο λιαζότανε η Νεάπολη και να ξεχωρίζει η εκκλησιά με βαμμένους τρούλους.
- Είναι για τη Λατσίδα κανείς; Είναι για τη Βουλισμένη;
Κανείς; Τότε τραβάμε ίσια για τη Νεάπολη.
Κατεβήκαμε για καλά' είμαστε πια στον κάμπο του Μεραμπέλλου. Τα πρώτα σπίτια φανήκανε, ο δρόμος στη ζέστη του μεσημεριού ήταν έρημος. Η μεγάλη πλατεία λαγοκοιμότανε νανουρισμένη απ' τα τζιτζίκια.
Κατέβηκα και κοίταζα σα χαμένος. Διψούσα, Ήμουνα μόνος όθε ξεκίνησα. Οι ρίζες με τραβούσανε σε τούτα τα χώματα. Τα χώματά μου. "

(*) ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ (1921-1987). 


Ο Μανώλης Γιαλουράκης καταγόταν από τη Βουλισμένη του Μεραμπέλλου της Κρήτης και γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου έζησε ως τα σαραντατέσσερά του χρόνια. Από την Αλεξάνδρεια πραγματοποίησε και την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα, μαθητής ακόμη, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο μαθητικό περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα (Αθηνών) και Δρήρος (Κρήτης). Την ίδια περίοδο εξέδωσε και ένα μαθητικό περιοδικό με τίτλο Μαθητικός Κάλαμος. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, ως καλλιτεχνικός υπεύθυνος και ιδρυτής της φιλολογικής σελίδας στην εφημερίδα της Αιγύπτου Ταχυδρόμος. Υπήρξε μέλος και αντιπρόεδρος (1965) της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Ταξίδεψε ανά τον κόσμο και το 1950 εξέδωσε τον πρώτο του τόμο ταξιδιωτικών εντυπώσεων, από την Άνω Αίγυπτο. Ακολούθησαν πολλά βιβλία ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, κριτικές μελέτες -με πρώτη εκείνη για το έργο του Πέτρου Μάγνη το 1957- και, μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα (1965), συμμετοχή στη σύνταξη και επιμέλεια εκδόσεων λογοτεχνικών και εγκυκλοπαιδικών έργων, όπως η παιδική εγκυκλοπαίδεια Για σας παιδιά και το Ορθογραφικό ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας και μεταφράσεις γαλλικών, αγγλικών και ιταλικών λογοτεχνικών έργων. Το πρώτο του μυθιστόρημα είχε τίτλο Η μεγάλη απόφαση και τυπώθηκε το 1966 στην Αθήνα. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας (1960 για το έργο του Κρήτη), και το κρατικό βραβείο δοκιμίου (1975 για το Καβάφης: από τον Πρίαπο στο Μαρξ). Πέθανε στην Αθήνα. Το λογοτεχνικό έργο του Μανώλη Γιαλουράκη αποτελείται από τέσσερα μυθιστορήματα, όπου παρατηρείται έντονη παρουσία της τάσης της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας για κριτική αντιμετώπιση της ελληνικής κοινωνίας της περιόδου από τη μετεμφυλιακή περίοδο ως τη μεταπολίτευση του 1974, στα πλαίσια της ρεαλιστικής γραφής και του δοκιμιακού ύφους και με σαφή αριστερό προσανατολισμό. Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αφηγηματική διάσταση των ταξιδιωτικών κειμένων του -μέσω κυρίως της συναισθηματικής συμμετοχής του σε περιπτώσεις τόπων συνδεδεμένων με προσωπικά του βιώματα-, είδος στο οποίο ο Γιαλουράκης αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής του δραστηριότητας. 1. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα λήμματα Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μανώλης Γιαλουράκης», Η μεταπολεμική πεζογραφία · Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67Γ΄, σ.86-94. Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Χατζηφώτης Ι.Μ., «Γιαλουράκης Μανώλης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και χ.σ., «Γιαλουράκης Μανώλης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985.



MERABELLO LIBRO D' ORO

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

"Ζωή, θάνατος και προσευχή στον Αναύλοχο" το θέμα της Dr.Gaignerot - Driessen στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών!

Τα σπίτια που φτιάχνονται στο Βραχάσι

Το ερασιτεχνικό ψάρεμα τα παλιά χρόνια

Γειτόνεμα στην Καραπιδιά!

Ο Βραχασώτης ποιητής Μπαμπασομανώλης για τον αποκλεισμό του Νομού μας από τις Πανεπιστημιακές Σχολές!!!

Tα κατορθώματα της Ανεζίνας (Μπαξανεζίνα )

Ο Dr. Jan Driessen θα παρουσιάσει στην Αθήνα στις 20/11 το θέμα "Το κτίριο με την κεντρική αυλή στο Μινωικό Σίσι - Νέες Ανασκαφές"

Το NATURA 2000 για το Σελλινάρι

Η αποικία, ο μόλος και οι δημόσιες σχέσεις...