Ευάγγελος Εμμαν. Διαλυνάς, ο Ερημίτης, ο Κοσμοκαλόγερος, που έζησε μονοτρόπως κι αγίασε μέσα στον κόσμο


Η γειτονιά του Βαγγέλη Διαλυνά. Απέναντι από το
Φούρνο της Ανδρονίκης Μεθυμάκη και πάνω από το μαγαζί του Εμμ. Στιβακτάκη. Ή όπως αλλιώς σημειώνει ο Παπά Βαγγέλης: "Το ασκηταριό του το  ΄χε στη μέση του χωριού, στο πατρικό του σπίτι, πού βρισκότανε στη μικρή πλατεία, στο τσαρσί, πάνω οπό το καφενεδάκι, πού χρόνια είχε νοικιασμένο, το αγαπούσε και το διαχειριζότανε σαν δικό του, ένας άλλος καλοκάγαθος χωριανός μας, ὁ και θείος μου, εκ πατρός, Νικόλαος Στυλ. Παπαδάκης (ἤ Νικάκι).  Κι ενώ από αυτό το πολυσύχναστο καφενείο του Παπαδάκη περνούσαν όλοι οι χωριανοί, το σπίτι του Βαγγέλη, στον πρώτο όροφο με την κληματοσκέπαστη ταράτσα,  ήταν απρόσιτο."

Του
π΄΄ Ευάγγελου Παχυγιαννάκη
     
Ευάγγελος Εμμαν. Διαλυνάς. Το τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Διαλυνά και της Μαρίας Αναστ. Φθενού (Χατζοπούλας).  Γεννήθηκε στο Βραχάσι στις 17 Ιανουαρίου 1911. 
Είναι ὁ Ερημίτης, ὁ Κοσμοκαλόγερος, πού έζησε μονοτρόπως κι αγίασε μέσα στον κόσμο, περιφρονώντας όλες τις χαρές του και γευόμενος όλες τις χάρες του ουρανού, ασκούμενος στις κατά Θεόν αρετές, σιωπηλά και αθόρυβα, άδολος σαν τα άκακα νήπια, λιτοδίαιτος σαν τα σπουργίτια και με μοναδικό στολίδι στην καρδιά του την αγάπη για όλα τα πλάσματα του κόσμου.
Οι άνθρωποι τον θεωρούσαν μονόχνοτο, απόκοσμο και ιδιόρρυθμο άνθρωπο, όπως δηλαδή γίνεται πάντα με τούς ανθρώπους, όταν κανείς δεν τούς μοιάζει. Όταν δεν ταιριάζει μ’ εκείνους, πού βαδίζουν τον δικό τους δρόμο και δεν συμφωνάνε με τα γούστα των πολλών, γι’ αυτό κι οι πολλοί, οι τάχατες ξύπνοι, τούς περνάνε για παλαβούς. 
Εμείς, εγώ δηλαδή και ὁ Τίτος, ο γιός του καθηγητή Αριστείδη Βουρλάκη, τσούμαροι τότε, τον λέγαμε: «ὁ Χριστός με το Ιταλικό στυλ», γιατί χτένιζε τα μαλλιά του με μια χωρίστρα στη μέση της κεφαλής κι όπως ήταν λιπόσαρκος και μελαγχολικός νόμιζες πώς είχε ξεπεταχτεί σαν  κάποια προσωπογραφία από  έργα θρησκευτικής ζωγραφικής της Ιταλικής αναγέννησης.  
Το ασκηταριό του το  ΄χε στη μέση του χωριού, στο πατρικό του σπίτι, πού βρισκότανε στη μικρή πλατεία, στο τσαρσί, πάνω οπό το καφενεδάκι, πού χρόνια είχε νοικιασμένο, το αγαπούσε και το διαχειριζότανε σαν δικό του, ένας άλλος καλοκάγαθος χωριανός μας, ὁ και θείος μου, εκ πατρός, Νικόλαος Στυλ. Παπαδάκης (ἤ Νικάκι).  Κι ενώ από αυτό το πολυσύχναστο καφενείο του Παπαδάκη περνούσαν όλοι οι χωριανοί, το σπίτι του Βαγγέλη, στον πρώτο όροφο με την κληματοσκέπαστη ταράτσα,  ήταν απρόσιτο.
Μερικά χρόνια αργότερα, όταν γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι, πέρασα, με ανάμικτα τα συναισθήματα φόβου και σεβασμού αυτό το άβατο. Μπήκα σ’ ένα σπίτι πού δεν περιγράφεται ἡ ακαταστασία και ἡ τσαπατσουλιά. Εφημερίδες και αποκόμματα οπό έντυπα και περιοδικά, βιβλία άτακτα ριγμένα – στοιβαγμένα εδώ και κει, σκονισμένα, και χειρόγραφα με αναρίθμητες διορθώσεις. Μετά οπό κάμποσα χρόνια αντίκρισα την ιδία εικόνα σ’ ένα κελί ενός Ασκητή στο Άγιον Όρος. Κι ενώ, με την πρώτη ματιά πήγαινε να δημιουργηθεί μέσα σου ένα αρνητικό συναίσθημα, σιγά – σιγά συμφιλιωνόσουνα με όλα τα πράγματα κι όλος αυτός ὁ χώρος ὁ ασυνάρτητος και ασύνταχτος μεταμορφωνόταν σε μια αλλόκοτη ομορφιά και απόπνεε μια ξεχωριστή απρόσμενη ευωδία. 
Όσο περνούσαν τα χρόνια δέσαμε μια πραγματική φιλία. Στην πρώτη μας γνωριμία συντέλεσε και ὁ πατέρας μου, με τον οποίο έκαναν οι δύο τους κατανυκτικές βραδιές, ΄΄παννυχίδες΄΄ όπως έλεγε ὁ Βαγγέλης, με αρκετά στοιχεία πού θύμιζαν Παπαδιαμάντη. Ένα καραφάκι ούζο, μια πατατούλα τηγανητή, δύο ελίτσες, ένα κομματάκι αλατισμένο φρύο (κι όχι όλα μαζί, αλλά ανάλογα με την εποχή), μια καλή κουβέντα κι όλα αυτά τα απλά πράγματα μας φέρνουνε σε κατάνυξη και μας κερνούνε μια πνευματική χαρά, που δεν μπορεί κανείς να μας τη δώσει  ούτε να μας την κλέψει, μου έλεγε ο θυμόσοφος της παρέας.
Η φιλία μας κατέληξε σε «Χειραψία» διαρκείας, όταν το ομώνυμο Ενοριακό περιοδικό, πού εξέδιδα τότε,  φιλοξενούσε δικά του διηγήματα. Από την εποχή εκείνη και την μεταξύ μας αλληλογραφία, θα μεταφέρω μερικές αράδες, πού αποκαλύπτουν την λεπτότητα και την ομορφιά της ψυχής αυτού του κατά τα άλλα, κοσμικά κριτήρια, ασήμαντου, μοναχικού και ιδιόρρυθμου ανθρώπου.
Ὁ Βαγγέλης ήταν ένας πονεμένος άνθρωπος, πού αξιοποίησε τον πόνο και τον έκαμε φίλο και δάσκαλο. Είχε γνωριστεί και διατηρούσε αλληλογραφία με τον λογοτέχνη Δημήτρη Λιάκο, τον Άγγελο Τερζάκη, τον Σπύρο Μελᾶ, πού εξέδιδε το περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, στο οποίο δημοσίευσε αρκετά οπό τα διηγήματά του. Τα περισσότερα από αυτά τα διηγήματα ήταν στολισμένα με σχέδια του γνωστού Μίνου Αργυράκη. Διηγήματα, επίσης, έχει δημοσιεύσει στην ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ, πού εξέδιδε ὁ Κατσανεβάκης, στο περιοδικό ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ του πρώην Μητροπολίτη Κισσάμου και Σελίνου Εἰρηναίου και στη δική μας ΧΕΙΡΑΨΙΑ.
Όλα τα διηγήματα του Διαλυνᾶ διακρίνονται για την απλότητα του ύφους, τον άκρατο συναισθηματισμό, την καθαρότητα των νοημάτων, τη βαθιά προσήλωσή του στις τοπικές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα του Βραχασώτικου λαού. Χρησιμοποιεί την ντοπιολαλιά, με λέξεις της καθημερινής ζωής, γι’ αυτό και πάντα στα κείμενά του ακολουθούσε το Κρητικό γλωσσάρι (ερμηνεία  λέξεων, πού έπαψαν πια να είναι σε χρήση).
Επίσης, χρησιμοποιεί ονόματα χωριανών και επίθετα, άλλα πού υπάρχουν ακόμη και άλλα πού διατηρούνται ακόμη έστω και παραφθαρμένα ἤ παραλλαγμένα, καθώς και αρκετά τοπωνύμια. Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ερεύνης και ετυμολογικών προσδιορισμών, όπως, επίσης, αναφέρει και ορισμένα ιστορικά γεγονότα, τα οποία διατηρεί μέσω των θρύλων πού περιγράφει.
Σε ένα από τα γράμματά του μου γράφει: «Ευχαριστώ το Θεό για τη δοκιμασία μου. Πού μου είχε καλύψει τον οφθαλμό με φοβερό καταρράκτη. Ήταν για το καλό μου. Εκεί πού βλέπω τώρα από την ταράτσα της γραφής και της μελέτης, πού τώρα σου γράφω, το γαλάζιο τ’ ουρανού, τα ψηλά βουνά, το πλήθος των ανθισμένων αμυγδαλιών, κοντά και μακριά, ως και τα κυπαρίσσια πέρα – πέρα ‘κει τ’ Άι-Γιώργη του Βραχασώτη, μ’ έχει κυριεύσει θάμβος. Θαρρώ πώς πρώτη φορά ήρθα στον κόσμο κι επαναλαμβάνω: 
‘’Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε,
πάντα εν σοφίᾳ εποίησας!΄΄
"Στο νοσοκομείο θυμήθηκα", γράφει, «τα λεγόμενα του ΄΄καμπανα-ριώτη θρύλου τ’  Άι-Γιώργη του Βραχασώτη. – Ο πλιά σοφός δάσκαλος είν’  ὁ πόνος. Κόβει την έπαρση και καταλαβαίνει ο άνθρωπος, ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη συμπαράσταση του άλλου ανθρώπου. Όλοι οι νοσηλευόμενοι αλληλοαγαπιόμασταν – σάμπως ξενιτεμένοι αδελφοί και ξανανταμώναμε ύστερα από χρόνια. Αιτία ὁ πόνος.
»Δε θα λησμονήσω ποτέ τούς φίλους και τις φίλες στις μέρες αυτές της δοκιμασίας. Να, έλεγα, πού έχω κι εγώ αδελφούς και αδελφές και δεν είμαι μόνος κι έρημος…»
Την Πρωτομαγιά του 1979 μου γράφει: «Πήρα την Πασχαλινή σου ΄΄Χειραψία΄΄, δέξου και τη δική μου, με τον πασχαλινό χαιρετισμό:
      -     Χριστός Ανέστη, παπά-Βαγγέλη,
      -     Αληθώς Ανέστη ὁ Κύριος!
         Έτσι σα στα  καλά χριστιανικά χρόνια, πού οι άνθρωποι δεν είχαν καταντήσει άθλιοι δούλοι της αφέντρας δράκαινας μηχανής. Ζούσαν, ανέπνεαν μες την απλότητα της θείας δημιουργίας. Στους δρόμους του χωριού, στις βρύσες, το βράδυ στις αποσπερίδες, στα πεζούλια της γειτονιάς. Έξω στα βουκολικά τους συναπαντήματα – ίσαμε της Αγίας Τριάδας ένα και μόνο χαιρετισμό είχαν. Τον ίδιο, πού κι οι Άγγελοι, στ’ αγγελικά τους συναπαντήματα στα πλάτη και τα ύψη των ουρανών:
            - Χριστός Ανέστη,
            -  Αληθώς Ανέστη, ὁ Κύριος! 
….Μα ας είναι, αύριο πάλι, στην ταράτσα της γραφής και της μελέτης, κάτω από την κληματαριά και πλάι στο ολάνθιστο μυροβόλο αγιόκλημα. Γιατί πέρα ὁ ήλιος βασιλεύει. Έτσι θα μου είσαι και αύριο πνευματική νοερή συντροφιά.
                               Καλό Βράδυ
                     Πρωτομαγιά 1979. Βραχάσι»
Την Πρωτοχρονιά του 1984, μου γράφει: «Ευτυχισμένος ὁ νέος χρόνος 1984… Με μάγεψαν οι ζωγραφιές σου στον Άγιο Σπυρίδωνα. Ὁ  Άγιος Σπυρίδωνας με τον καλογερίστικο σκούφο. Και ὁ Χριστός θαυμαστός. Το θειο του βλέμμα ριμμένο στα βάθη του σύμπαντος…»
Εκεί, σ’ αυτό το όμορφο ξωκλήσι του χωριού μας, έχω ζωγραφίσει τις τρεις εικόνες του τέμπλου: Του Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου Σπυρίδωνος.
Ὁ Βαγγέλης αγαπούσε τη φύση. Έκανε τακτικά αυτή τη διαδρομή, τη λιτανεία, καθώς έλεγε: Άγιο Σπυρίδωνα, Άι- Γιάννη, Άι-Γιώργη Βραχασώτη, Νικολόζα, Κοζαριανῶ, και στάλιζε στο ναό της Μεταμόρφωσης, όπου είχε μερικά κτήματα.    
Από αυτά τα λίγα αντιλαμβάνεται κανείς πολλά γι’  αυτόν τον ασήμαντο, κατά κόσμον άνθρωπο, με την ευαίσθητη καρδιά και τα πλούσια συναισθήματα. Μου έστελνε τα χαιρετίσματα από τον Σπύρο Μελά, τον Άγγελο Τερζάκη, τον Δημήτριο Γιάκο, την Ελένη Βλάχου, με τους οποίους διατηρούσε αλληλογραφία και μου την έδειχνε με καμάρι. Είναι κρίμα, πού μετά τον θάνατό του δεν ξέρει κανείς πού να πετάχτηκαν όλα αυτά, ενώ μπορούσαν να αξιοποιηθούν, έστω και απλά να φυλαχτούν σε κάποιο συρτάρι του Λαογραφικού Μουσείου, πού οι ευγενείς και αξιέπαινες κυρίες Μαρία Λασθιωτάκη καί Κατίνα Λεμπιδάκη δημιούργησαν στο χωριό. 
Θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή πού γνωρίστηκα με αυτό τον αγνό και άκακο άνθρωπο, τον ταπεινό εργάτη του πνεύματος, τον πιστό δούλο του Θεού, τον  εραστή του κάλλους της φύσεως, πού μου δίδαξε, ότι: «πρέπει να διπλοπονέσεις για να μάθεις ν’ αγαπάς καθετί οὐρανοῦ και γης»!
Μια βροχερή νύχτα στις 2 Φεβρουαρίου 1988 εκεί, στον νεκροθάλαμο του Νοσοκομείου Αγίου Νικολάου, του διάβασα το Τρισάγιο, και τον κατευόδωσα για τον άλλο κόσμο, «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Να κάνει από εκεί ψηλά τις λιτανείες του και τις προσευχές του στα ρημοκλήσια και τους τόπους π’ αγάπησε.
Στο Κοιμητήριο του Βραχασοῦ, παραδίπλα από τον πέτρινο τάφο του Λευτέρη Πλατάκη είναι ὁ δικός του απέριττος, μ’ ένα απλό Σταυρό με τ’ όνομά του, για να θυμίζει το πέρασμά του από αυτήν εδώ τη ζωή. Η μνήμη του ας είναι αιωνία !
Πολλές φορές γυρίζω νοσταλγικά στο περιβάλλον του χωριού μου και ξαναζώ με μνήμες πρόσωπα αγαπημένα, καταστάσεις και πράγματα αξιολάτρευτα,  που γίνονται πότε χαρά και πότε δάκρυ, πότε προσευχή και ανάμνηση, πάντοτε όμως μια γλυκιά νοσταλγία.  Ξεχνιούνται αυτά; 

Φιλικά.
Ο ελάχιστος π΄΄ Ευάγγελος


Πρώτη δημοσίευση 20-10-2015.

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
EKPLHKTIKO!

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο Μιχάλης Πεδιώτης με τον Γιώργη Γουλιδάκη!!! Μια σχέση αγάπης και μίσους!

Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

Ο Μανόλης Ιεραπετριτάκης πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής σε ηλικία 75 χρονών!

Φωτογραφία από το 1925 του πρώτου αυτοκινήτου της γραμμής Ηρακλείου - Νεαπόλεως στο Βραχάσι!

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς δίνει συνέντευξη στο Βραχάσι το 1992

O Μιχάλης....