Αποφάσισα να αναπολήσω...



Αποφάσισα να αναπολήσω λίγο. Να βουτήξω στο πηγάδι με τα βιώματά μου, αφού αυτά τουλάχιστον μου παρέχουν πάντοτε μια ευεξία σκέψης και ψυχικής διάθεσης, αντίθετα μ' ό,τι συμβαίνει όταν προσβλέπω στο μέλλον και στις πιθανότητες επίλυσης των σωρευμένων προβλημάτων, που φοβούμαι ότι θα ταλανίζουν το χωριό μας για πολλά ακόμη έτη.

Όχι τόσο γιατί η τωρινή κοινοτική αρχή ή ενδεχομένως κι η μέλλουσα δε θα τα καταφέρουν, αλλά γιατί λείπει ακόμη η υπερβατική εκείνη δύναμη, που θα ενώσει τους ενδιαφερόμενους σε κοινούς στόχους και σκοπούς πέρα από μικροσυμφέροντα και επιδιώξεις.
Είναι στη δεκαετία 60-70 και το χωριό σφίζει από κίνηση και ζωή.
Στα καφενεία στο Πρόκι συναντάς βρακοφόρους με γυαλισμένα στιβάνια και ξομπλιαστά γιλέκα. 
Η πρέφα είναι καθημερινή απασχόληση των απόμαχων και το μεθυστικό άρωμα του αμύγδαλου της σουμάδας σε πλανεύει. 
Είναι κι η εποχή της πρωτοεμφάνισης της ζελίτας, της ανταγωνίστριας του γνωστού αμερικάνικου αναψυκτικού. 
Είναι κι η εποχή του κλικ-κλακ, νέου παιχνιδιού που αποσπά μερίδιο από την ξύλινη σβούρα, που έβρισκες μόνο στου Κωστάκη. 
Το Πρόκι αποτελεί αναγκαία το μοναδικό πέρασμα των αυτοκινήτων από 'κει προς ολόκληρο το νομό και μεγάλα φορτηγά δύσκολα στριμώχνονται στο στενό δρόμο. Αν στεκόσουν κάτω απ' τους ευκάλυπτους δίπλα στο φούρνο της Ανδρονίκης μπορούσες να δεις ή έστω να φανταστείς τις εργασίες που γίνονταν για τη διάνοιξη της πρώτης ελληνικής σήραγγας καθώς και τα εκατοντάδες βαρέλια με πίσσα που θάφτηκαν τελικά στο μεγάλο πλάτωμα στο δεξί μέρος της εθνικής οδού. Κρεοπωλεία, παντοπωλεία όλα στις καλύτερες μέρες τους. Και δεν ίσχυε αυτό μόνο για το Πρόκι.
Το ίδιο κι οι γειτονιές. Ζωντανές, γεμάτες με φωνές παιδιών και μανάδων. Με γέλια και παιχνίδια. Με λόντζες κάτω από την κιτρινιασμένη λάμπα του κοινοτικού φωτισμού για ιστορίες για το Ρουσσο-Χαράκι.
Στα σπίτια τρεμόσβηναν ακόμη οι λάμπες πετρελαίου κι οι άσβεστες παραστιές περίμεναν τ' αυγό να χωθεί στην καυτή χόβολή τους για να το γευθεί ο μικρούλης που 'τρεχε ολημερίς στα καλντερίμια.
Και μαζί με τ' αυγό να γλείψει και το σαχαρούχο βλάχας ή να μασουλίσει το ζαχαρωμένο ψωμάκι, που τελαλούσε στις γειτονιές το παιδί του φούρναρη.
Ώσπου ν' ανοίξεις και να κλείσεις μια φορά τα βλέφαρα πέρασαν αρκετά χρόνια κι ήρθαν αυτά της μεταπολίτευσης και μαζί γυρίζει μια σελίδα στην πορεία ανάπτυξης του χωριού. 
Το ηλεκτρικό ρεύμα είναι ήδη κυρίαρχο σ' όλα τα νοικοκυριά και τα πρώτα μίνως κάνουν την εμφάνισή τους. 
Σιγά-σιγά και τα πρώτα γιαπωνέζικα αγροτικά αυτοκίνητα γεμίζουν την πλατεία και τα πλαινά του δρόμου.
Ανάμεσα σ' αυτά και τ' αμερικάνικο αυτοκίνητο του Φραγκιού και η παλιά βόλβο του Σουλά. 
Τα καφενεία πάντα πολλά. 
Οι φούρνοι στην αρχή δυο απομένει ένας και τελικά αργότερα κανένας. 
Τα κρεοπωλεία τρία με φθίνουσα πορεία. 
Οι τόποι συγκέντρωσης πολλοί και ενδιαφέροντες, άλλοι για μικρούς, άλλοι για μεγάλους. 
Σχολειό που σφύζει από ζωή, όχι μόνο γιατί έχει μαθητές αλλά γιατί γίνεται κι ο χώρος διεξαγωγής ποδοσφαιρικών αγώνων. 
Εκκλησιά της του Θεού Σοφίας, που γεμίζει τ' ανοιξιάτικο Πάσχα από πλήθος κατοίκων, που θα περιφέρουν τον Επιτάφιο στα στενά τσιμεντένια πια σοκάκια και που σε κάθε πόρτα θα υπάρχει ακόμη ένα θυμιατό αναμμένο, να Τον συνοδεύσει με τ' άρωμά του μέχρι την Παναγία για την ολοκλήρωση της Λειτουργίας.
Ομάδες που το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου θα κατεβάσουν απ' τις πλαγιές του Αναύλοχου αχινοπόδια για τη φουνάρα της Ανάστασης. Πλήθος που θα παραστεί με ευλάβεια ανήμερα το Πάσχα στη Λειτουργία της δεύτερης Ανάστασης, είτε στο Ηρώο, είτε και στην παραλία στο Σίσι.
Είναι βλέπεις η ώρα του. 
Τα χρόνια αυτά γυρίζουν γρήγορα τις σελίδες του βιβλίου. 
Η ανάπτυξη έρχεται κι ο κόσμος διψάει. Όχι μόνο για νερό, αφοί τότε για πρώτη φορά το Βραχάσι παύει να υδρεύεται αποκλειστικά από το Συντριβάνι και την Οπίσω Βρύση και η στάμνα ξεμένει για πάντα στο σταμνοστάτη, αλλά κυρίως για ανάπτυξη. 
Για το θαύμα του τουριστικού πλούτου.
Κι έτσι αργά αλλά σταθερά αλλάζει κι η εικόνα του παραδοσιακού παραθαλάσσιου οικισμού και γίνεται ένα σύγχρονο συνονθύλευμα έργων και προσώπων.
Γι' αρκετά χρόνια όμως το ξενοδοχείο της Δόξας φιλοξένησε τους παρεπιδημούντες και το καφενείο του Πετρογιώργη στέγασε τις ατέλειωτες συζητήσεις των μεγαλύτερων μαζί με το ευωδιαστό χταπόδι στιφάδο που μόνο αυτός μαγείρευε, όπως κανένας άλλος. 
Κι έτσι γρήγορα καλλιεργήθηκαν κι οι προσδοκίες για πλούτο και ευημερία. 
Και σ' ένα βαθμό ήρθαν. 
Μαζί όμως ήρθαν και προβλήματα, κι έννοιες, κι αποτυχίες.
Ο χρόνος τ' άλεσε όλα μαζί και η λήθη κούρασε γρήγορα τη μνήμη. 
Πόσα μπορεί κανείς να θυμηθεί και πόσα ακόμη να γράψει. 
Είναι πολλά, ίσως και λίγα, ίσως και τίποτε.
Αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας, όπως λέει ο ποιητής του Ήλιου.

Σημείωση της Σύνταξηςτου Ιστολογίου:
Το παραπάνω κείμενο είναι σχόλιο που αποτελεί όμως μια θαυμάσια προσέγγιση της Βραχασώτικης πραγματικότητας από ένα ανώνυμο σχολιογραφο.
Τον ευχαριστούμε πολύ!!!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!