Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Τοῦ Εὐγγέλου Γ. Παχυγιαννάκη
Πρωτοπρεσβυτέρου
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου





Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Βραχασώτης εἶναι τὸ καύχημα τῶν πολεμικῶν ἀγώνων τοῦ Βραχασοῦ. Ἡ Μονή, στὴν πρώτη μορφή της, πρέπει νὰ εἶναι κτίσμα πολὺ πρὸ τοῦ 14ου αἰώνα, ἴχνη τῶν ἐρειπίων τῆς ὁποίας βρίσκονται βόρεια καὶ δυτικὰ τοῦ σημερινοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς. Πρέπει νὰ καταστράφηκε μετὰ τὶς ἀποτυχημένες ἐπαναστάσεις τῶν Καλλεργῶν καὶ τῶν Ψαρομηλίγκων, ποὺ συμπίπτουν μὲ τὴν ἐρήμωση καὶ ἐκκένωση τοῦ Ὀροπεδίου Λασιθίου.


«Ἡ ἐρήμωση τοῦ Λασιθιοῦ διατάχθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὴν περίοδο ποὺ ἦταν Δούκας τῆς Κρήτης ὁ Ἑρμόλαος Γιοῦστος, δηλαδὴ τὸ 1293-4, μὲ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τῶν Κλητῶν». «Ἀλλὰ οἱ αὐστηρὲς αὐτὲς διαταγὲς φαίνεται πὼς ἀτονοῦσαν σιγὰ - σιγὰ ἤ δὲν λαμβάνονταν ὑπόψη ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτες καὶ τοὺς κατοίκους τῶν τριγύρω χωριῶν. Γι’ αὐτὸ ἡ Γαληνοτάτη Δημοκρατία ἀναγκαζόταν νὰ ἀνανεώνει κάθε τόσο τὶς ἀπαγορευτικὲς διαταγές, τροποποιώντας καὶ συμπληρώνοντας αὐτές» (Bλ.: Στ. Σπανάκη, Συμβολή στὴν Ἱστορία τοῦ Λασιθίου, Ἡράκλειον 1957, σελ.9).


Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια πρέπει νὰ τοποθετεῖται καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς πρώτης περιόδου τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐπειδὴ διευκόλυνε τὴν ἐνίσχυση καὶ πρόσβαση τῶν ἐπαναστατῶν στὸ Λασίθι. Μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς τελευταίας ἐπανάστασης τῶν Καλλεργῶν (1365), σὲ ἔκθεσή του πρὸς τὴ Σύγκλητο τῆς Βενετίας ὁ Paolo Loredan ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων: «….τὰ ὅσα φρούρια ἐχρησίμευον εἰς αὐτοὺς καταφύγιον…ὅλα τέλος πάντων τὰ ὀχυρὰ φρούρια, ὅσα δὲν ἐκρίναμεν ἁρμόδια καὶ κατάλληλα νὰ κατέχωμεν, κατηδαφίσθησαν…καὶ οἱ πέριξ αὐτῶν ἀγροὶ θέλει μείνουν ἀγεώργητοι…», ὅ.π., σελ. 111.


Γύρω στὸ 1540, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὶς ἐντοιχισμένες ἐπιγραφὲς τοῦ κωδωνοτασίου, ἡ Μονή ξαναχτίστηκε καὶ ἔκτοτε λειτούργησε κανονικὰ καὶ μὲ πλούσια ἀντιστασιακή, κατὰ τῶν κατακτητῶν, δράση.


Οἱ νέοι κατακτητὲς Τοῦρκοι σεβάστηκαν κατ’ ἀρχὴν τὴ Μονή, ὡς ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Γεώργιο, τὸν ὁποῖο εὐλαβοῦνται καὶ οἱ Τοῦρκοι. Ὅμως λίγο πρὶν τὴν Ἐπανάσταση τοῦ Δασκαλογιάννη (1770), «κατὰ τὴν παράδοση, ποὺ δὲν στερεῖται ἱστορικῆς ἀκριβείας», κατὰ τὸν Μ. Πυτικάκη, ἄλλαξαν τακτική. Αἰτία στάθηκε ἡ δραματικὴ ἐξόντωση ἀπὸ τὸν τότε ἡγούμενο Γαβριήλ τριῶν σουβαρίδων (ἔφιππων ταχυδρόμων), ποὺ εἶχαν βιάσει τὴν ἀδελφή του στὴ θέση «Καμπιά», ὅπου εἶχε πάει νὰ μαζέψει χοχλιούς.


Τὰ ἀντίποινα εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ συλληφθεῖ ὁ ἡγούμενος καὶ νὰ ἀπαγχονισθεῖ στὸ Μεγάλο Κάστρο (Ἡράκλειο), νὰ δημευθεῖ ἡ περιουσία τῆς Μονῆς καὶ νὰ καταστραφοῦν τὰ κελιά. Τὸ μόνο ποὺ σεβάστηκαν ἦταν ὁ ναός. Οἱ Τοῦρκοι πάντα σέβονταν, δηλαδὴ φοβούνταν οὐσιαστικά, τὸν Ἅγιο Γεώργιο, τὸν «Χαζιρέτ - Ἀλή», ὅπως τὸν ἔλεγαν. (Ἀναλυτικὸ τὸ περιστατικὸ μὲ τὸν ἡγούμενο βλ.: περιοδ. ΔΡΗΡΟΣ, ἔτ.β΄, Ὀκτ.1938, Νικ. Ι. Τσαμπαρλάκη, Ἃι-Γιώργης ὁ Βραχασώτης, σελ. 492-495, καὶ Ἀριστ. Βουρλάκη, σὲ δακτυλογραφημένο χειρόγραφο).


Ἔτσι ἐρημωμένη τὴ βρῆκε ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Μανιουδάκης ἤ Μανιουδοπατέρας, ἀπὸ τὸ Βραχάσι, τὸ 1860, ὅταν ἐγκαταστάθηκε ἡγούμενος τῆς Μονῆς καὶ ἀνέλαβε τὴν ἀνασυγκρότησή της.


Ὁ Ἄνθιμος ἦταν ἤπιων τόνων, ἐργατικὸς καὶ πραγματικὸς καλόγερος. Ὅταν, τὴ δύσκολη αὐτὴ ἐποχή, πολλοὶ κατέφευγαν στὸν μοναχισμό γιὰ νὰ λύσουν τὸ βιοτικό τους πρόβλημα, ὁ Ἄνθιμος διάλεξε αὐτὸ τὸ δύσκολο, σκληρὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ καὶ ἐμπεδόμοχθο ἔργο ἀνασυγκρότησης αὐτοῦ τοῦ ἐξουθενωμένου οἰκονομικὰ καὶ ρημαγμένου μοναστηριοῦ, νὰ τὸ ἀναστήσει κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὰ ἐρείπια.


Τότε ὅλοι οἱ Βραχασῶτες καὶ ὄχι μόνο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, τὴ Νεάπολη καὶ τὸ Λασίθι προσέφεραν εὐχαρίστως, χτίστηκαν νέα κελιά, ἐλαιοτριβεῖο κ.λπ., καὶ τότε ἔγιναν τὰ ὑπέροχα καὶ ἀνεκτίμητα ξυλόγλυπτα τέμπλα, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφερθοῦμε ἰδιαιτέρως καὶ ἐκτενῶς.


Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ σημειώσομε ὁρισμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1866. Ὁ Κ. Ε. Σαρολίδης ἀναφέρει ἐπὶ λέξει στὰ σημειώματά του τὰ ἑξῆς: «Τῆς μεγάλης ἡρωικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1866, ἥτις παρεσκευάζετο ἐν Βραχασίῳ Μεραμβέλλου ὑπὸ τοῦ Κ. Σαρολίδη πρὶν τὸ 1864 καὶ ἐν Ἡρακλείῳ ὑπὸ τῶν Μιχ. Βιστάκη, Λεωνίδα Λογίου καὶ Χριστοφόρου Ἀργυράκη, οἵτινες συνεδρίαζον μυστικὰ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Μιχ. Βαστάκη, δυστυχῶς ὀλίγα ἔγγραφα διεσώθησαν».
«Ὁ Κ. Σαρολίδης ἤ Σαριδάκης ἦταν ζωγράφος, κατοικοῦσε στὸ Βραχάσι καὶ διεκρίνετο γιὰ τὸν ἀπεριόριστο ἐνθουσιασμό του καὶ γιὰ τὴν ἀσυγκράτητη θερμότητά του, ποὺ ἀναγκάζουν πολλὲς φορές, ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1864, τὸ Λεωνίδα Λόγιο νὰ τοῦ γράφη γιὰ νὰ τὸν συγκρατῆ: “ὑπομονὴ καὶ φρόνησις καὶ ἐχεμύθεια δηλ. νὰ μὴ φλυαρῆς, ἐδῶ κι ἐκεῖ,

δ ά γ κ α ν ε , σ κ ύ λ ε, τ ὴ ν γ λ ώ σ σ α σου…“ καὶ στὶς 27 Νοεμβρίου 1865, τοῦ γράφει καὶ τὸν ἐπιτιμᾶ: μὴν εἶσαι παπατρέχας, διότι βλάπτεσαι, ἀλλὰ σὺ δὲν θὰ βάλης ποτὲ γνῶσιν, ἂν καὶ κάθε στιγμή π ά ε ι ἡ κ ε φ α λ ή σου». «…καὶ ὁ Σαρολίδης ἀργότερα καὶ ὁ Στυλιανὸς Παπαδάκης ἀπὸ τὸ Βραχάσι καὶ ὁ Ἐμμαν. Κρανιωτάκης ἀπὸ τὸ Κράσι, εἶχαν κοινὴ τὴν ἐθνικὴ δρᾶσιν τους πρὸ τοῦ 1866 καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Διοίκησις κατώρθωσε νὰ πιάση τοὺς δύο, τὸν Χρ. Ἀργυράκη καὶ τὸν Λεωνίδα Γεωργιάδη ἤ Λόγιο καὶ νὰ τοὺς ἐξορίση. Ἀλλ’ ἀκριβῶς μετὰ τὴν ἐξορία τους ἀδυνάτεψαν τὴν προεπαναστατικὴν ἐνεργητικότητά τους μεταχειριζόμενοι τοὺς ἄλλους ἑταίρους, ποὺ δὲν εἶχαν ἐξορισθῆ καὶ ἰδίως τὸν Κ. Σαρολίδη, τὸν Ἐμμαν. Κρανιωτάκη καὶ τὸν ἀδελφό του Μ. Κρανιωτάκη, ὡς καὶ τὸν προεστὸ δημοδιδάσκαλο Βραχασίου Λ. Παπαδάκη.


Ἀπὸ τὰ χειρόγραφα τοῦ Σαρολίδη ἐξάγεται, ὅτι ὁ προπαγανδισμὸς γιὰ τὴν ἐπανάστασιν εἶχε ἀρχίσει πρὸ πολλοῦ καὶ ὅτι εἶχε σχηματισθῆ ἕνας σοβαρὸς ἀριθμός “ἑταίρων“…»


«Χάρις εἰς τὴν ὀργάνωσιν αὐτή, ὡς ἐξάγεται ἀπὸ τὰς συνθηματικὰς ἐπιστολὰς τοῦ Σαρολίδη ποὺ διεσώθησαν, ἡ προεπαναστατικὴ ἐνέργεια, εὐθύς ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τοῦ 1866, εὑρῆκε ἕτοιμο τὸ ἔδαφος καὶ μάλιστα προτοῦ ἀκόμα ἀρχίσει ἡ ἐπαναστατικὴ ἐκδήλωση στὰ δυτικά τμήματα τῆς Κρήτης, εἶχε ἀποφασισθῆ νὰ ὑψωθῆ ἡ ἐπαναστατικὴ σημαία στὶς 21 Ἀπριλίου 1866 στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸ Σεληνάρη τοῦ Βραχασίου, ἀλλ’ ἀνεβλήθη, γιατὶ δὲν εἶχαν παραληφθῆ ἐγκαίρως τὰ πολεμοφόδια καὶ τὰ ὅπλα, ποὺ κατώρθωσε ὁ Μιχ. Βαστάκης νὰ στείλη στὸν Ζωγράφο Ξανθουδίδη στὸ Ἀβδού, γιὰ νὰ τὰ παραδώση στὸν Σαρολίδη. Γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ὑψώσεως τῆς σημαίας ὑπάρχει ἔκθεσις καὶ ἐπιστολὴ τῶν προεστῶν Νεαπόλεως Ἐμμ. Χ.Ι. Διαλυνᾶ καὶ Μηλάτου Ν. Κατσηφαράκη».


Αἰτία τῆς προεπαναστατικῆς κίνησης ὑπῆρξε: «…ἡ Τουρκικὴ διοίκησις ὑπεστήριξε τὸν Μητροπολίτη Διονύσιο καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Πέτρας (Μελέτιο) νὰ πάρουν πίσω τὰ μοναστηριακὰ κτήματα, ποὺ ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1858 εἶχε πετύχει νὰ παραχωρηθοῦν στὴ Δημογεροντία, γιὰ νὰ διατεθοῦν γιὰ τὴ λαϊκὴ ἐκπαίδευση. Ὁ Μητροπολίτης ὅμως, συνεννοημένος μὲ τοὺς περισσοτέρους δημογέροντες καὶ τὴν Τουρκικὴ διοίκηση, πῆρε πίσω τὰ κτήματα κι ἔτσι ὁ λαός κινδύνευε νὰ μείνη χωρὶς σχολεῖα, πράγμα ποὺ δὲν συνέβη στὴν ἄλλη Κρήτη. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶχε φανατίσει τὸ λαό, τὸν εἶχε ἐρεθίσει καὶ τὸν εἶχε προδιαθέσει γιὰ τὴν Ἐπανάσταση καὶ ἀφεύκτως, ἂν τὰ μέσα τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ ἐδίδοντο πρωτύτερα, θὰ εἶχε ἐπαναστατήσει ἀπὸ τὶς 21 Ἀπριλίου 1866 κι ἴσως ἀπὸ τὸ προηγούμενο ἔτος, ἀφοῦ ὁ ἐπαναστατικὸς προπαγανδισμὸς εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τὸ 1864» (Bλ.: Ι. Μουρέλλου, Ἱστορία τῆς Κρήτης Β΄ ἔκδ. τόμ, Β΄, Ἡράκλειον Κρήτης, 1950, σελ.1080, 81,82).


Ἡ μεγαλύτερη, τελικά, Κρητικὴ Ἐπανάσταση 1866-1869 σχεδιάστηκε καὶ ἀποφασίστηκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βραχασώτη καὶ συγκεκριμένα στὸ κελὶ τοῦ Μανιουδοπατέρα, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν ἕξ Ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν Κων. Σφακιανάκη. Σ’ αὐτὴν ἐγένοντο οἱ μυστικὲς ἐπαναστατικὲς συσκέψεις καὶ σ’ αὐτὴν εὕρισκαν ἀσφαλὲς καταφύγιον οἱ καταδιωκόμενοι Κρῆτες ἐπαναστάτες. Σ’ αὐτήν, τέλος, ἐκρύπτοντο καὶ ἀποθηκεύοντο τὰ ὅπλα κ.ἄ. πολεμοφόδια τῶν Ἐπαναστατῶν, ποὺ μεταφέρονταν λαθραῖα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα στὸν ὅρμο τοῦ Σισοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ διαμοιράζονταν στοὺς ἐπαναστάτες.


Τὸν Ἄνθιμο, θανόντα τὸ 1882, σὲ μεγάλη ἡλικία, διεδέχθη ὁ Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Δινεράκης ἀπὸ τὶς Λίμνες, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑπηρετήσει ὡς Πρωτοσύγκελλος τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροσητείας στὸν Ἁγιασμένο καὶ ὡς ἡγούμενος τῶν Μονῶν Ἐξακουστῆς καὶ Φανερωμένης. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστείδη Βουρλάκη (βλ.: Ἡ ἱστορικὴ Μονὴ Ἁγ. Γεωργίου Βραχασιώτη, ἐφημ. Δρῆρος 22.6.1952) ὁ Τιμόθεος ὑπηρέτησε ὡς ἡγούμενος καὶ «εἰς τὴν παρακμάζουσαν πλέον Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βραχασιώτη, βοηθούμενος ἀπὸ τὸν ἐκ Βραχασίου ἱερομόναχον πατέρα Κοσμᾶ καὶ τὴν μοναχὴ ἀδελφὴ του Φωτεινή…»


Ὁ νέος ἡγούμενος μὲ πείρα καὶ διοικητικὲς ἱκανότητες προσπάθησε νὰ δώσει νέα πνοὴ στὴ Μονή, ἀλλὰ τὰ χρέη ἦσαν πολλὰ καὶ οἱ ἐκκλήσεις του γιὰ ἐπιχορήγηση στὴ Δημογεροντία ἀπέβησαν ἄκαρπες. Ἀπό αἴτησή του πρός τή Δημογεροντία, ποὺ δημοσίευσε ὁ Ψιλάκης (Βλ.: Μοναστήρια καὶ Ἐρημητήρια τῆς Κρήτης, τόμ. Α’, σελ. 350), γίνεται ἀντιληπτή ἡ ἀθλία οἰκονομικὴ κατάσταση στὴν ὁποία εἶχε περιέλθει ἡ Μονή. Μολονότι ὑπῆρχε ἀνάγκη ἁγιογράφησης τοῦ ναοῦ καὶ τὸ περίτεχνο τέμπλο περίμενε τὶς «εἰκόνες στὶς διαστάσεις ποὺ εἶχε προβλέψει ὁ καλὸς ξυλογλύπτης, γιὰ νὰ τηρηθοῦν κάποιες αἰσθητικὲς ἀναλογίες», δὲν μποροῦσαν νὰ προχωρήσουν. «Ἡ Δημογεροντία ἀπεφάσισε τελικὰ νὰ συνεχιστεῖ ἡ ἐπιχορήγησή του. Τὰ προβλήματα ὅμως ἦταν πολλά. Ὁ ναὸς καὶ τὰ κτήρια ἀπαιτοῦσαν συντήρηση…“ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς μετανοίας μου (γράφει) χρήζει μικρᾶς ἐπιδιορθώσεως καὶ ἰδίως ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη ἵνα οἱ θόλοι αὐτοῦ προφυλαχθῶσιν διὰ κεραμιδίων…“»
Σὲ «Ἐνοικιαστήριο», ποὺ ἀπόκειται στὸ Λαογραφικὸ Μουσεῖο «Βραχασιώτικο σπίτι», ποὺ ἵδρυσαν ἡ κ. Μαρία Ἐμμαν. Λασθιωτάκη μὲ τὴν κουνιάδα της Αἰκατερίνη Νικολ. Λεμπιδάκη, ὁ Τιμόθεος ὑπογράφει ὡς πληρεξούσιος τοῦ Παναγίου Τάφου, γιὰ τὰ ἐνοικιαζόμενα κτήματα σὲ ἰδιώτη. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρομε τὴν ταυτότητα τοῦ εγγράφου. «Ἀριθ. 5130 Ἐν Νεαπόλει Μιραμβέλλου Κρήτης, σήμερον τῇ ὀγδόῃ τοῦ μηνός Αὐγούστου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἐνενικοστοῦ ἔτους, ἡμέρᾳ τῆς ἐβδομάδος Τρίτῃ, ἐν τῷ Δημοσίῳ Γραφείῳ μου κειμένῳ ἐν τῷ κατὰ τὴν πλατεῖαν τῆς Ἁγίας Τριάδος Καταστήματι Γεωργίου Κ. Τσαγκαράκη.
Ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ Συμβολαιογράφου Νεαπόλεως Μιραμβέλλου Δημητρίου Πεδιωτίδου, κατοίκου Νεαπόλεως καὶ αὐτόθι ἐδρεύοντος καὶ τῶν μαρτύρων Κωνσταντίνου Ἀ. Ζουράρη γεωργοῦ κατοίκου Βραχασίου καὶ Νικολάου Χ“ Μ. Παγκάλου κτηματίου κατοίκου Κριτσᾶς Μεραμβέλλου, γνωστῶν μοι, ἐνηλίκων, ἀσχέτων πάσης πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἀλλήλους συγγενείας καὶ μὴ ὑποκειμένων εἰς ἐξαίρεσίν τινα τοῦ Νόμου, ἐνεφανίσθησαν οἱ πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς μάρτυρας τούτους γνωστοὶ καὶ ἄσχετοι συγγενείας ἀφ’ ἑνὸς ὁ Τιμόθεος Δινέρης Πρωτοσύγκελλος, ἡγούμενος κάτοικος τῆς ἐν Μεραμβέλλῳ Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Βραχασιώτου ἐνεργῶν ὡς πληρεξούσιος τοῦ Ἱεροῦ Κοινοῦ τοῦ Παναγίου Τάφου, δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν πεντακιοχιλιοστὸν ἑκατοστὸν δεύτερον ἐπιτροπικοῦ ἐγγράφου γενομένου ἐνώπιόν μου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ Δημήτριος Ν. Σφακιανάκης ἔμπορος κάτοικος Νεαπόλεως καὶ ἠτήσαντο τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος δι’ οὗ ἐδήλωσαν ὅτι συνομολογοῦσι τὰ ἑξῆς Α΄. Ὁ πρωτοσύγκελος Τιμόθεος Δινέρης ἐν τῇ ἐκτεθείσῃ ἰδιότητί του ἐξεμίσθωσε καὶ παρέδωκε σήμερον πρὸς τὸν Δημήτριον Ν. Σφακιανάκην τὰ κατωτέρω περιγραφόμενα κτήματα τοῦ Παναγίου Τάφου…»
Τὸ Ἐνοικιασήριο εἶναι πολύτιμο, σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ γιὰ τὸ πλῆθος τῶν τοπωνυμίων ποὺ ἀναφέρονται στὶς γεωργικὲς περιφέρειες Βραχασίου (39), Νεαπόλεως (1), Βουλισμένης (4), Λατσίδας (11) καὶ τὰ ὁποῖα συμπεριλάβαμε στὸ οἰκεῖο κεφάλαιο. Ἐπίσης σημειώνομε τὴν εὐαισθησία ποὺ εἶχαν οἱ παλαιοί γιὰ τήν προστασία τῶν δέντρων. Ἔθεταν π.χ. ὅρους: «Ὁ μισθωτής ὑποχρεοῦται νὰ καλλιεργῇ ἰδίᾳ δαπάνῃ καὶ τακτικῶς πάντα τὰ ἀνωτέρω κτήματα κατὰ τοὺς περὶ καλλιεργείας κανόνας, νὰ λιπαίνῃ αὐτὰ ἐν τάξει, νὰ περιποιεῖται καὶ προφυλάττῃ τὰ δένδρα ἀπὸ πάσης βλάβης, νὰ μὴ ῥαβδίζῃ τὰς ἐλαίας ὅταν εἶναι ὑγραί, νὰ ἐκκόπτῃ τὰς παραφυάδας καὶ τὰ ξηρὰ μέρη ὅσα δύνανται νὰ βλάψωσι τὴν πρόοδον τῶν δένδρων καὶ ἐν γένει νὰ πράττῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν κτημάτων πᾶν ὅ,τι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἀναγκαῖον, πρὸς δὲ τούτοις νὰ καλλιεργῇ κατ’ ἔτος τὰ ἐλαιόφυτα μὲ δύο ἀρώσεις καὶ ἕνα βωλόσυρον…».
Ἡ Μονὴ συνέχισε νὰ λειτουργεῖ ὥς τὸ 1900 μὲ τὸν Τιμόθεο Δινέρη νὰ καταβάλλει ὑπεράνθρωπες προσπάθειες γιὰ τὴ διατήρησή της. Ὁ Τιμόθεος ἔμεινε στὸν Βραχασώτη ὥς τὸ φθινόπωρο τοῦ 1900…λίγους μῆνες ἀργότερα (Μάρτιος 1901) ὁ Τιμόθεος εἶχε μετατεθεῖ στὴ Μονή Ἀρετίου καὶ εἶχε ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς…» (Βλ.: Ψιλάκη, ὅ.π.).
Ἡ προσπάθεια ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Τίτο ἐπαναφορᾶς τοῦ Τιμοθέου δὲν καρποφόρησε, λόγω ἀρνήσεώς του, ἐπικαλούμενος τὸ γῆρας του. Ἔκτοτε ἡ Μονή παρεδόθη στὴν ὁλοκληρωτικὴ φθορά. Τὰ κελιά, ποὺ ἔχτισαν ὁ Ἄνθιμος καὶ ὁ Τιμόθεος, ἔγιναν σταῦλοι τῶν αἰγοπροβάτων καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῶν κτημάτων, ποὺ παρεχωρήθη στὴν Ἐνοριακή Ἐπιτροπή Βραχασίου, ὁλοένα καὶ ἀτονοῦσε. Δὲν κατάφερε παρὰ μόνο νὰ διαφυλάξει ἁπλῶς τὰ περισσότερα, ἀφοῦ ἡ καταπάτηση καὶ ἐκμετάλλευση προϊόντος τοῦ χρόνου ἀπὸ τοὺς ἀσυνείδητους ἐνοικιαστὲς καὶ ἄλλους ἐπιτήδειους, ἔφτασε στὸ σημεῖο ἡ τεράστεια περιουσία του μοναστηριοῦ νὰ μὴν ἀποδίδει παρὰ ἀσήμαντα χρήματα, ἀνίκανα νὰ συντηρήσουν στοιχειωδῶς τὸν ναὸ καὶ τὰ κτήριά του.
Ὅταν ἔγινε ἡ στερέωση τοῦ ναοῦ, τὸ α΄ μισὸ τῆς δεκαετίας τοῦ ’70, ἐνθυμοῦμαι στὴ βόρεια πλευρά του, ὅτι βρέθηκαν πέτρες, ποὺ εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ γιὰ μπαζώματα, προφανῶς προερχόμενες ἀπὸ τὸν παλιὸ ναό, μὲ ἴχνη τοιχογραφιῶν. Ὁ ναός αὐτός, κατεστράφη τελείως καὶ ἡ Παράδοση διατηρεῖ τὴ μνήμη ὅτι στὴν αἴθουσα δυτικὰ τῆς Μονῆς μάζεψαν τοὺς καλογέρους καὶ τοὺς ἔκαψαν ζωντανούς. Τὴν παράδοση αὐτὴ διασώζει σὲ κείμενό του ὁ λόγιος Βραχασώτης Εὐάγγελος Διαλυνᾶς, μὲ τίτλο: «Ὁ καμπαναριώτης θρύλλος»!
Ὁ Ἃι-Γιώργης ὁ Βραχασώτης εἶναι τὸ μοναστήρι μὲ τὴ μεγάλη δράση στοὺς ἀγῶνες κυρίως γιὰ τὴν ἀποτίναξη τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ. Βρίσκεται σὲ ἀπόσταση 1.850 μ., «κατ’ εὐθείαν» ἀπὸ τὸ Βραχάσι ἤ διὰ τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου περίπου τεσσεράμισι χιλιόμετρα. Ενε χτισμένο σὲ μιὰ μαγευτική τοποθεσία στὶς ὑπώρειες τοῦ βουνοῦ Καβαλλαρᾶ, καὶ ἀποτελεῖ κομβικό σημεῖο, ποὺ ἑνώνει τὶς ἐπαρχίες Πεδιάδος, Μεραμβέλλου, Ὀροπεδίου Λασιθίου.
Ἡ Μονὴ ἀναφέρεται ἀπὸ τὸ 1549 μὲ ἡγούμενο τὸν Ἰωακεὶμ Κοντοϊωάννη ἕως τουλάχιστον τὸ 1576, κατὰ τὸν καθηγητή Θ. Δετοράκη. Σὲ διανομὴ κληρονομιᾶς (Βλ.: Κατάστιχο Π.Πατσιδιώτη (1546-1554), σελ.103), μὲ ἡμερομηνία 1550, 8 Ὀκτωβρίου, διαβάζομε: «Ἐγὼ ὁ Ἰωακήμ ὁ Κοντογιάνης, οἰκούμενος εἰς τὸν Μέγαν Γεώργη στὸ Βραχάσι, οὕτως λέγω τὴν σήμερον καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ ποτέ Βαρβάρα, θυγάτηρ τοῦ Τζανῆ Τουτοῦ, γυνί ποτέ Μιχάλη τοῦ Κυλονου, ἀπό τῷ Καινούριω Χωρίω τῶν Καρῶν…» (διατηρεῖται ἡ ὀρθογραφία τοῦ κειμένου).
Τὸ 1549 ὁ ἴδιος ἡγούμενος τῆς Μονῆς Κοντοϊωάννης «θὰ παραδώσει στὸν δικηγόρο τοῦ Χάνδακα Καστέλλο Ναβίλη μεγάλες ποσότητες τυριοῦ, μελιοῦ καὶ κεριοῦ, ἔναντι χρέους ποὺ εἶχε συνάψει γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ μοναστηριοῦ» (Βλ.: Θ. Δετοράκη, Δύο παλαιὰ μοναστήρια στὸ Βραχάσι, περ. Κρητολογία, 14-5/1982, σελ.58).
Ὁ Ἰωακείμ φαίνεται νὰ διεδραμάτισε σπουδαῖο ρόλο κατὰ τὴν ἐποχή αὐτὴ μέχρι τό 1576, ὁπότε χάνονται τὰ ἴχνη του καί, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τὸν ἀντικατέστησε ὁ Γεδεών, ποὺ ἀνοικοδόμησε τὸ κλίτος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου κατὰ τὸ ἔτος 1592.
Τὸ 1607 ἡγούμενος φαίνεται νὰ ἦταν ὁ Μελέτιος Κοζύρης ἤ Κατζαρᾶς. Ἑπτά μοναχοί διόρισαν ἐπίτροπό τους τὸν Ντομένικο Σανδιονίζε γιὰ νὰ διαχειρίζεται τὶς διαφορές τους μὲ τὸν ἱερομόναχο Μελέτιο ἤ Κατζαρά (Βλ.: Δετοράκη, ὅ.π., σελ.67-68).
«Ἀργότερα, σὲ δύο συμβόλαια τοῦ 1611 καὶ τοῦ 1615, ἡ Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βραχασώτη ἀναφέρεται ὡς φεουδάρχης τῶν χωραφιῶν ποὺ εἶναι ἀντικείμενο τῶν συμβολαίων (“εἰς τήν γγαβαλαρία τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου“ καὶ “εἰς περιοχὴν καὶ τοποθεσίαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου“). Τὸ πρῶτο ἀνήκει στὸν Μαλαχία Καλοχρυσὸ ἀπὸ τὴν Ἁγία Βαρβάρα στὸ Σύμερσο καὶ τὸ δεύτερο στὸν ἡγούμενο τοῦ Ἀρετίου Ἰωσὴφ Τζέ, ποὺ τὸ ἀνταλλάσσει μὲ ἄλλο χωράφι τοῦ Μαλαχία» (Βλ.: Δάφνη Χρονάκη, Μοναστήρια τῆς περιοχῆς τοῦ Ἐπάνω Μεραμπέλλου…, Βενετία 1997, σελ. 249).
Ὁ ναὸς εἶναι δίκλιτος, καμαροσκεπής, τὸ νότιο κλίτος ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Δημήτριο, μὲ ἀντηρίδες στὴ ΝΔ γωνία καὶ κατὰ μῆκος τοῦ βόρειου τείχου. Στὴ δυτικὴ πλευρά ἔχει ἰδιόρυθμο τριώροφο κωδωνοστάσιο, ποὺ ἐπικοινωνεῖ ἐσωτερικὰ μὲ τὸν ναό.




Ἀναφέρεται στὸν κατάλογο τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Κρήτης τοῦ Fl. Cornelius (Monasterium Sancti Georgii Martyris de Vraghasti). O G. Gerola πρῶτος δημοσίευσε, στὸ παραπάνω ἔργο του, μὲ σχεδιαγράμματα καὶ ἀξιόλογες πληροφορίες γιὰ τὸν ναό.
Πάνω ἀπὸ τὸ ὑπέρθυρο τῆς κυρίας εἰσόδου τοῦ ναοῦ βρίσκεται ἐγχάρακτη ἐπιγραφὴ σὲ πλάκα ἀπὸ Καλαρρειτιανὸ μάρμαρο. Στὸ πάνω μισὸ τμῆμα της ἔχει δύο ἀνάγλυφους ρόδακες καὶ ἀνάγλυφο ἔμβλημα μέσα σὲ κύκλο καὶ φέρει χρονολογία 1592. Γράφει δὲ ἡ ἐπιγραφή:





ΠΑΝΤΩΝ ΜΕΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ ΜΕΤ ΗΧΟΥ ΑΦΑΡ ΦΕΥΓΟΥΣΙ Δ ΑΥ ΣΤΡΕΦΟΥΣΙ ΝΕΜΕΙΝ ΕΝ ΒΙΩ. ΑΤΑΡ ΓΕΔΕΩΝ ΜΟΝΑΣΤΩΝ ΑΡΧΗΓΕΤΗΣ ΕΙΣ ΤΙΣ ΟΥΚ ΩΛΟΛΕ (sic) ΤΟΥΔΕ Δ ΑΥ ΤΟΥΤ ΙΣΧΥΕΙ. Δηλαδή: «Ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἡ μνήμη μὲ τὸν θάνατό τους ἐξαφανίζεται. Ὅμως τοῦ Γεδεών (ἡ μνήμη), τοῦ ἀρχηγέτη (ἡγουμένου) τῶν μοναχῶν δὲν χάθηκε. Αὐτὸ τὸ ἔργο διατηρεῖ τὴν ἀνάμνησή του».
Πάνω ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸ δίλοβο παράθυρο τοῦ κωδωνοστασίου ὑπάρχει ἀνάγλυφο ἔμβλημα μὲ χρονολογία καὶ σταυρό. Ἡ χρονολογία εἶναι 1558, ποὺ δείχνει προφανῶς τὴν ἀνέγερση τοῦ κωδωνοστασίου.


Στὸν νότιο τοῖχο τοῦ κωδωνοστασίου ὑπάρχει ἀνάγλυφη, πάνω σὲ γκρίζο πωρόλιθο, ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πληγωμένη, προφανῶς, ὄχι ἀπὸ τὶς σφαῖρες τῶν Τούρκων, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Ἐνετούς, διότι ὁ Ἅγιος Γεώργιος δὲν φονεύει τὸν γνωστὸ δράκοντα, ἀλλὰ φονεύει λιοντάρι, τὸ γνωστὸ ἔμβλημα τῆς Ἑνετικῆς κυριαρχίας. Κάτω ἀπ’ αὐτὴν πάνω σὲ δύο ταινίες ἀνάγλυφη ἡ ἐπιγραφὴ μὲ τὶς λέξεις: ΙΩΑΚΗΜ (sic) ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΟΥ, ποὺ προφανῶς εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν κτητόρων τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ 1558.



Σήμερα, ἡ Μονὴ καταγράφεται ὡς διαλελυμένη στὸν κατάλογο τῶν Μονῶν τῆς Μητροπόλεως. Τὰ περισσότερα κτήματά της ἔχουν καταπατηθεῖ, οἱ κῆποι ἔχουν ἐρημωθεῖ καὶ γενικά, ὅλα τὰ τῆς Μονῆς, βρίσκονται σὲ ἀθλία κτάσταση, ἀφημένα στὸ ἔλεος τῶν ἐνοικιαστῶν κτηνοτρόφων καὶ ἄλλων ἀσυνείδητων καλλιεργητῶν.
Τὰ τελευταῖα εἴκοσι χρόνια ἄρχισε μιὰ προσπάθεια ἀναστηλώσεως καὶ συντηρήσεως τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, ἀπὸ τὴν ὑφισταμένη φυσιολογικὴ φθορὰ τῆς ἐγκατάλειψης καὶ τοῦ χρόνου, καθὼς καὶ τῆς ἀποκατάστασης τῶν κελιῶν καὶ τοῦ ἐλαιοτριβείου, ἀπὸ Ἐπιτροπή, ποὺ συστήθηκε ἀπὸ τὸν τότε Πρόεδρο τῆς Κοινότητος Βραχασίου Γεώργιο Ν. Μαρκάκη, τὸ 1993.
Ἀπὸ τότε, μὲ Πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν Ἰσμήνη Ἱεραπετρίτου -Τσιλιβὴ ἔχουν γίνει ἀρκετὰ καὶ σοβαρὰ βήματα. Ἀναστηλώθηκαν τὰ κελιὰ στὴ νότια πτέρυγα τῆς αὐλῆς καὶ τὸ ἐλαιοτριβεῖο, ἀπὸ τὴ 13η Ἐφορεία Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων καὶ σήμερα προχωρεῖ ἡ στερέωση καὶ ἀποκατάσταση τοῦ Καθολικοῦ, καθὼς καὶ ἡ συντήρηση τοῦ ὑπέροχου ξυλόγλυπτου τέμπλου ἀπὸ τὴν ἴδια ὑπηρεσία. Στὴν ὅλη αὐτὴ προσπάθεια ἀξιέπαινη εἶναι ἡ συμβολὴ (οἰκονομικὴ καὶ ἄλλη) τῶν ἀδελφῶν Κώστα, Τάσου καὶ Χρήστου Ζουράρη, ποὺ φρόντισαν, σύν τοῖς ἄλλοις, νὰ προωθηθοῦν οἱ μελέτες καὶ νὰ ἐνταχθεῖ τὸ ἔργο στὸ ΕΣΠΑ.
Ἐκφράζομε διακαῆ τὸν πόθο καὶ τὴν εὐχὴ ὄχι μόνο νὰ προχωρήσουν οἱ ἐργασίες αὐτὲς τῆς ἀναστηλώσεως τῶν κτισμάτων καὶ τοῦ εὐπρεπισμοῦ τοῦ αὔλειου χώρου τῆς Μονῆς, ἀλλὰ νὰ βρεθεῖ τὸ ἔμψυχο δυναμικό, ποὺ θὰ τὴν στελεχώσει, δηλαδὴ νὰ δημιουργηθεῖ μοναστικὴ Ἀδελφότητα. Γιατὶ αὐτὸ ἔχει σημασία, οἱ ἀφιερωμένοι ἄνθρωποι εἶναι ποὺ δίδουν ζωὴ καὶ πνοὴ στὰ κτήρια καὶ ὀμορφαίνουν τὴν κτίση ὁλάκαιρη μὲ τὶς ἀκοίμητες προσευχές, ποὺ μεταμορφώνουν καὶ ἁγιάζουν τὰ πάντα. Μοναστήρι χωρὶς Ἀδελφότητα εἶναι ἕνας ἀποστεωμένος ἀνθρώπινος σκελετὸς χωρὶς ψυχή. Καὶ μόνο ἡ δημιουργία μοναστικῆς Ἀδελφότητος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ δώσει τὴν καθαυτὴν ζωντάνια στὴ Μονὴ καὶ θὰ τὴν ἐπαναφέρει στὴν παλιὰ αἴγλη της, μὲ νέες προοπτικές.

Τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη


Τὸ κεφάλαιο αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βραχασώτη εἶναι γραμμένο, κατὰ παράκληση δική μας, ἀπὸ τὸν λόγιο διδάσκαλο καὶ συγγραφέα πολλῶν ἱστορικῶν καὶ λαογραφικῶν μελετῶν καὶ καλὸ φίλο, κ. Ἐμμανουήλ Φαρσάρη, συν/χο ἐκπαιδευτικό. Θεωρήσαμε ἀντικειμενικότερη τὴ γνώμη του, παρ’ ὅ,τι γνωρίζομε τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία, τὴν ὁποία καὶ παραθέτομε στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου, προκειμένου νὰ προστρέξει ὁ ὁποιοσδήποτε θελήσει νὰ πληροφορηθεῖ περισσότερα γιὰ τὸ θέμα αὐτό.
Ὁ κ. Φαρσάρης ἔχει ἐνδελεχῶς ἀσχοληθεῖ, περισσότερον παντὸς ἄλλου, γι’ αὐτὸ καὶ κρίνομε ἀντικειμενικότερη τὴν ἐργασία του.
Γράφει, λοιπόν:



«Ὡς γνωστὸν ἡ κήρυξη τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1866 στὴν Ἀνατολικὴ Κρήτη ἀποφασίστηκε στὴν ἱστορικὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη. 
Ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν οἱ πρῶτοι ἐπαναστάτες καὶ ἐξοπλίστηκαν μὲ ὅπλα καὶ πολεμοφόδια, ποὺ εἶχαν ἐκφορτωθεῖ στὸν ὅρμο Σίσι Μεραμπέλλου. Ἀκολούθως μετέβησαν στὴ γειτονικὴ Κερὰ Πεδιάδας, ὅπου καταρτίστηκε τὸ ἀρχηγεῖο καὶ ὁρίστηκαν οἱ ὁπλαρχηγοί. Ἐκλέχτηκε Ἀρχηγός τῶν 6 Ἀνατολικοτέρων Ἐπαρχιῶν τῆς Κρήτης ὁ ἐκ Βραχασίου Κωνσταντῖνος Σφακιανάκης καὶ Ὑπαρχηγός ὁ ἐξ Ἀβδού Πεδιάδας Ἀντώνιος Ζωγράφος – Ξανθουδίδης.
Σ’ ἐκεῖνες τὶς ἐπαναστατικὲς συνελεύσεις στὴ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη καὶ ἐν συνεχείᾳ στὴν Κερὰ συμμετεῖχε καὶ ὁ ἐκ Μέσα Λασιθίου Ἰωάννης Ἐμμ. Χαλάτσης - Χαλατσογιάννης (1820 - 1912) ὡς ἐπίτροπος (πληρεξούσιος) τῆς ἐπαρχίας Λασιθίου, ὁ ὁποῖος ἦταν προβεβλημένος καὶ διάσημος νιταδῶρος (ξυλογλύπτης τέμπλων). Ἔκτοτε, κατὰ τὴν πολεμική του δράση, ὁ Ἰωάννης Ἐμμ. Χαλάτσης, διορισμένος Πεντακοσίαρχος, σύχναζε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη, ποὺ χρησιμοποιοῦνταν ὡς κρησφύγετο. Μάλιστα ἦταν συγγενής του ἡ γυναίκα τοῦ Ἀρχηγοῦ Ἀντωνίου Ζωγράφου - Ξανθουδίδη, ἡ ἐκ Μέσα Λασιθίου Φωτεινὴ Γραμματικάκη - Φαρσάρη, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀντώνιος Ζωγράφος εἶχε παντρευτεῖ τὸ 1841, ὅπως σημειώνει στὴν αὐτοβιογραφία του, ποὺ βρίσκεται στὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο Ἡρακλείου.
Κατὰ τὰ χαλεπὰ ἐκεῖνα χρόνια, μετὰ ἀπὸ παρότρυνση τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Ἰωάννη Χαλάτση, ἐγκαταστάθηκε στὴ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη καὶ μιὰ καλογριὰ ἐκ Μέσα Λασιθίου μὲ τὸν ἀδερφό της, ὁ ὁποῖος ἔβοσκε τὰ ποίμνια τῆς Μονῆς. Ἡ ἐν λόγῳ καλογριά, συγγενὴς τοῦ Ἰωάννη Χαλάτση, ὀνομαζόταν Σοφουλιά, τὸ γένος Φαρσάρη. Τότε πούλησε ὅλα τὰ κτήματά της στὴ γενέτειρά της, τὸ Μέσα Λασίθι τοῦ Ὀροπεδίου Λασιθίου, καὶ ἀγόρασε πολλὰ ἐλαιόφυτα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη. Ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τῶν ἐλαιοφύτων τὸ μεγαλύτερο μέρος διέθετε γιὰ τὴν ἀνασυγκρότηση τῆς Μονῆς ἀπὸ τὸν ἐκ Βραχασίου ἱερομόναχο Ἄνθιμο Μανιουδάκη.
Τότε, κατὰ τὴν ἀναστήλωση τοῦ ναοῦ, ἡ ἐν λόγῳ καλογριὰ Σοφουλιὰ Φαρσάρη κάλεσε ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς καταγωγῆς της, τὸ Μέσα Λασίθι, τὰ τρία ἀνίψια της: 
1) Ἐμμανουήλ Γεωργ. Μακράκη (1835 - 1906), 
2) Παναγιώτη Γεωργ. Μακράκη (1840 - 1915) καὶ 
3) Ἰωάννη Γεωργ. Μακράκη (1842 - 1932), διάσημους ξυλογλύπτες τέμπλων, οἱ ὁποῖοι ὡς συντεχνία κατασκεύασαν, περὶ τὸ 1875 - 1880, τὰ περίτεχνα ξυλόγλυπτα τέμπλα τοῦ ναοῦ μὲ κύρια ἔξοδα τῆς καλογριᾶς Σοφουλιᾶς Φαρσάρη καὶ συνεισφορὲς τῶν κατοίκων τοῦ Βραχασοῦ.
Φωτογραφία του Μιχάλης Χουρδάκης Νίσπιτας.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΚΡΑΚΗΣ
Από το Μέσα Λασίθι Οροπεδίου Λασιθίου. Ξυλογλύπτης Ιερών Τέμπλων, Δεσποτικών θρόνων και εξαπτερύγων, λιθογλύπτης ιερών συμβόλων και προπυλαίων ιερών ναών. Γαμπρός του Γεωργίου Διαλλινά αφού είχε παντρευτεί τη Ζαμπιά αδερφή του Διαλλινιμιχάλη, προπάππους του Νίσπιτα.
 Στη φωτό τελείωμα ιερών τέμπλων ιερού ναού Αγίου Αντωνίου της ομόνυμης κοινότητας Μεραμπέλου . Είναι το τελευταίο του έργο (1931) και το έφτιαξε στην αυλή του σπιτιού του στην Απάνω Γειτονιά της Νεάπολης. Μας άφησε χρόνους το 1932. Το τέμπλο μετά από χρόνια μεταφέρθηκε στο νεκροταφειακό διμάρτυρο ναό του κοιμητηρίου στο χωριό Τσαμπί όπου καταστράφηκε από τα νερά που έτρεχαν από την οροφή αυτού του νεκροταφειακού ναού.
Σώζονται ακόμη μερικά τμήματα και κοσμούν τον εν λόγω ναό. Τη φωτό την τράβηξε ο Εμμανουήλ Φαϊτάκης Φιλόλογος και Γυμνασιάρχης στη Νεάπολη.

ΠΗΓΗ: Τα παραπάνω αναφέρονται στο χρονολόγιο του Μιχάλη Χουρδάκη Νίσπιτα.

Τὰ ἀνωτέρω ἀδέρφια Μακράκηδες εἶχαν διδαχθεῖ τὴν τέχνη τοῦ νιταδώρου (ξυλογλύπτη τέμπλων) ἀπὸ τὸν ἐκ Μέσα Λασιθίου συγγενῆ τους δεξιοτέχνη νιταδῶρο Ἰωάννη Ἐμμ. Χαλάτση - Χαλατσογιάννη, ποὺ ἀναφέραμε παραπάνω.
Ὁ ἐν λόγῳ λεπτουργὸς Ἰωάννης Χαλάτσης μυήθηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ ξυλογλυπτικὴ στὴν ἱστορικὴ Μονὴ Κρουσταλλένιας τοῦ Ὀροπεδίου Λασιθίου ἀπὸ καλογέρους τῆς Πάτμου καὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Κατὰ ἐξακριβωμένες ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα πληροφορίες ἦταν ὁ πρωτομάστορας, ὁ δάσκαλος καὶ ἱδρυτὴς τῆς ἐπονομαζόμενης ἀπὸ τοὺς εἰδήμονες ἄτυπης «Μεσαλασιθιώτικης Σχολῆς Νιταδώρων». Ἡ Σχολὴ αὐτὴ ἔβγαλε περίφημους ξυλογλύπτες τέμπλων (νιταδώρους), οἱ ὁποῖοι, εἴτε ὡς συντεχνίες εἴτε ὁ καθένας χωριστά, φιλοτέχνησαν μὲ ἔνθεο ζῆλο περὶ τὰ 200 ἐξαίσια τέμπλα κατὰ τὴν περίοδο 1850 - 1940. Τὰ τέμπλα αὐτὰ σώζονται καὶ κοσμοῦν ναοὺς σὲ χωριὰ καὶ μοναστήρια τοῦ Ὀροπεδίου Λασιθίου καὶ στὶς ἐπαρχίες Μεραμπέλλου, Ἱεράπετρας, Πεδιάδας, Βιάννου, Ρεθύμνου καὶ ἀλλοῦ.
Τὰ ὁλόγλυφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη – ὅπως καὶ τὰ ἄλλα τέμπλα τῶν ξυλογλυπτῶν τοῦ Μέσα Λασιθίου – ἔχουν παραστάσεις παρμένες ἀπὸ τὴν πλούσια βυζαντινὴ παράδοση. Εἶναι χωρισμένα σὲ τρεῖς ζῶνες:
Στὴν κατώτερη ζώνη, ποὺ εἶναι χωρισμένη μὲ κίονες, ὑπάρχουν εἰκόνες μὲ θέματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.
Στὴ μεσαία ζώνη ὑπάρχει τὸ εἰκονοστάσιο, ποὺ χωρίζεται μὲ κίονες. Ἐκεῖ τοποθετοῦνται οἱ φορητὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας, τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου στὸν ὁποῖο ἔχει ἀφιερωθεῖ ὁ ναός. Οἱ κίονες τῶν τέμπλων εἶναι ὁλόγλυφοι. Κοσμοῦνται μὲ ἑλισσόμενους κλάδους φυτῶν καὶ ἄνθη. Καταλήγουν σὲ κιονόκρανα μὲ φύλλα ἄκανθας.
Στὴν ἐπάνω ζώνη ὑπάρχει πλατὺ ἐπιστύλιο. Σὲ ὅλο τὸ μῆκος τοῦ ἐπιστυλίου ἑλίσσεται συμμετρικὰ μιὰ κληματίδα (ἄμπελος) μὲ σταφύλια. Ἀνάμεσα στὰ φύλλα ὑπάρχουν πουλιὰ καὶ φίδια. Ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἐπιστύλιο εἶναι τὸ Δωδεκάορτο, μεταξὺ δυὸ ἀνάγλυφων διακοσμητικῶν κορδονιῶν. Εἶναι χωρισμένο σὲ δώδεκα μέρη μὲ ὁλόγλυφους κιονίσκους. Στὸ Δωδεκάορτο τοποθετοῦνται δώδεκα μικρὲς φορητὲς εἰκόνες ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Πιὸ πάνω ἀπὸ τὸ Δωδεκάορτο ὑπάρχει φαρδὺ ὁλόγλυφο γεῖσο. Ὁ ἀνάγλυφος διάκοσμος τοῦ γείσου περιλαμβάνει κλάδους φυτῶν ἑλισσόμενους συμμετρικά, καρποὺς διάφορους, ἀνθρωπόμορφους λέοντες κ.λπ.
Στὸ μέσον τοῦ τέμπλου βρίσκεται ἡ Ὡραία Πύλη μὲ περίτεχνα σκαλίσματα. Ἐντυπωσιάζει τὸ “καμαρικό” τῆς Ὡραίας Πύλης. Ἡ Ὡραία Πύλη κλείνει μὲ βημόθυρα στὰ ὁποῖα εἶναι σκαλισμένες θαυμάσιες παραστάσεις.
Ψηλὰ στὸ κέντρο καὶ ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη εἶναι τοποθετημένος μεγάλος Σταυρός. Σὲ ὅλη του τὴν περίμετρο ἔχει ὡραῖο σκάλισμα. Ἐπάνω στὸ Σταυρό εἶναι ζωγραφισμένος ὁ Ἐσταυρωμένος Χριστός.
Ἑκατέρωθεν τοῦ σταυροῦ ὑπάρχουν δύο μικροὶ ὁλόγλυφοι φτερωτοί ἄγγελοι. Στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ ὑπάρχει ζωγραφισμένο τὸ κρανίο τοῦ Ἀδάμ. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοῦ Σταυροῦ ὑπάρχουν ὁλόγλυφοι δύο ὀφιοειδεῖς δράκοντες, τοποθετημένοι ὁ ἕνας ἀπέναντι τοῦ ἄλλου (ἀντωποὶ δράκοντες).
Ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ὀφιοειδεῖς δράκοντες καὶ ἑκατέρωθεν τοῦ μεγάλου Σταυροῦ εἶναι τοποθετημένα τὰ “Λυπηρά” μὲ ὡραῖο σκάλισμα περιμετρικῶς. Στὸ ἕνα εἶναι ζωγραφισμένη ἡ Παναγία ὀδυρομένη καὶ στὸ ἄλλο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, συντετριμμένος.
Τὸν ὅλο διάκοσμο τοῦ τέμπλου συμπληρώνουν τρία ὁλόγλυφα περιστέρια, στερεωμένα μὲ μεταλλικὸ στέλεχος. Ἀπὸ τὸ ράμφος κάθε περιστεριοῦ κρέμεται ἕνα καντήλι.
Τὸ τέμπλο κάθε κλίτους ἀποτελεῖται ἀπὸ διακόσια περίπου κομμάτια. Καθὼς εἶναι τέλεια συναρμολογημένα, ἀποτελοῦν ἕνα ὑπέροχο ἑνιαῖο καλλιτέχνημα.
Τὰ τέμπλα, ἐπιχρυσωμένα καὶ συμπληρωμένα μὲ βυζαντινὲς εἰκόνες, συνθέτουν ἕνα ἁρμονικό σύνολο ποὺ μαγεύει τὴν ὅραση, γεμίζει δέος τὴν ψυχὴ καὶ δημιουργεῖ κατάνυξη. Μένει ἔκθαμβος ὅποιος παρατηρεῖ αὐτὰ τὰ λεπτουργήματα καὶ ἔκπληκτος ἀκούει τοὺς εἰδήμονες νὰ περιγράφουν καὶ νὰ ἀναλύουν τοὺς βυζαντινοὺς συμβολισμοὺς τῶν παραστάσεων.
Τὰ αὐθεντικὰ καὶ πρωτότυπα σχέδια (ἀνθιβόλια) τῶν τέμπλων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη διασώζονται. Τὰ ἔχει στὸ προσωπικό του ἀρχεῖο ὁ γράφων τὴν παροῦσα ἐργασία Ἐμμανουὴλ Ἰωάν. Φαρσάρης, ἐκ Μέσα Λασιθίου συνταξιοῦχος δάσκαλος, ποὺ διαμένει στὴν Ἱεράπετρα. Εἶναι δισέγγονος τῶν νιταδώρων Ἰωάννη Ἐμμ. Χαλάτση καὶ Παναγιώτη Γεωργ. Μακράκη καὶ ἐγγονὸς τοῦ ἐπίσης νιταδώρου Ζαχαρία Κωνστ. Χαλάτση - Χαλατσοζαχάρη (1865 - 1946), ποὺ ἦταν γαμπρός (εἶχε παντρευτεῖ τὴν κόρη) τοῦ ἀνωτέρω Παναγιώτη Μακράκη. Τὰ ἐν λόγῳ σχέδια διέσωσε ὁ Ἰωάννης Ζαχ. Φαρσάρης - Χαλατσογιάννης ὁ νεότερος (1905 - 1990), πατέρας τοῦ ἐν λόγῳ Ἐμμανουήλ Ἰωάν. Φαρσάρη».

Ἐμμανουήλ Ἰωάν. Φαρσάρης,
Συνταξιοῦχος Ἐκπαιδευτικός


Βιβλιογραφία:
Ἐμμανουήλ Ἰωάν. Φαρσάρη:
1) Βιβλία:
α’) Οἱ ξυλογλύπτες (νιταδῶροι) τοῦ Μέσα Λασιθίου. Αὐτοέκδοση, 2001.
β’) Μέσα Λασίθι, ἕνα ἱστορικὸ χωριὸ τοῦ Ὀροπεδίου Λασιθίου, σελίδες 109 ἕως 136. Αὐτοέκδοση, 2003.
γ’) Ἡ θρησκευτικὴ παράδοση στὴν Ἀνατολὴ Ἱεράπετρας ἐπὶ Βενετοκρατίας καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, σελίδες 108 ἕως 132. Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας, 2008.
δ) Οἱ ὁπλαρχηγοί τοῦ Μέσα Λασιθίου κατὰ τὶς Κρητικὲς Ἐπαναστάσεις. Ἔκδοση Νομαρχιακῆς Αὐτοδιοίκησης Λασιθίου, 2009.
2) Μελέτες:
α’) Τὰ ὑπέροχα ξυλόγλυπτα τέμπλα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη. Ἐφημερίδα Ἁγ. Νικολάου ΑΝΑΤΟΛΗ, 27-4-2006 (ἔνθετο «Ἐξ Ἀνατολῶν», σελ. 30-31).
β’) Ἡ ξυλογλυφία στὴν Κρήτη. Περιοδικὸ Ἄγκυρα Ἐλπίδος, τεῦχος 31, Μάρτιος - Ἀπρίλιος 2006, σελ. 21-25. Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καὶ Σητείας.
Ἄλλες πηγές:
α’) Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια καὶ Ἐρημητήρια τῆς Κρήτης, τόμ. Α’ , σελ. 346.
β’) Ἀριστ. Βουρλάκη, Ἡ Ἱστορικὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Βραχασώτη, δακτυλογραφημένο κείμενο, ἀχρονολ.
γ’) Μανώλη Πιτυκάκη, βλ.: Τουριστ. Ὁδηγὸς Λασιθίου, Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης, 1976, σελ.152-156.
δ’) Μιχάλη Χουρδάκη - Νίσπιτα, Λαογράφου, Βιογραφίες…,Ἀθήνα, 2011, σελ. 128,9.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο Μιχάλης Πεδιώτης με τον Γιώργη Γουλιδάκη!!! Μια σχέση αγάπης και μίσους!

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;

Φωτογραφία από το 1925 του πρώτου αυτοκινήτου της γραμμής Ηρακλείου - Νεαπόλεως στο Βραχάσι!

Ο Μανόλης Ιεραπετριτάκης πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής σε ηλικία 75 χρονών!

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

O Μιχάλης....

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς δίνει συνέντευξη στο Βραχάσι το 1992