Παρουσίαση από τον Φιλόλογο Δημήτρη Περοδασκαλάκη του βιβλίου "Ενιαύσιον 365+1 Χαϊκού", του Πρωτοπρεσβύτερου Βαγγέλη Παχυγιαννάκη



Του 

Δημήτρη π΄ Ματθαίου Περοδασκαλάκη, 

Φιλολόγου


  

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΧΥΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ενιαύσιον
365+ 1 Χαϊκού

    
Με χαρά έλαβα προ καιρού ένα ακόμη καλαίσθητο βιβλίο του πολυσεβάστου και πολυαγαπητού μου, ευφήμως γνωστού και πέραν της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου αλλά και πέραν της Αρχιεπισκοπής Κρήτης, Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, στο πρόσωπο και τη βιοτή του οποίου συναριθμούνται μαζί με την Aξιοσύνη του Ιερέως ποικίλα και πλείστα χαρίσματα του Πνεύματος. Πολυγραφότατος συγγραφέας βιβλίων εκκλησιαστικού, ιστορικού και θεολογικού περιεχομένου, δοκιμότατος υμνογράφος και ποιητής, μουσικολογιότατος ιεροψάλτης, αγιογράφος καλλιτέχνης, μαχητικός αρθρογράφος, δεινός ομιλητής, αγαθός διδάσκαλος και παιδαγωγός θεολόγος καθηγητής. Και όλα τούτα γύρω από τον έναν και μόνον άξονα της ζωής του, τον Σαρκωμένο Θεόν-Λόγον, τον οποίον στερρώς διηκόνησε και διακονεί.
    Αυτήν ακριβώς την διακονία που δεν είναι άσχετη με τα ριζώματα της ανθρώπινης ύπαρξης καταθέτει ο π. Ευάγγελος με το ποιητικό του βιβλίο Ενιαύσιον 365+1 χαϊκού. Ο ποιητικός λόγος -έτσι τον όρισαν μεγάλοι ποιητές- δεν είναι παρά ο φυσίζωος ανασασμός της ψυχής, και ο π. Ευάγγελος βαθιά ενήμερος για το μυστήριο του Λόγου και του ποιητικού φαινομένου συμμερίζεται αυτή τη θέση, καθώς δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του ότι στον ποιητικό λόγο «η θρυμματισμένη σκέψη μας [...] αναζητά μια χαραμάδα για ν’ αναπνεύσει».


     Αυτές τις 365 +1 χαραμάδες, μια για κάθε μέρα του έτους (δίσεκτου ή μη) τεχνούργησε και σμίλεψε με γνώση και με τρόπο πάνω στη σκληρή πέτρα της Σιωπής και του Άρρητου. Αυτόν τον σεσιγημένον και  εύμολπον ήχο του αδαπάνητου Νοήματος του Κόσμου ακούει, μεταγράφει και συλλαβογραφεί στο περιώνυμο ποιητικό είδος Χαϊκού με σύνταξη (5+7+5) συλλαβές. Η αυστηρότητα αυτού του ποιητικού είδους απαιτεί ασκημένους και λεπτοφυείς νόες που με ακρίβεια ανατόμου διακρίνουν από τη μια την υφή των πραγμάτων και μεταγγίζουν από την άλλη, χωρίς απώλειες, το ακριβό απόσταγμα της αλήθειάς τους σε μορφή λόγου που στοιχίζεται με το νόημα. Τούτο το παιγνίδι του λόγου έθελξε τον π. Ευάγγελο, ο οποίος και ανεδείχθη εγκρατέστατος παίκτης- με την αρχαιοελληνική, φιλοσοφική σημασία του όρου (σπουδάζομεν άμα τε παίζομεν). Γι’ αυτό και τα Χαϊκού του π. Ευαγγέλου είναι πολύκαρπα φανερώματα χρόνιας σπουδής και μαθητείας τόσο στη λεγόμενη θύραθεν όσο και στην ελληνόγλωσση ορθόδοξη θεολογική παράδοση και γραμματεία. Αλλά και φανερώματα ανθρώπου αισθαντικού που δονείται στα σκιρτήματα της ψυχής, τρέφεται στα χρώματα της φύσης και εξεγείρεται στα  ζητήματα της νεοελληνικής κοινωνικής και πολιτικής παθογένειας.
    Υπό την έννοια αυτή, ο π. Ευάγγελος καταθέτει μια ποίηση που θεο-λογεί με απλό τρόπο-δεν είναι τούτο ευκαταφρόνητο-χωρίς ωστόσο  παρεκκλίσεις από το γράμμα και το πνεύμα της χριστιανικής πίστης (Θανάτου θρήνος/ κενός του Άδη χώρος/ Η Ανάσταση) ή (Ο ιχθύς οπτός, / «μελισσίου κηρίον»/ αριστήσατε) και ανθρωπο-λογεί  σε βάθος, είτε με τη ματιά του φιλοσόφου νου (Η ζωή γυρνά/ στο αρδάχτι του χρόνου/ ασταμάτητα) είτε με το ρομαντικό συναίσθημα του αυθεντικού, φυσικού ανθρώπου (Στα γυμνά κλαδιά/ορφανό κλαψοπούλι,/ Φθινοπώριασε) είτε με την ψυχική ενόρμηση του ερωτικού προσώπου (Όλα ωραία, /χαμόγελο στο κύμα,/ η ανάσα σου) είτε με τη γνωμική διατύπωση του σφυρηλατημένου αποφθέγματος (Όταν κοιμάται/ ο ποιμένας, πλουτίζουν/ οι κρεοπώλες) είτε τέλος με τον ωμό, αρχιλόχειο και αριστοφανικό τόνο μιας πολιτικής συνείδησης που διαθέτει αντικομφορμιστικά ανακλαστικά και πνευματικό θάρρος για να καταγγέλλει την εξαχρείωση και τις δημόσιες αμαρτίες που έχουν πλεονάσει σε αυτόν τον τόπο (Όλοι γαύγιζαν/ κανένας δεν μιλούσε./Κυνοβούλιο!), (Κάλπες, κάλπικα!/προβλέψεις ωροσκόπων,/ μυαλά...κάλπικα!), (Δημοκρατία∙ /καπνισμένη τσουκάλα, /μπρόκολα βραστά!).
     
Έτσι ο θεολόγος συναντά τον ποιητή (και τούμπαλιν), ο ποιητής τον πολίτη, ο πολίτης τον άνθρωπο, ο άνθρωπος τον Θεό. Αυτή ωστόσο η πολυμέρεια δεν ακυρώνει την βαθύτερη ενότητα της ποιητικής συλλογής- η οποία ιδιοτύπως θα μπορούσε να εκληφθεί και ως σύνθεση- αντιθέτως ισχυροποιεί τους αρμούς της και καταδεικνύει την πολυείδεια αλλά και την ενότητα του αρραγούς ποιητικού πνεύματος που την συγκρότησε. Γι’ αυτό και στην περίπτωση του π. Ευαγγέλου θα έλεγε κανείς, με τον τρόπο του ποιητή και κριτικού Νίκου Φωκά, ότι «θρησκεία και ποίηση μάς παραδίδονται ως μια ενότητα» ή με τα λόγια του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου (για τον οποίο ο π. Ευάγγελος έχει γράψει τη σχετική Παράκληση-Ποίημα, εκδ. Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2014) ότι «για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής». Και τούτο ο Άγιος Πατήρ δεν το εννοεί πρωτίστως με τους τεχνικούς όρους της ποίησης των στίχων αλλά με τους όρους της κεκαθαρμένης καρδίας και των εξαγιασμένων αισθήσεων διά των οποίων τα πάντα συγκεφαλαιούνται και τέμνονται εν Λόγω Αγάπης, δηλαδή Πληρότητος. Αυτή λοιπόν η αίσθηση της αδιαίρετης (παρά τα επιφαινόμενα) ενότητας  του Πνεύματος με τον Κόσμο συνιστά την ποιητική ορίζουσα του π. Ευαγγέλου, η οποία και μορφοποιείται σε επιμέρους χαϊκού.    
     Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί ότι ο λόγος του π. Ευαγγέλου εκτός από την πειθαρχημένη για τις ανάγκες του είδους Χαϊκού συλλαβική κατασκευή, διαθέτει –και τούτο δηλώνει και την ποιότητά του- όλα αυτά που συνιστούν τις αρετές του ποιητικού λόγου, τα εγγενή του στοιχεία, την ένταση δηλαδή που προκύπτει: α) από τις απροσδόκητες (ειρωνικές) ζεύξεις: «κώνειο-αναψυκτικό» (με το χριστιανικό υπονοούμενο: εν τόπω αναψύξεως), «ροδιά-κοκέτα» (υπαινικτικός, συγκλίνων και αποκλίνων συνειρμός με την Τρελή Ροδιά του Ελύτη) «θαλασσινή ταραχή.../ωχ προβατάκια» (αφομοιωμένο απήχημα του Σολωμικού: λευκό βουνάκι πρόβατα, κινούμενο βελάζει) β) από την αρμονική χρήση σπάνιων λέξεων ή το πλάσιμο νέων «ψυχολιώνει, θυελλοπόρος, λυκόλακες»  γ) από τα σχήματα λόγου ( παρηχήσεις-συνηχήσεις) «Φεγγάρι του Χα,/που βλέπεις το Βραχάσι– ανονείρευτο/ παραμονεύει» δ) από την λαλούσα εικονοποιία «Αστραπόβροντα∙/ολόφωτες κορδέλες/ στον ορίζοντα» ε) από την διασταύρωση του βάθους του νοήματος με την έκταση και το εύρος των ποιητικών αναφορών (πίστη-ψυχήφύση-πολιτεία).  
    Ο π. Ευάγγελος με την εδραία πίστη του στον Αναβαλλόμενον  το Φως ως ιμάτιον -και ας ανακαλύπτει η επιστήμη συνεχώς μαύρες τρύπες στον ουρανό, παρότι πιο αβυσσαλέες περιδινούνται στις κοινωνίες μας- επισκοπεί με τον άγρυπνο οφθαλμό του τα θεία και τα ανθρώπινα, «ξεφυλλίζει», όπως γράφει σε ένα χαϊκού του, «τη ζωή σαν το κρεμμύδι» και καταθέτει τα ευρήματά του: το δάκρυ και τη χαρά, την ανθρωπιά και την απανθρωπία, τον τάφο και την Ανάσταση. Ευρήματα που δείχνουν όχι μόνον την έκπτωτη ιστορική πορεία και εμπειρία του ανθρώπου αλλά και τα δύσκολα στοιχήματά του εν χρόνω. Στοιχήματα που αποτυπώνουν τον αγώνα του να συλλάβει και να ζήσει το Δομικό μυστήριο της Ύπαρξης και του Κόσμου, να αναγάγει τον εαυτό του από την πραγματικότητα στη Δυνατότητα, από το ρητό στο Άρρητο, από το ορατό στο Αόρατο, από το φυσικό στο Μεταφυσικό, που εγκαταβιοί εν τέλει μέσα μας. Γι’ αυτό και ο π. Ευάγγελος- ασκημένος ο ίδιος σε αναζητήσεις, βιώματα και έντονους πνευματικούς αγώνες που αποκαλύπτουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνον ιστορική κατηγορία- μας καλεί με τους στίχους του να ανασαίνουμε καθ’ ημέραν το μυστήριο του Θεού και του Ανθρώπου, να ιερουργούμε τους εαυτούς μας  εν Λόγω Ποιήσεως, για να είμαστε ικανοί τοῠ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων (αριθ. 225). Γιατί «ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση [...] Είναι μια πράξη εμπιστοστοσύνης- κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης», σημειώνει ο Σεφέρης ήδη από το 1963 στην ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ.
    Ευχαριστούμε τον π. Ευάγγελο για την τιμητική αποστολή του εξαιρετικού βιβλίου του, τον συγχαίρουμε επίσης για τούτα τα κρυστάλλινα ρήματα θεογνωσίας και ανθρωπογνωσίας που καταθέτει στο ταμιείον της ελληνικής γλώσσας, για τούτα τα αναμμένα μελισσοκέρια στο μέγα πολυκάντηλο της ελληνικής ποίησης. Ποιήματα μυρωμένα από την Μυροφόρο Ποίηση, Δωρεά Πνεύματος διά χειρός Μυροφόρου Αποστόλου και Αξίου Λειτουργού της.                   


                          

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!