ΣΧΟΙΝΙΑΣΘΗΚΑΜΕ;


Του 
Πρωτ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη
          

        Σε όλες τις εποχές, όσοι συντηρούμε ακόμη βιώματα και μνήμες από αναγνώσματα, όπως εκείνα του Παπαδιαμάντη, έρχονται και μας κρατούνε συντροφιά οι ήρωές τους, που διατηρούνε όλη τη ζωντάνια μιάς εποχής που δεν χάθηκε. Μπορεί να άλλαξαν τα σκηνικά,  η σκηνογραφία, όμως συνεχίζει να τροφοδοτείται  ο στοχασμό μας, αφού τα τοπία, η φύση με τα μαγευτικά ακρογιάλια και τις όμορφες  βουνοκορφές, τα όρη τα παραθαλάσσια τ’  ανερχόμενα αποτόμως διά κρυμνώδους ακτής… είναι παρόντα, έστω και αν λιγοστεύει το πράσινο κι εμείς απομακρυνόμαστε από τις συνήθειες των αγραυλούντων αιπόλων.  
            Τώρα, στην αλλαγή της εποχής, πήρα πάλι κοντά μου ένα από τους σκονισμένους τόμους των Απάντων  του κοσμοκαλόγερου και ξαναδιάβασα το γνωστό διήγημα: Όνειρο στο κύμα. Ποιος είπε πως ο Παπαδιαμάντης δεν είναι σύγχρονος; Συγχρονότατος είναι στις ηθογραφικές περιγραφές του και ωφελιμότατος γι’ αυτούς που διατηρούνε ακόμη ευαισθησίες, που δεν τις ξέρανε ο λίβας του παγκοσμιοποιημένου αλαλούμ, ή δεν τους σάρωσε ο άμυαλος μοντερνισμός των κουλτουριάρηδων, που με δαιμονική φρενίτιδα προσπαθούν να αφανίσουν κάθε πνευματική ικμάδα του νεοέλληνα, ξεκινώντας από την παιδεία και φθάνοντας ως την πολιτική και τη δημοκοπική φλυαρία του καφενείου και της πιάτσας. 
      «΄Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών και δεν ήξευρα ακόμη άλφα...Ήμην ωραίος έφηβος, κι έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και εις τας βρύσεις… Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής…» Ακούοντας κανείς αυτόν τον παπαδιαμάντιο ήρωα αυτολοιδωρούμενο, βλέπει αμέσως ξεκάθαρα τις γενιές της Μεταπολίτευσης, μεταλλαγμένες,  που άφησαν την ομορφιά της ζωής στην πανώρια  φύση, τον καθαρό αέρα, το δροσερό νερό σε κάποιο ριζοχώρι κι ήρθαν να μάθουν γράμματα ή να δουλέψουν γκαρσόνια σε κάποια τουριστική μονάδα.                           
      Ο ήρωας του διηγήματος αναπολεί:
         Ακόμη κι αυτοί, που πέρα από την αλφαβήτα σπούδασαν κάποια επιστήμη κι αυτονομήθηκαν σε κάποιο αξίωμα ή δουλεύουν σε κάνα γραφείο, όπως ο ήρωας του διηγήματος που σπούδασε δικηγόρος, και ο οποίος δεν περιγράφει απλώς την μετεξελικτική του πορεία, αλλά  νοσταλγεί την πρωτινή του νεανική αθωότητα, την ανέμελη ζωή του χωριού, του ευγενούς και ελεύθερου νέου μέσα στην αμάθεια και τον πρωτογονισμό του, κατέληξε όμως να σαρκάζει την τωρινή του ζωή και να γεύεται «την κατήφεια του αποξενωμένου μισθωτού», βλέπουν ο καθένας τη διάψευση των προσδοκιών του κι αισθάνεται φτωχός, ηττημένος, άπραγος, δούλος. Ακόμη και στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η αθωότητα έμοιαζε με την εποχή του Παπαδιαμάντη, έτσι, που μπορούσε κανείς να πει: «Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής…».
            Τώρα, «Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κι εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’  όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου», σκέπτεται ο ήρωάς μας και αναπολεί: «Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 19…  Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός κι έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια…».
          Άλλαξαν οι άνθρωποι, άλλαξαν κι οι καιροί. Ξεχάσαμε το χωριό της καταγωγής μας κι όταν κάποτε το θυμόμαστε και το επισκεπτόμαστε το βρίσκομε αλλαγμένο κι αυτό. Δεν το αναγνωρίζομε.
Ούτε το μικρό λιμανάκι που το περνούσαμε μακροβούτι, ούτε το καφενείο του Πετρογιώργη, με την παροιμιώδη ανθρώπινη διαχυτικότητα. Ακόμη κι οι μαγατζέδες πουλήθηκαν στο λιμάνι κι έγιναν καφετέριες και τα παλιά γνώριμα σπίτια στο χωριό άλλαξαν νοικοκύρηδες και δεν βρίσκεις άνθρωπο ν’  ανταλλάξεις μια κουβέντα στη γλώσσα σου.
            Και «όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το οποίον εσχοινιάσθη κι επνίγη  η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλον σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αυθέντου του, διαπορώ μέσα μου, αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως ΄΄σχοινίασμα κληρονομίας΄΄ δι’ εμέ…», αποφαίνεται ο παπαδιαμαντικός αφηγητής.  Μ’ αυτές τις σκέψεις μας ωθεί ο Παπαδιαμάντης  να νοσταλγήσομε «τον φυσικόν άνθρωπον», μήπως τον ξαναβρούμε τουλάχιστον στα πρόσωπα των παιδιών μας, γιατί εμείς μάλλον σχοινιασθήκαμε!
              

                

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!