Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη:Οι πρώτες μέρες της κατοχής

Αποτέλεσμα εικόνας για ναζι τρίκυκλο


Πρωί- πρωί μας ξύπνησαν οι φωνές του παππού Νικόλη ο οποίος, μη μπορώντας να κλείσει μάτι όλη τη νύχτα, υπέφερε από πόνους στη μέση, είχε σηκωθεί πολύ νωρίς. Βγαίνοντας λοιπόν στ’αγνάντια και κοιτάζοντας προς τον κεντρικό δρόμο, δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του!
Αρμάδα από τεθωρακισμένα αυτοκίνητα και πίσω τους εκατοντάδες μοτοσικλέτες,  με κασόνι πλάι και άνδρες οπλισμένοι σαν αστακοί έρχονταν από το Ηράκλειο και κατευθύνονταν προς τη Σητεία, για να καταλάβουν όλο το νησί.
 Ξυπνήσαμε κι εμείς και με τα τσιμπλιασμένα από τον ύπνο μάτια μας μείναμε ακίνητοι, παρακολουθώντας την πρωτόγνωρη κουστωδία.
Σε λίγο, αφού ήπιαμε το γάλα μας, πήγαμε στου Κυριακογιώργη το μετόχι, που είχαν μαζευτεί αρκετοί χωριανοί και Μαλιώτες, για να συζητήσουμε τις εξελίξεις και να αποφασίσουμε εάν θα πρέπει να επανέλθουμε στο χωριό. Εν τω μεταξύ πληροφορηθήκαμε ότι οι Ιταλοί που σε νηοπομπή περίμεναν έξω από τον Άγιο Νικόλα, τελικώς έκαναν απόβαση στη Σητεία και προχώρησαν στην κατάληψη ολοκλήρου του Νομού Λασιθίου, ο οποίος τους  παραχωρήθηκε από τους Γερμανούς.  Η παρέα απεφάσισε να επιστρέψουμε όμως με κάθε προφύλαξη, δεν ξέραμε τι θα συναντήσουμε.
Φορτώσαμε και πάλι την πραμάτεια μας στον Παστελά και κατηφορίσαμε για το Σίσι  και στη συνέχεια πήραμε το δρόμο για το Βραχάσι. Σε όλη τη διαδρομή ως το χωριό μας προσπερνούσαν μοτοσικλέτες και αυτοκίνητα γερμανικά, χωρίς ωστόσο να μας ενοχλούν.
Στο Σελλινάρι σταματήσαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου του θαυματουργού να προσκυνήσουμε και να ευχαριστήσουμε τον Θεό για την σωτηρία μας.
Εκεί συναντήσαμε μια ομάδα από γυναικόπαιδα μαζί με  έναν ιερέα από τη Βάθια. Ήταν φοβισμένος γιατί, όπως μας είπε, τον έψαχναν οι Γερμανοί να τον εκτελέσουν. Είχαν τη φωτογραφία του, κάθ’ ότι κατεβαίνοντας οι αλεξιπτωτιστές είχαν μαζί τους φωτογραφικές μηχανές και φωτογράφιζαν το καθετί. Ήταν πολύ καταβεβλημένος και κουρασμένος από την διαδρομή. Ξεπέζεψε η γιαγιά από το γάιδαρο και αφού καβάλησε ο ιερέας, τον μεταφέραμε μέχρι το χωριό μαζί με τους υπόλοιπους, παρακάμπτοντας όμως από τα Τσικαλαριά, για να μη μας αντιληφθούν οι Γερμανοί. Μας  ευχαρίστησαν και συνέχισαν το ταξίδι τους για το Καλό Χωριό. Από o,τι έμαθα, τον συνέλαβαν αργότερα οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν.
Εμείς, με κάθε μυστικότητα κρυφτήκαμε στο σπίτι και από την κλειδαρότρυπα παρακολουθούσαμε τους Ιταλιάνους να ανεβοκατεβαίνουν το δρόμο μας με τα μακρόκανα όπλα τους. Το χωριό αρχικά κατελήφθη από ένα λόχο ιππικού ο οποίος  είχε καταλάβει τα σχολεία και αρκετά σπίτια, τα πλέον κατάλληλα για διαμονή των αξιωματικών. Τα άλογα τα στάβλισαν στο κατάλυμα της Χατζιράκλενας και σε κήπους που διαμόρφωσαν κατάλληλα.
Εμείς σιγά -  σιγά ξεθαρρέψαμε και αρχίσαμε να κυκλοφορούμε στο χωριό.
Θυμάμαι, ένα πρωινό που βρέθηκα στη μεσοχωριά, έξω από το καφενείο του Τελαλογιάννη, σταμάτησε μια μοτοσικλέτα με δύο Γερμανούς αστυνομικούς (Gestapo). Τους γνώρισα, γιατί είχαν ένα  μεταλλικό πέταλο κρεμασμένο στο λαιμό τους. Έρχονταν από το Ηράκλειο και κατευθύνονταν προς τη Σητεία. Πείνασαν και σταμάτησαν να πάρουν το κολατσιό τους. 
Φώναξαν την Τελαλογιάννενα να τους ετοιμάσει είκοσι αβγά και ψωμί. Τους έφτιαξε τα είκοσι αβγά βραστά και στο λεπτό τα καταβρόχθισαν! Κατέβασαν και δύο ποτήρια κρασί και, αφού ευχαρίστησαν, συνέχισαν τον δρόμο τους, αφήνοντάς μας άναυδους με την λαιμαργία τους!
Τα βράδια του καλοκαιριού μαζευόμαστε όλη η γειτονιά έξω από το σπίτι μας, στα σκαλοπάτια της αυλής και στα πεζούλια του Χατζήκαφετζή, λέγοντας διάφορες ιστορίες, για να περνά η ώρα. 
Η κυκλοφορία επιτρεπόταν μέχρι τις εννέα το βράδυ. Δέκα λεπτά νωρίτερα οι Ιταλοί έδιωχναν  τους άνδρες από τα καφενεία και αυτοί με τη σειρά τους επιστρέφοντας στα σπίτια τους  ειδοποιούσαν και μας να πάμε για ύπνο.
Θυμάμαι τον γεράκο τότε  Κυριακογιάννη που, μόλις μας έβλεπε από τον δρόμο να καθόμαστε ακόμα, έβαζε τις φωνές:
-     Dormire (ύπνο), dormire! Και όλοι μας κάναμε την σκορπιστή, τροχάδην για ύπνο!
Τις πρώτες  μέρες της κατοχής εμφανίστηκαν στο χωριό τέσσερις ξένοι σφουγγαράδες από την Κάλυμνο που η κακοκαιρία τους έβγαλε στο Σίσι. 
Ήταν τ’αδέλφια Θέμελης και Παρθένης Σμαλιός, ο Νικήτας Σαρλής και ένας τέταρτος, που δεν θυμάμαι το όνομά του. Οι χωριανοί προσφέρθηκαν να τους φιλοξενήσουν. Τους βρήκαν σπίτι και τα απαραίτητα μέσα και τρόφιμα, για να περάσουν τις πρώτες δύσκολες μέρες. Βλέποντας  ότι ήταν αδύνατο να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αναγκάστηκαν να εργαστούν οι τρεις σε γεωργικές δουλειές που τους προσφέρθηκαν  και ο τέταρτος, ο Νικήτας, επειδή ήταν πολύ καλός οργανοπαίκτης στο  βιολί, τον παίρνανε σε γάμους και βαπτίσια και έτσι πέρναγε καλά. Αργότερα γνωρίστηκαν καλύτερα με τούς ντόπιους, βρήκαν κοπέλες από το χωριό παντρεύτηκαν  και έκαναν οικογένειες.


Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου 
1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο Μιχάλης Πεδιώτης με τον Γιώργη Γουλιδάκη!!! Μια σχέση αγάπης και μίσους!

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;

Φωτογραφία από το 1925 του πρώτου αυτοκινήτου της γραμμής Ηρακλείου - Νεαπόλεως στο Βραχάσι!

Ο Μανόλης Ιεραπετριτάκης πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής σε ηλικία 75 χρονών!

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

O Μιχάλης....

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς δίνει συνέντευξη στο Βραχάσι το 1992