Γεώργιος Ιεραπετρίτης: "Η αρχή του πολέμου(1940)"


Βραχάσι με τον Αναύλοχο - Κεντουγκλά

 1. Η αρχή του πολέμου(1940)

28 Οκτώβρη 1940. Πρωί - πρωί ξεκίνησα για το μάθημα. Πήγαινα τότε στην πρώτη τάξη του Δημοτικού.
Η δασκάλα μας, Μαρίκα Ξυλά, μας έβαλε στην τάξη να γράψουμε το αλφάβητο στην πλάκα μας με το κοντύλι και ξεγλίστρησε στο γραφείο του Διευθυντή μαζί με τους άλλους δασκάλους. 



Το Ηρώον των Πεσόντων στους Αγώνες του Έθνους
Όλοι φαίνονταν ανήσυχοι, σαν κάτι να ήξεραν. Η παιδική μου φαντασία προσπαθούσε να δώσει μια εξήγηση, αλλά μάταια. Θυμόμουνα τα μικρά φανταράκια της νεολαίας ΕΟΝ, όπως την λέγαμε, με τους Σκαπανείς και τους Φαλαγγίτες, τους φόβους με τις βόμβες και τα ασφυκτικά αέρια, που μας λέγανε στις διαλέξεις της αεράμυνας, και τόσα άλλα, τρομερά για την παιδική μας φαντασία.
Κάτι συνέβαινε. Η ανησυχία μας δεν άργησε να κορυφωθεί όταν η δασκάλα μας μάζεψε κοντά της και μας είπε:
- Παιδιά, φευγάτε για το σπίτι σας. Το σχολείο σταματά και οι δάσκαλοί σας φεύγουν για τον πόλεμο!
- Πόλεμο; αναρωτηθήκαμε, και τα παιδικά μας ματάκια καρφώθηκαν πάνω της. Κάτι περισσότερο ζητούσαμε να μάθουμε. 

- Οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Μπήκαν από την Αλβανία και προχωρούν μέσα στην πατρίδα μας. Πρέπει όλοι μας να δείξουμε ότι είμαστε απόγονοι των Μαραθωνομάχων! 
Ψάλαμε τον Εθνικό ύμνο και, αφού φιλήσαμε τους δασκάλους μας, που έφευγαν για το μέτωπο, φύγαμε τρεχάλα για τα σπίτια μας. 
Το πέρα Σχολείο
Όλο το χωριό ήταν ανάστατο. Οι άνδρες μαζεμένοι στο καφενείο του Κουλούρα άκουγαν τις πρώτες ειδήσεις με τις ηλικίες και τον τόπο που καλούνταν να καταταγούν. Τα πρώτα αυτοκίνητα με τους επιστρατευμένους στις καρότσες τους - όπως πιο μπροστά έβλεπα να κουβαλάνε τα σφαχτά πρόβατα και αίγες - σταμάτησαν στο Πρόκι και τη Βαγιά, για να ανέβουν και οι δικοί μας. Φιλιά αποχωρισμού από μανάδες, αδέλφια και παιδιά, συνθέτανε μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί.
- Καλή αντάμωση! Και με τη νίκη!
Αυτά ήταν τα λόγια που αντάλλαζαν μεταξύ τους αυτοί που έμεναν με αυτούς που έφευγαν για το μέτωπο. Κανείς δεν ήξερε πόσοι από αυτούς θα γυρίσουν και πόσοι θα πέσουν υπερασπίζοντας την πατρίδα μας.
Θυμάμαι τον γείτονά μας, τον Μανόλη τον Καφετζάκη, μπροστά στο παπουτσάδικο του Ροβύθη (Καζάνη), που αποχαιρέτησε για τελευταία φορά τη μάνα και τις αδελφές του.
To παιδικό μου μυαλό δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της συμφοράς. Όλα τα ‘βλεπε σαν πανηγύρι του Αϊ- Γιώργη στο Σελλινάρι, όπου τα αυτοκίνητα φορτωμένα προσκυνητές πηγαινοερχόντουσαν όλη την ημέρα.
Οι γεροντότεροι που έμειναν στο χωριό, μια και η ηλικία τους ήταν προχωρημένη, προσπαθούσαν να μας καθησυχάσουν.
- Μη φοβάστε! Ο στρατός μας είναι καλός. Έχουμε και συμμάχους που θα μας βοηθήσουν. Θα τους ρίξομε στη θάλασσα!
Αυτά και πολλά άλλα συζητιόνταν στα σοκάκια και στα ντουκιάνια.

Ο καημός για μας τα παιδιά ήταν: «Γιατί να μην είμαστε και εμείς μεγάλοι να βοηθήσουμε την πατρίδα μας;»
Ο Πατέρας μου όρθιος
με τον φίλο του Τζανάκη Μιχάλη
στην Αθήνα λίγα χρόνια
πριν κηρυχθεί ο πόλεμος

1. H πρώτη μου εμπειρία
Ήταν η ώρα δέκα το πρωί. Ένα απριλιάτικο πρωινό διαφορετικό από τ’ άλλα. Ο ήλιος καυτός κόντευε να μεσουρανήσει, όταν τα ματάκια εκατό και πλέον παιδιών στράφηκαν προς το δρόμο, που οδηγεί από τη βρύση με τον γέρικο πλάτανο στο πάνω σχολειό. Υπήρχε και το πέρα σχολείο, που ήταν προς την μεριά της πέρα βρύσης. Έτσι τα λέγαμε εμείς που βρισκόμαστε προς τα μέρη της Καραπιδιάς ,για να τα διακρίνουμε. 
Στρατιώτες παίρνουν
το ρόφημά τους
Καμιά δεκαπενταριά στρατιώτες φορτωμένοι τους γυλιούς και τις αραβίδες τους, ιδρωμένοι και κουρασμένοι, μιας και είχαν περπατήσει αρκετά μέχρι εδώ, έρχονταν προς το μέρος μας. Εμείς, τα παιδιά, μαθητές της Πρώτης τάξης, με θαυμασμό αντικρίζαμε τους γεροδεμένους αυτούς υπερασπιστές της πατρίδας μας. Ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε στρατιώτες και όπλα! Στα μάτια μας φάνταζαν ήρωες, έτοιμοι να κατασπαράξουν κάθε εχθρό, όπως ακριβώς μας τους είχε περιγράψει η δασκάλα μας, η κυρία Μελπομένη. Δάσκαλοι τότε δεν υπήρχαν, γιατί όλοι είχαν επιστρατευθεί.
Με χειροκροτήματα και ζητωκραυγές υποδεχτήκαμε τους φαντάρους μας, που θέλησαν να ξεκουραστούν κοντά μας, κάτω από τις ελιές και την μεγάλη ακακία που στόλιζαν τον περίβολο του σχολείου.
Αμέσως τρέξαμε κοντά τους και αρχίσαμε να περιεργαζόμαστε τα πράγματα τους. Αυτός είναι ο γυλιός, εκείνο το παγούρι που βάζουν το νερό, η καραβάνα που τρώνε, η σιτιοδόχη που βάζουν το ψωμί τους και εκείνο το μακρύ στειλιάρι …τι να είναι; Η παιδική μας αφέλεια πήγε στη σκαλίδα.
- Αυτό είναι το όπλο μας, λέει ο επικεφαλής ανθυπολοχαγός που μας έβλεπε να το χαζεύουμε.
- Φς….φς….σφύριξε η δασκάλα.
Όλοι τρέξαμε γύρω της.
- Το μάθημα για σήμερα τέλειωσε. Θα πρέπει να περιποιηθούμε τα φανταράκια μας.
Φορτωθήκαμε στους ώμους μας τα παγούρια και, με καμάρι που κι εμείς κάτι κάνουμε, τρέξαμε να τα γεμίσουμε στο κουτσουνάρι που τον καιρό εκείνο έτρεχε ακόμα κρυστάλλινο δροσερό νερό, για να ξεδιψάσουμε τα παλικάρια μας. 
Ώσπου να γυρίσομε κοντά τους, τη θέση μας πρόλαβαν οι κοπελιές του χωριού που έφεραν ψωμί, ελιές, τυρί και ό,τι άλλο φαγώσιμο βρέθηκε, μιας και όλα ήσαν λιγοστά τότε. Το κοκκινέλι, γινωμένο από ντόπια κρασοστάφυλα του Σισού και του Αρμού, συμπλήρωνε το φαγοπότι.
Δύο- τρία φανταράκια μερακλαντήθηκαν και άρχισαν τα πατριωτικά εμβατήρια. Εμείς σιγοτραγουδούσαμε, γιατί όλο και κάτι γνωρίζαμε από τα εμβατήρια που ακούγαμε στο ράδιο όταν περνούσαμε από το μαγαζί του Κωστάκη στην ΟΑΣΗ. Κάθισαν, ωσότου περάσει το μεσημέρι, και το απογευματάκι φορτώθηκαν ξανά τους γυλιούς και τα όπλα τους και ξεκίνησαν για τον Κεντουκλά, όπου θα στήνανε το παρατηρητήριο τους προς τη γαληνεμένη θάλασσα, μιας και από ‘κεί περίμεναν τους Iταλιάνους.

Η Βρύση στον Πλάτανο
Πήραμε και εμείς τα παιδιά ό,τι μπορούσαμε να σηκώσουμε από τα πράγματα και ξεκινήσαμε για το βουνό. Μπροστά πήγαιναν μερικοί γέροντες, που είχαν προθυμοποιηθεί και γνώριζαν το μονοπάτι προς το βουνό, και πίσω τους ακολουθούσαμε εμείς με τους φαντάρους, με προσοχή ασφαλώς, μια και η πλάγια ήταν πολύ απότομη. Σε μια ώρα περίπου ανεβήκαμε τον Αναύλοχο (Κεντουκλάς) και φθάσαμε στο ίσιωμα στο μέρος που ήσαν οι ανασκαφές. Εκεί διάλεξαν οι φαντάροι να στρατοπεδεύσουν, γιατί τα’γνάντια προς την θάλασσα ήταν ανεμπόδιστα.
Κατέβασαν τους γυλιούς τους και ξεκρέμασαν τα όπλα από τους ώμους τους. Κάθισαν για δέκα λεπτά ν’ ανασάνουν και αμέσως άρχισαν να στήνουν τις σκηνές τους. Τα παιδικά μας ματάκια κοιτάζανε αχόρταγα το στήσιμο της σκηνής, του πρόχειρου σπιτιού τους και όλο κι από λίγο βοηθούσαμε στο κάρφωμα των πασσάλων και στο δέσιμο των σχοινιών. Βιαζόντουσαν, βλέπετε, γιατί πλησίαζε η νύχτα και θα’ πρεπε να’ χουν τελειώσει. Στο βουνό δεν υπήρχε φως, μα κι αν υπήρχε, δε θα χρησιμοποιείτο, γιατί θα κινδύνευαν να προδοθούν απ’ αυτό στα ιταλικά αεροπλάνα που όλο στριφογύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας.
Σε λίγο όλα τέλειωσαν κι οι φαντάροι άνοιξαν κονσέρβες και με γαλέτες συμπλήρωσαν το δείπνο τους. Έδωσαν και σε μας από μια γαλέτα, πρωτόγνωρο φρούτο σε μας, μια και δεν είχαν τίποτε άλλο να μας φιλέψουν και δείχνοντάς μας όλη την αγάπη τους για την βοήθεια που τους προσφέραμε, μας κατευόδιασαν για τα σπίτια μας. Τους ευχηθήκαμε καλή διαμονή και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Στην άκρη του καταυλισμού συναντήσαμε τον σκοπό που με το όπλο στο χέρι και φορώντας το κράνος του φύλαγε το μέρος αυτό, που εδώ και χιλιάδες χρόνια φύλαγαν οι πρόγονοί μας. Σήμερα στο μέρος αυτό, στα αρχαία ερείπια γραφόταν μια ακόμη σελίδα της ιστορίας μας.
Φθάσαμε στα σπίτια μας σκοτεινιασμένα. Οι γονείς μας ανήσυχοι μας περίμεναν στην εξώπορτα γιατί είχαμε αργήσει. Τρέξαμε κοντά τους και με κάθε λεπτομέρεια τους διηγηθήκαμε τις πρώτες μας εμπειρίες από τους στρατιώτες και τα όπλα. 

Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μας. Μια μέρα που πάντοτε θα θυμόμαστε!




Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Γ. Ιεραπετρίτη:


"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου 
1940-1950.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!