Η πρώτη ελεύθερη Λαμπρή στο Βραχάσι(1946)

Του 
Γεωργίου Ιεραπετρίτη

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Η πένθιμη Μεγάλη Εβδομάδα με τη νηστεία και τις πολύωρες ιεροτελεστίες τα βράδια κυλούσε σχετικώς αργά. Όλοι μας, προπάντων οι μικροί, περιμέναμε πότε θα έρθει το Πάσχα με τις διακοπές στα σχολεία και τις πολλές λιχουδιές. 
Οι καθημερινές δουλειές για τους μεγάλους ασφαλώς δεν έλειπαν. Από το πρωί οι γονείς μου με τον παππού και τη γιαγιά ήταν στο πόδι. 
Θυμάμαι τη νύχτα τα ξημερώματα η γιαγιά σηκωνόταν για το αποχωρητήριο, στην ύπαιθρο ασφαλώς, διότι τα αποχωρητήρια ήταν άγνωστα. Επιστρέφοντας στο κρεβάτι έβαζε τις φωνές στον παππού:
- Νικολή, σήκω, πρέπει να ταΐσεις τις αγελάδες, ο Αποσπερίτης κοντεύει να δύσει.
Βλέπετε ρολόγια δεν υπήρχαν και την ώρα την υπολογίζανε με τα ουράνια σώματα (Ήλιο, Φεγγάρι, Αποσπερίτη). To τάϊσμα των αγελάδων γινόταν το χάραμα, γιατί πρωί έπρεπε να ξεκινήσουν το όργωμα στα χωράφια.
Εμείς τα παιδιά μετά το πρωινό κατσικίσιο γάλα, που μας έβραζε η μητέρα μου, ξεχυνόμαστε στη γειτονιά μια και τα μαθήματα είχαν σταματήσει, λόγω του Πάσχα, για να βρούμε την παρέα μας, τα παιδιά της ηλικίας μας και να αλητέψουμε. Τις ημέρες αυτές το μυαλό μας ήταν πώς να ετοιμαστούμε για τη Λαμπρή. Ψάχναμε για μπαρούτι να φτιάξουμε πλασκατζίκια και μπαρούτι από οβίδες, τα μακαρόνια, όπως τα λέγαμε, λόγω του σχήματος, που ήσαν η χαρά των παιδιών! Τα ανάβαμε και ακουμπώντας τα στον τοίχο αυτά έσκαγαν κάνοντας εκκωφαντικούς διαδοχικούς κρότους.
Τα βράδια πηγαίναμε στην Εκκλησία όλο το χωριό, γέροι, νέοι και παιδιά. Τα μαγαζιά κλείνανε και όλοι πηγαίναμε να ακούσουμε την ακολουθία του Νυμφίου με τα υπέροχα κατανυκτικά τροπάρια. Η ενορία μου ήταν η Παναγία με ιερέα τον Παπανικόλη και ψάλτες τον καθηγητή Αριστείδη Βουρλάκη τον Αθανάση Ζουράρη και τον Λευτεροδημήτρη. Τον Αριστείδη Βουρλάκη πλαισιώναμε στη ψαλμωδία, κρατώντας του το ίσο, ορισμένοι μαθητές και μαθήτριες του Γυμνασίου .
Τη Μεγάλη Παρασκευή η μητέρα μου έβαψε τα αυγά που μάζεψε από τις κότες μας. Μαζί έβαψε και μερικά περδικαύγουλα από τη συλλογή του παππού, ο οποίος με πολύ τέχνη μάζευε με το κουτάλι κάθε νεογέννητο αυγό από τη φωλιά. Η πέρδικα δεν το καταλάβαινε κι εξακολουθούσε να γεννά αυγά για την αναπαραγωγή.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί τα μεγαλύτερα παιδιά ανέβηκαν στον Κεντουκλά (Αναύλοχο) και ξερίζωσαν αχινοπόδια, τάδεσαν με σχοινιά και τα μετέφεραν σύροντάς τα στην αυλή της εκκλησίας. 
Ετοιμασίες για το κάψιμο του Ιούδα. 
Νωρίς το βράδυ η γιαγιά με τη μητέρα μου έφτιαξαν τα πασχαλινά τσουρέκια και λίγο πριν κτυπήσουν οι καμπάνες για την Ανάσταση φτιάξανε τη μαγειρίτσα, με χόντρο βέβαια, γιατί το ρύζι ήταν δυσεύρετο.
Το βράδυ στις 11, όπως πάντα, χτύπησαν οι καμπάνες και στις τρεις ενορίες, Παναγία, Ευαγγελίστρια και Αγία Τριάδα. Η οικογένεια σύσσωμη, μπροστά οι γονείς με μας τα παιδιά και πίσω ο παππούς και η γιαγιά, κρατώντας τις άσπρες λαμπάδες μας, που από νωρίς ο πατέρας μου είχε αγοράσει από την ΟΑΣΗ, κατάστημα του Κωστή Φθενάκη. 
Βάλαμε ένα αυγό κόκκινο στην τσέπη, και ξεκινήσαμε για την Εκκλησία. 
Η βραδιά ήταν ήσυχη και το φεγγάρι φώτιζε το δρόμο μας, μιας και δεν υπήρχαν φώτα ηλεκτρικά. 
Τ’ αστέρια φωτεινά και ανεμπόδιστα από σύννεφα, στόλιζαν τον ουρανό που σε λίγο θα υποδεχόταν τον Αναστάντα Χριστό.
Την ησυχία της νύχτας διέκοπταν τα γέλια και οι ομιλίες των πιστών που είχαν πλημμυρίσει τους δρόμους του χωριού, κατευθυνόμενοι προς τις εκκλησίες. Κάπου- κάπου και κάποιος κρότος από πλασκατζίκι που πέταγαν τα παιδιά, ανυπόμονα να περιμένουν το «Χριστός Ανέστη», θύμιζε την αποψινή βραδιά.
Πιάσαμε θέσεις στην αυλή της εκκλησίας κοντά στην εξέδρα που θα γινόταν η ανάσταση και πλάι στο βουνό από τ’ αχινοπόδια που είχαν στοιβάξει τα παιδιά για να κάψουν τον Ιούδα.
Σε λίγη ώρα ο Παπανικόλης πρόβαλλε από την Ωραία Πύλη με την άσπρη λαμπάδα του και μας έδωσε το Άγιο Φως «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός, και δοξάσατε Χριστόν, Τον Αναστάντα εκ νεκρών». 
Όλοι μας ο ένας από τον άλλον ανάψαμε τις λαμπάδες μας. 
Εμείς τα παιδιά πήραμε θέση βολής, γύρω από τ’ αχινοπόδια για να τους βάλουμε φωτιά με το άκουσμα του «Χριστός Ανέστη».
Μετά το Άγιο Φως ο παπάς, οι ψαλτάδες και τα εξαπτέρυγα βγήκαν έξω στην εξέδρα συνεχίζοντας την παννυχίδα της Αναστάσεως. Ο ιερέας μας διάβασε το Ευαγγέλιο μεγαλοφώνως, ελλείψει μικροφώνου και με τη μελωδική φωνή του έψαλε το Χριστός Ανέστη.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα κι ο κόσμος να τσουγκρίζει τα κόκκινα αυγά του, ασπαζόμενος ο ένας με τον άλλο και επαναλαμβάνοντας το «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη». 
Τα παιδιά, εμείς, πάραυτα με τις λαμπάδες μας βάλαμε φωτιά στ’ αχινοπόδια που λαβουρδάνισαν μιας και ήταν ξερά καίγοντας, τάχα, τον προδότη Ιούδα. 
Τα πλασκατζίκια σωρηδόν έπεφταν και τα σφυρικτρά, μπαρούτια που σφύριζαν, έκαναν πάταγο, σωστό πανδαιμόνιο. 
Φωτογραφία του Νίκος Ι. Βλάχος.
Το Σημαντήρι!
Οι καμπάνες και τα σημαντήρια κτύπαγαν χαρμόσυνα κατευοδώνοντας τον Αναστάντα Χριστό, προς τα ουράνια.
Τα μικρά παιδιά έβαλαν τα κλάματα από το φόβο τους ενώ οι μεγάλοι το διασκέδαζαν. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός κρότος, σωστή βόμβα. Κάποιος αθεόφοβος μεγάλος είχε γεμίσει ένα κονσερβοκούτι με μπαρούτι, αυτοσχέδια βόμβα. Την έβαλε σε μια θυρίδα σε διπλανό χάλασμα (ερείπιο) και του έβαλε φωτιά. Ευτυχώς που δεν είχαμε θύματα. Ο κόσμος φοβήθηκε, αλλά δεν αποχώρησε. Περίμενε ν’ ασπασθεί τον ιερέα και να πάρει από το χέρι του το κόκκινο αυγό της εκκλησίας.
Δεν άργησε ο Παπά-Νικόλης να πάρει τη θέση του πάνω στην εξέδρα, κι ένας-ένας από εμάς, περνάγαμε, ασπαζόμασταν το Ευαγγέλιο και το χέρι του παπά, που μας έδινε το κόκκινο αυγό, υπό τους ήχους του «Χριστός Ανέστη». Πλάϊ στεκόταν ο Κοσμαδογιώργης ο σημαντηράς που μας έβαζε κολόνια στο χέρι, κι εμείς ρίχναμε στο δίσκο δεκάρες και πενταράκια για ενίσχυση της Εκκλησίας. 

Τελειώνοντας τον ασπασμό ο ιερέας με τους ψάλτες και τα εξαπτέρυγα, μπήκαν μέσα και συνέχισαν την αναστάσιμη λειτουργία. 
Φωτογραφία του Νίκος Ι. Βλάχος.
Το φαναράκι
της Λαμπρής
Δυστυχώς, αυτοί που έμειναν να συνεχίσουν τη Θεία Λειτουργία ήταν πολύ λίγοι. Ο πολύς κόσμος αποχώρησε για το σπίτι, ανυπομονώντας τη ζεστή μαγειρίτσα.Εγώ άναψα το φανάρι που είχαμε αγοράσει από τον Παραβολιάση το Μιχάλη (τενεκετζή) γιατί φυσούσε λίγος αέρας και δυσκόλευε τη μεταφορά του Αγίου Φωτός με τις λαμπάδες και παρέα με τους υπόλοιπους της οικογένειας φύγαμε για το σπίτι. Η μόνη που μας εγκατέλειψε ήταν η γιαγιά που συνέχισε τη λειτουργία μέχρι το τέλος. Το πρωί διηγούνταν σε μας τα παιδιά τι χάσαμε που φύγαμε νωρίτερα. Τα Αναστάσιμα μελωδικά τροπάρια και το Ευαγγέλιο που λεγόταν με ξεχωριστή χάρη. Σε κάθε πρόταση ο Παπάς σταμάταγε και παράλληλα τα παιδιά χτυπούσαν τις καμπάνες και τα σημαντήρια. Στο σπίτι καθίσαμε όλη η οικογένεια γύρω από το μεγάλο τραπέζι που είχε στρώσει, εν τω μεταξύ η κυρία Μαρία(μητέρα μου). Η αχνιστή μαγειρίτσα, ο ανθότυρος και τα πασχαλινά τσουρέκια στόλιζαν το τραπέζι. Ψάλαμε όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη» και αρχίσαμε με βουλιμία το φαγητό. Ξεκινήσαμε με την μαγειρίτσα μιας και είμαστε ξενηστικωμένοι όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και συνεχίσαμε με τηγανιτά συκωτάκια και ανθότυρο. Ενδιάμεσα πήραμε από ένα αυγό, εγώ με τις αδελφές μου τη Θάλεια και τη μικρή Ισμήνη τσουγκρίσαμε μεταξύ μας και με τους γονείς μας για το καλό.
Η επόμενη μέρα του Πάσχα με βρήκε στο κρεβάτι. Ξύπνησα αργά μιας και καθυστέρησα να κοιμηθώ το βράδυ. Πήρα το πρωινό μου, αυγά, τυρί και ζεστό γάλα μαζί με τ’αδέλφια μου και στη συνέχεια βγήκα να συναντήσω την παρέα μου. Βρεθήκαμε στο ταρατσάκι, όπως το λέγαμε, πάνω από το τσαγκαριό του Δημήτρη Σταματάκη. 
Συζητήσαμε το πως περάσαμε το βράδυ στην Ανάσταση μιας και είμαστε σε διαφορετικές ενορίες. Παίξαμε ντάμα παιχνίδι που συνηθίζαμε, χωρίς να ξεχάσουμε λόγω της ημέρας να τσουγκρίσουμε τ’ αυγά μας. 
Ο Κωστής ο Στεφανάκης (Ζουρίδης) μας έσπασε, του ενός μετά του άλλου, όλων τα αυγά. Με μπαμπεσιά όμως. Όπως τελικώς ανακαλύψαμε το αυγό του ήταν ξύλινο, από ασφένταμο, είδος ξύλου που ο ίδιος είχε πελεκήσει και στη συνέχεια το είχε βάψει.
Επιστρέφοντας στο σπίτι συνάντησα τον Κοσμαδογιώργη σημαντηρά με δύο παιδιά κρατώντας ένα καλάθι και ένα τσουβάλι. Χτυπούσαν στα σπίτια κι ενώ εύχονταν στους νοικοκυραίους το «Χριστός Ανέστη», οι οικοδέσποινες τους κερνούσαν πασχαλινά τσουρέκια και αυγά.
Το απόγευμα μαζεύτηκε πάλι όλο το χωριό για τη δεύτερη Ανάσταση, που στο χωριό μας γίνεται στις πέντε το απόγευμα, έξω και κάτω από την Εκκλησία στο δημόσιο δρόμο. Ο Παπά-Νικόλης διάβασε το Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες με μεγάλη δυσκολία ενώ εμείς τα παιδιά αναρωτιόμασταν για ποιους το ‘λεγε, αφού δεν υπήρχαν ξένοι. 
Ο πατέρας μού εξήγησε ότι έτσι είναι το έθιμο και τηρείται κάθε χρόνο. 
Πού ξέρουμε αν μετά από χρόνια, αυξηθεί ο τουρισμός και συνεορτάσουμε μαζί με Ευρωπαίους επισκέπτες τη μεγάλη αυτή γιορτή...





Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Γ. Ιεραπετρίτη:
"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου 1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο Μιχάλης Πεδιώτης με τον Γιώργη Γουλιδάκη!!! Μια σχέση αγάπης και μίσους!

Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

Ο Μανόλης Ιεραπετριτάκης πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής σε ηλικία 75 χρονών!

Φωτογραφία από το 1925 του πρώτου αυτοκινήτου της γραμμής Ηρακλείου - Νεαπόλεως στο Βραχάσι!

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς δίνει συνέντευξη στο Βραχάσι το 1992

O Μιχάλης....