Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη: Η ζωή των κατοίκων στο χωριό

Η κήρυξη του πολέμου βρίσκει τους κατοίκους του χωριού να φτωχοζούν.
Μόνα τους μαξούλια ήταν το λάδι, τα αμύγδαλα και τα χαρούπια.
Σιτάρι καλλιεργούσαν πολύ λίγο. Κριθάρι, που χρησιμοποιούσαν για ψωμί, καθώς και όσπρια έσπερναν τόσα, όσα για να περάσουν όλη τη χρονιά.
Το λάδι ήταν και είναι το πιο δύσκολο μαξούλι. Η συλλογή του γίνεται το χειμώνα με τις βροχές, τους αέρηδες και τα κρύα. Τότε δεν υπήρχαν μηχανήματα για να κτυπούν τις ελιές, όπως σήμερα. Ο ραβδιστής έπρεπε να ανεβεί στο δένδρο και με την κατσούνα να κτυπήσει τις ελιές. Κάτω απ’ το δέντρο χρησιμοποιούσαν τις ντέμπλες. Οι ελιές έπεφταν μέσα σε λιόπανα, καθαρίζονταν απ’τα χοντρά κλαριά και στη συνέχεια λιχνιζόταν, για να απομακρυνθούν τα φύλλα, και τοποθετούνταν σε σακιά. Τις ελιές που έπεφταν από τα λιόπανα, τις χαμάδες όπως τις λέγανε, τις μάζευαν οι μαζόχτρες, βγάζοντας τα χόρτα για να τις βρουν. Αργότερα πέρναγαν οι ραντολόγοι που μάζευαν ό,τι απέμενε, μιας και δεν είχαν δικά τους ελαιόδεντρα.
Το βράδυ φόρτωναν τα τσουβάλια στο γαϊδουράκι και τα έφερναν στο σπίτι. Εκεί τις στοίβαζαν σε μια γωνιά, περιμένοντας να έλθει η σειρά τους στη φάμπρικα, για να τις αλέσουν. Φάμπρικες υπήρχαν, του Παπά-Διονύση, του Διαλυνά και του Φθενάκη. Προς το τέλος λειτούργησε και το εργοστάσιο του Πετσαλογιάννη. Πολλές φορές οι ελιές έμεναν στοιβαγμένες για πολύ, παρ’ ότι οι φάμπρικες δούλευαν μέρα νύχτα. Έτσι, άρχιζαν σιγά-σιγά να μουχλιάζουν και να τρέχουν τα σύνερα. Οι νοικοκυρές προσπαθούσαν να τα εμποδίσουν να γεμίσουν το σπίτι τοποθετώντας άθο γύρω απ’ το σορό.

Όταν ερχόταν η σειρά μας να τις αλέσουμε, ήταν ημέρα γιορτής, κυρίως για μας τα παιδιά. Έρχονταν οι αλετρουβάριδες πολλές φορές και νύχτα, γέμιζαν τσουβάλια ελιές, τα παίρνανε στις πλάτες τους και τα μετέφεραν στις φάμπρικες. Σε μακρινές αποστάσεις χρησιμοποιούσαν τα γαϊδουράκια για τη μεταφορά. Πολλές ιστορίες λέγονταν για φάρσες που γίνονταν σε μερικούς αλετρουβάριδες, που ήσαν ευάλωτοι στα φαντάσματα.

Ένα βράδυ μια παρέα χωριανών, που ήξεραν ότι οι αλετρουβάριδες στη φάμπρικα του Παπά-Διονύση πέρναγαν κάτω από την εκκλησία της Παναγίας, όπου στο παρελθόν η αυλή της χρησιμοποιήθηκε για νεκροταφείο, θέλησαν να τους τρομάξουν. Πολλοί τάφοι είχαν αποκαλυφθεί με την επισκευή της αυλής και ήταν γνωστό στους πάντες. Έτσι ένα βράδυ επωφελούμενοι οι της παρέας πήραν ένα τσούκο άνοιξαν δύο τρύπες για μάτια και μία για μύτη και έβαλαν μέσα ένα κερί αναμμένο. Οι δυο αλετρουβάριδες, που ήσαν ο Μπινίχης και ο Δατσέρης ο Παυλής, φορτωμένοι τα τσουβάλια με τις ελιές, μόλις αντίκρισαν την αυλή της Παναγίας είδαν το θέαμα, τον τσούκο με το κερί που τρεμόσβηνε από τον αέρα και νόμισαν πως ήταν νεκροκεφαλή. Άφησαν καταγής τα τσουβάλια και άρχισαν να σταυροκοπιούνται. Οι φίλοι τότε έβαλαν τα γέλια και μη θέλοντας να τους φοβίσουν περισσότερο, αποκάλυψαν τα πρόσωπά τους.

Η όλη κατεργασία των ελιών (ελαιοκάρπου) γινόταν με τη βοήθεια αλόγου που γυρνώντας παρέσυρε στρογγυλές περιστρεφόμενες πέτρες, οι οποίες συνέθλιβαν τις ελιές. Το σφίξιμο της ψίχας μέσα στα μαντίλια από το πιεστήριο γινόταν χειρονακτικά. Έτσι, σιγά-σιγά έτρεχε το λάδι μέσα σε μεταλλικές κάσες, απ’ όπου ο λαδάς το μάζευε και γέμιζε τους ειδικούς ντενεκέδες. Στη συνέχεια με γαϊδουράκια οι αλετρουβάριδες τους μετέφεραν στο σπίτι για να τους αδειάσουν στα πιθάρια που έβαζαν το λάδι. Θυμάμαι, όταν άρχιζε να τρέχει το λάδι στις κάσες, ο πατέρας μου έβαζε από κάτω να ποτιστούν μερικά καύκαλα από κρυθοκουλούρες που έφερνε μαζί του, έριχνε και λίγο αλάτι από πάνω και μας τα πρόσφερε. Ήταν μια καλή λιχουδιά για μας τα παιδιά!

Η νοικοκυρά έπρεπε να πλύνει καλά τα πιθάρια, προτού βάλουν τη νέα σοδειά. Τα κατακάθια του λαδιού που έμεναν στον πάτο του πιθαριού τα μάζευε ο πατέρα μου και τα πουλούσε στους φετσάδες ή τα έφτιαχνε η μητέρα μου σαπούνι για όλες τις χρήσεις.

Τ’αμύγδαλα μαζεύονταν το καλοκαίρι, κατά τον Αύγουστο. Το μάζεμα διαρκούσε όλη την ημέρα. Κτυπώντας τα με τις ντέμπλες, έπεφταν από τα δένδρα και στη συνέχεια οι μαζόκτρες τα μάζευαν από κάτω. Το βράδυ όλη η οικογένεια καθόμαστε γύρω από μία σκάφη.



Ο παππούς άδειαζε ένα-ένα τα τσουβάλια στη σκάφη και με τα χέρια εμείς καθαρίζαμε τον καρπό (αμύγδαλα) από τις φλούδες. Την επόμενη ημέρα τ’ απλώναμε στο δώμα, για να ξεραθούν. Έμεναν αρκετές ημέρες και στη συνέχεια τα μαζεύαμε σε σακιά που ο παππούς τα στοίβαζε στην αποθήκη. Το χειμώνα, τις μεγάλες νύχτες του Δεκέμβρη στις βεγγέρες μαζευόμαστε όλη η γειτονιά γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι και με σπαστήρια (μεγάλες πέτρες) και μεταλλικά σφυριά σπάζαμε τα ξεραμένα αμύγδαλα και παίρναμε τη ψίχα, την οποία στη συνέχεια αγόραζαν οι έμποροι. Η βεγγέρα διαρκούσε από τις 8 το βράδυ (το Δεκέμβρη βραδιάζει γρήγορα) μέχρι τις 2 το πρωί. Οι ώρες περνούσαν ευχάριστα, λέγοντας διάφορες παλιές ιστορίες και κουτσομπολιά που ανθούσαν σ’ αυτές τις συναθροίσεις. Η στεναχώρια για μας τα παιδιά ήταν που δεν μας άφηναν να ακούμε τις ιστορίες που έλεγαν (πολλές φορές ακατάλληλες για μας). Έτσι από νωρίς κι αφού είχαμε διαβάσει τα μαθήματά μας, μάς έβαζαν για ύπνο, για να σηκωθούμε πρωί για το σχολείο.
Τα χαρούπια είναι το πιο εύκολο μαξούλι. Μαζεύονται κατά τον Σεπτέμβρη, πάλι με τον ίδιο τρόπο, κτυπώντας τα με τις ντέμπλες και μαζεύοντας τα από κάτω. Τα χαρούπια είναι μεγάλα και έτσι μαζεύονται εύκολα και γρήγορα. Ο πατέρας μου με δύο γαϊδουράκια που είχαμε, έκανε αρκετές στρατιές την ημέρα πηγαίνοντας τα στους εμπόρους. Εμείς τα δίναμε στον Γιάννη Μανιουδάκη (Μανιδογιάννη), διότι ήταν ο μόνος που είχε ευχέρεια χρημάτων κι έτσι στις διάφορες δυσκολίες της ζωής που παρουσιάζονταν κατά τη διάρκεια του χρόνου, μπορούσε να σου δώσει βοήθεια προαγοράζοντας τα χαρούπια. Τα χαρούπια στοιβαζόντουσαν μέσα στους μαγατζέδες στο Σίσι κοντά στο λιμάνι. Τρεις φορές την εβδομάδα ερχόταν πλοίο που σταματούσε έξω από το λιμάνι και με μαούνες μετέφεραν τα εκατόβαρα σακιά στο πλοίο.
Το λιμάνι στο Σίσι με τους μαγατζέδες

Θυμάμαι τον Γιώργαρο (Λεμπίδη), τον Παύλο Δατσέρη, τον Νίκο τον Κυβερνήτη, τον Καδογιάννη και άλλους, που φορτωνόταν τα κοκκινόλουρα βαριά τσουβάλια και τα μετέφεραν από τους μαγατζέδες στις μαούνες και με αυτές στο πλοίο.

Το λιμάνι στο Σίσι με τις μαούνες που μεταφέρουν
τα προϊόντα της Βραχασώτικης γης!
Τα χαρούπια μεταφέρονταν στο εξωτερικό όπου με ειδικές κατεργασίες έβγαζαν οινόπνευμα, πετιμέζι, μελάσα για ψεκασμό των ελαιοδέντρων κατά του δάκου. Τα περισσεύματα τα ’καναν τροφή για τα ζώα. Τα κουκούτσια χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των δίσκων γραμμοφώνου.
Όλες αυτές οι εργασίες συλλογής γινόντουσαν από τους ντόπιους κατοίκους του χωριού. Την εποχή της έναρξης του πολέμου το χωριό αριθμούσε γύρω στις 1200 ψυχές. Στο Σίσι υπήρχε Λιμεναρχείο. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με πλοίο (ακόμα δεν υπήρχαν δρόμοι και αυτοκίνητα) και στη συνέχεια με μουλάρια διοχετεύονταν στο επάνω Μεραμβέλο.
Το εσωτερικό της
Ευαγγελίστριας στο Βραχάσι

Στο Βραχάσι υπήρχαν τρεις ενορίες (Παναγίας –Ευαγγελίστριας- Αγίας Τριάδας) με τρεις παπάδες (Παπά-Νικόλη – Παπά-Διονύση - και Παπά-Ζαχαρία).
Είχε δύο δημοτικά σχολεία με έξι δασκάλους. Στο Γυμνάσιο πηγαίναμε, θυμάμαι, από το χωριό γύρω στα εκατό παιδιά. Οι μορφωμένοι του χωριού ήταν πάρα πολλοί, σκορπισμένοι σε όλη την Ελλάδα. Πολλές φορές συνοριζόταν το Βραχάσι με τη Φουρνή ποιο χωριό θα υπερτερήσει στη μόρφωση. Θυμάμαι τις παρέες, όπου αδελφωμένα όλα τα παιδιά, ξεκινάγαμε στις επτά το πρωί, για να πάμε στη Νεάπολη στο Γυμνάσιο. Όχι ασφαλώς με πούλμαν, όπως σήμερα, αλά ξυπόλυτα και με τα ποδαράκια μας.
Η διαδρομή ήταν υπέροχη, καθώς περνούσαμε ανάμεσα από τις ανθισμένες μυγδαλιές, που τώρα δεν υπάρχουν, έχουν ξεραθεί και τις μυρουδιές από τις πορτοκαλιές και τις μανταρινιές στη Λατσίδα. Το μεσημέρι επιστρέφοντας σταματούσαμε στην Κεραγωνιώτησα, Μοναστήρι της Παναγίας, να ξεκουραστούμε και να χορτάσουμε με τα βελάνια, που αντικαθιστούσαν εν πολλοίς τα κάστανα. Μετά την Κεραγωνιώτησα σταματούσαμε στη χαράκα κάπου στη μέση της ανηφόρας προς το Σελί. Εκεί απλωνόμαστε στα χωράφια ξεριζώνοντας τα χόρτα για να βρούμε και να μετριάσουμε την πείνα μας με χαμάδες από ελιές, που είχαν σταφιδιάσει από το χρόνο, ή και μικρούς βολβούς από τα λουλούδια (είδος χόρτου). Πολλές φορές κόβαμε (κλέβαμε) παπούλες που αποτελούσαν τη μεσημεριανή μας σαλάτα στο συνηθισμένο φαγητό, πατάτες τηγανιτές με αυγά. Μερικές φορές για να νοστιμέψουν η μητέρα μου έριχνε και μια κουταλιά σύγκλινα ή τσιγαρίδες που είχαμε στο κουρούπι.
Άλλη φορά έκοβα από το τζάκι ένα κομμάτι λουκάνικο που κρεμόταν. Είχε καπνιστεί με Φασκομηλιά και γεμιστεί με κομμάτια ψαχνό σπιτικό χοιρινό. Η μητέρα μου έβαζε μέσα διάφορα πιπεροκίμηνα και τρίμματα πορτοκαλιού για να νοστιμέψει. Τα κομμάτια το κρέας ο παππούς, πριν γεμίσει τα έντερα από τον χοίρο μας, τα έβαζε για μερικές ημέρες να μισοψιθούν στο ξίδι.
Πολλές φορές στο δρόμο μας βρίσκαμε και καμιά φωλιά. Τότε, καρτερικά περιμέναμε να μεγαλώσουν τα πουλιά, για να γίνουν βορά σε μας τα θηρία!
Οι χοροί στο χωριό έδιναν και έπαιρναν!
Τα καφενεία του Τελαλογιάννη (Πετσαλή), του Μάρκου (Μαυρικάκη), του Μανόλη Παπαδάκη (έπαιζε και καλό βιολί), το εργοστάσιο και τα σχολεία πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν, για να γλεντήσουν οι νέες και οι νέοι του χωριού, κυρίως τη μετακατοχική εποχή.
Το φαγητό μας τις δύσκολες μέρες της κατοχής αποτελείτο κυρίως από όσπρια (ρεβίθια, φακές, λαθούρι και αρακάς) ενώ πατάτες τρώγαμε πολύ σπάνια. Έπρεπε να πάει κανείς στο Λασίθι και να ανταλλάξει λάδι, που είχαμε περίσσευμα, με πατάτες. Η μεταφορά ήταν όμως πολύ δύσκολη και επικίνδυνη. Οι Ιταλοί φοβούμενοι μήπως με τον τρόπο αυτό εφοδιάζονται οι αντάρτες που δρούσαν στα Λασιθιώτικα βουνά με τρόφιμα, απαγόρευαν την διαδρομή αυτή.

Τα βουνά που οδηγούν στο Λασίθι όπως φαίνονται από το Βραχάσι
Θυμάμαι, μια φορά ο παππούς φόρτωσε το γαϊδουράκι με δύο ασκιά λάδι και περπατώντας όλη τη νύχτα μέσα από τα βουνά έφτασε στο Τζερμιάδο. Εκεί είχαμε γνωστή μια οικογένεια τσομπάνηδων (αδελφοί Φαζοί) Φαζογιάννης και Φαζομανόλης, οι οποίοι του αντάλλαξαν το λάδι με ένα τσουβάλι πατάτες και λίγα κιλά φασόλια ξερά. Το επόμενο βράδυ ξεκίνησε να επιστρέψει στο χωριό. Στα μέσα της διαδρομής και περνώντας από το Κράσι τον αντελήφθηκε μια ιταλική περίπολος, του πήραν τις πατάτες και τα φασόλια, τον ξυλοκόπησαν και ευτυχώς του άφησαν το γαϊδουράκι. Έτσι άπρακτος γύρισε στο χωριό.
Εκτός από όσπρια η μητέρα μου με τη γιαγιά μάζευαν βρούβες από την Αγία Βαρβάρα (ροδίκιο, γλυκοσιρίδια, μαύρες από τ’ ακρογιάλια). Ο παππούς μάζευε αβρονιές, σπαράγκια και λαγούτο από το βουνό μέσα από τα σκίνα, με τα οποία η μητέρα μου έφτιαχνε υπέροχα γιαχνερά! Κηπευτικά διάφορα μαζεύαμε από τους δύο κήπους που διατηρούσαμε, στο Μαρίνακα και στην Οπίσω Βρύση.
Κρέας τρώγαμε κάθε Κυριακή. Τρέφαμε δύο κατσίκες και μια προβατίνα. Τα νεογέννητα αρνάκια και ριφάκια τα δίναμε στο χασάπη και μας έδινε κάθε Κυριακή από ένα κιλό κρέας. Το τραπέζι συμπλήρωνε κρέας από κοτόπουλα και κουνέλια που εκτρέφαμε. Τα αυγά και το γάλα δεν μας έλειπαν. Η γιαγιά συχνά έφτιαχνε χυλόφτες και μακαρόνια σκυφιστά για το βραδινό. Τα βάζαμε με το γάλα ή στεγνά με τυρί. Ψάρια σπάνια φέρνανε στο χωριό. Λίγες φορές πέρναγε ένα κάρο με τελάρα γεμάτα ψάρια που τα ‘φερνε από την Ελούντα ή την Ιεράπετρα. Τα ψάρια που έφερναν συνήθως ήταν μαρίδες και σαυρίδια καμιά φορά φέρνανε και λίγες παλαμίδες. Θυμάμαι, έπαιρνε ο πατέρας μου, της έκοβε την ουρά και την κρέμαγε ανάποδα στο τσιγκέλι για να χυθεί το αίμα, που ήταν δηλητήριο, όπως έλεγαν οι πιο παλοί. Εμένα μου άρεσε αρκετά το ψάρι, αλλά δεν μπορούσα να το χορτάσω, γιατί ήταν σπάνιο αλλά και πολύ ακριβό.
Θυμάμαι ένα περιστατικό που ήταν για κλάματα. Τα ψάρια τα άφηναν στο μαγαζί του Τυρομανόλη. Εκείνο το πρωί του άφησαν δύο τελάρα, ένα τελάρο μαρίδες και ένα διάφορα μικρά, της τράτας. Τα τελάρα ήταν το ένα δίπλα στο άλλο, μόλις τα είχε ξεφορτώσει ο ταλαίπωρος ψαράς. Εγώ βρέθηκα στο σημείο αυτό, γιατί μυρίστηκα σαν το γάτο τη μυρωδιά από τα ψάρια. Πλησίασα τα τελάρα με τα ψάρια και μου έκανε εντύπωση ένα μεγαλούτσικο κόκκινο (σκορπίδι) που το είχε ξεχωρίσει για τον εαυτό του ο Τυρομανόλης. Το κοίταζα, το ξανακοίταζα, αλλά απολάμβανα μονάχα τη μυρωδιά.
Ο Παππούς Νικόλης και η Γιαγιά
Ευθαλία Παχυγιαννάκη
Κάποια στιγμή μια γάτα ξέφυγε της προσοχής του Τυρομανόλη και αρπάζοντας ένα ψάρι το βαλε στα πόδια. Ο καημένος ο ψαράς έτρεξε να της πάρει το ψάρι που έστριψε εν τω μεταξύ το στενό. Η προσπάθεια του ψαρά έδωσε το περιθώριο σε μένα να αρπάξω και εγώ το κόκκινο ψαράκι, το σκορπίδι, και να το βάλω στα πόδια! Βλέποντας όμως ότι ο Τυρομανόλης άφησε τη γάτα και κυνηγούσε εμένα, έτρεξα, ανέβηκα στον οντά και το πέταξα κάτω από έναν καναπέ!
Ο Τυρομανόλης δεν άργησε να φτάσει βρήκε τον παππού μου και του διηγήθηκε τα γενόμενα.
Ο παππούς θύμωσε με τα καμώματά μου, με τράβηξε κάτω από τον καναπέ που είχα κρυφτεί και μου έδωσε ένα γερό μπερντάκι ξύλο! Ύστερα, αφού του έδειξα που είχα κρύψει το ψάρι, το πήρε και το έδωσε στον ψαρά.
Εμένα μου έμεινε το ξύλο του παππού και η μυρωδιά του ψαριού, την οποία στ’ αλήθεια τη χόρτασα!

Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου 
1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

Καλή επιτυχία Μανόλη στα καθήκοντά σου ως Σύμβουλος της Δημοτικής Κοινότητας Βραχασού

Η μεγάλη ξηρασία

Το τσουρί!

Ένα τραγούδι για τον Κων. Σφακιανάκη του Νικ. Κυπριγιώτη που αναφέρεται ως εμπειρικός θεραπευτής και μάγος(!!!) από τον Μ. Πυτικάκη

Η Μάχη στο Σελλινάρι 25 Νοεμβρίου 1827. Άγνωστες πτυχές της ιστορίας του τόπου μας

Το ταξίδι στο παρελθόν του χωριού μας συνεχίζεται...

Από την κριθοκουλούρα στη σταρένια φρατζόλα και αργότερα στην χάσικη

Γ.Φθενάκης: "Αναβρασμός για τη χωροθέτηση μονάδας βιολογικού καθαρισμού."

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ;