Μικρές παιδικές ιστορίες της κατοχής_Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη

Το ιστορικό Γυμνάσιο Νεάπολης
Η κατοχή με βρήκε στην πρώτη τάξη του οκταταξίου Γυμνασίου, παιδάκι, δέκα ετών. Θυμάμαι τη μέρα που πήγαμε με τον πατέρα μου να δώσω εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Μας βάλανε στη σειρά δύο-δύο, για να διαβαστούν τα ονόματα εάν είμαστε όλοι παρόντες, και ύστερα μας άφησαν για λίγο ελεύθερους μέχρι να ετοιμαστούν οι καθηγητές και οι αίθουσες για τις εξετάσεις. 
Το ζευγάρι μου, στη σειρά που μας βάλανε, συμπλήρωνε ο Γιώργος Ρουμπελάκης, ο μετέπειτα καρδιολόγος μεγαλο-γιατρός. Στο διάλειμμα έτρεξε, πήρε ένα φράγκο από τον πατέρα του (είχαν φαρμακείο), αγόρασε  ένα  σταφύλι  και το φάγαμε  παρέα. Ήταν ο πρώτος μου φίλος στο Γυμνάσιο!
Όταν τέλειωσε το διαγώνισμα στα μαθηματικά μαζί με τον πατέρα μου, που με περίμενε στην έξοδο της πόλης, καθίσαμε για λίγο σ’ ένα πεζούλι, για να του εξηγήσω πώς έγραψα. Στο διαγώνισμα μάς έβαλαν δύο προβλήματα που το ένα  ήθελε πρόσθεση και το άλλο αφαίρεση. Εκείνη την ώρα πέρασε τυχαία απ’ εκεί μια κοπέλα που δίναμε μαζί εξετάσεις, η Ευαγγελία Σεργάκη και θυμάμαι ότι διχογνωμούσαμε για το αποτέλεσμα της αφαίρεσης. Ο πατέρας μου μας έλυσε την διαφορά. Ήταν καλός στα μαθηματικά!
Τελικώς, πέρασα στο Γυμνάσιο. Μαθήματα κάναμε έξω από το κυρίως κτήριο, σε μια αίθουσα παλιά που το χειμώνα έσταζαν τα κεραμίδια. Μερικές μέρες (Δευτέρα, Τρίτη) κάναμε μαθήματα και το απόγευμα.
Το μεσημέρι αγόραζα δύο σαρδέλες παστές, τις ξαλμύριζα στη βρύση και με λίγο ψωμί, που έπαιρνα από το σπίτι, προσπαθούσα να χορτάσω. Πάσχα για μένα ήταν όταν μου έδινε ο πατέρας μου ένα δίδραχμο, στέρημά του από τον καφέ του στο καφενείο, για να πάρω ένα ψωμάκι με μυτζήθρα (τουλουμοτύρι) από το φούρνο του Φινοκαλιώτη.
Νωρίς το απόγευμα που σχολάγαμε, ξυπόλυτος και με ένα παλτό, που είχε ράψει η μητέρα μου από μια ιταλική  κουβέρτα, που είχε αγοράσει κρυφά από κάποιον Ιταλό δίδοντάς του αυγά, ξεκινούσα περπατώντας, πολλές φορές και με χιόνι, για να επιστρέψω στο χωριό.            
Μια φορά, που ο καιρός ήταν βροχερός, η μητέρα μου μού είχε δώσει μια ομπρέλα, τη μοναδική που είχαμε (είδος βλέπεις πολυτελείας). Κάτω από τη Βουλισμένη μας έπιασε μια μπόρα με δυνατό αέρα. Εγώ, δεν ήξερα να στρέψω την ομπρέλα προς το μέρος του αέρα κι έτσι ο αέρας μου τη γύρισε και την έσπασε. Φαντάζεστε τη στενοχώρια μου! Φθάνοντας σπίτι σαν βρεγμένος γάτος, δεν ήξερα πώς να δικαιολογηθώ στη μητέρα μου. Η μητέρα μου ωστόσο με περίμενε στην πόρτα, ανυπομονώντας λόγω της κακοκαιρίας.
Με αγκάλιασε και καθίσαμε δίπλα στη παραστιά, που έκαιγαν δυο κούτσουρα, να ζεσταθώ. Προσπάθησε να με παρηγορήσει.
-     Μη στεναχωριέσαι, αύριο θα δώσομε την ομπρέλα στο τενεκετζή, τον Μιχάλη Παραβολιάση, να τη φτιάξει, μου έλεγε, βγάζοντας παράλληλα μια κουταλιά σύγκλινα από το κουρούπι  να τα τηγανίσει με αυγά, για να φάω, μιας και μ’ είχε θερίσει η πείνα. Έτσι όλα λησμονήθηκαν.
Η  απόσταση, ως γνωστό, μεταξύ Βραχασού και Νεάπολης ήταν περίπου επτά χιλιόμετρα, μια αρκετά επίπονη πεζοπορία για παιδιά δέκα ετών.
Θυμάμαι, κάναμε στάση στη Κεραγωνιότισσα, την εκκλησία στη Λατσίδα, και πολλές φορές κλέβαμε μανταρίνια και πορτοκάλια από τον κήπο του Δατσέρη. Μια φορά μας είδε ο αγροφύλακας και μας κυνήγησε. Ο Νίκος, ο Τζανάκης του Κίτσου, έτρεξε και άδειασε στο γυριό του νερόμυλου την κουκούλα από το ρασίδι που φορούσε, την οποία είχε γεμίσει με πορτοκάλια. Για λίγο, αντί για νερό, ο μύλος έβγαζε πορτοκαλάδα!
Πολλές φορές, για να βοηθηθούμε στο περπάτημα κρεμόμασταν από κανένα ιταλικό αυτοκίνητο που και αυτό με δυσκολία κυκλοφορούσε στους χαλασμένους και χωμάτινους δρόμους.
Στο σχολείο είχαμε ένα Ιταλό καθηγητή, ονόματι Μιλιαρέση, πολύ αυστηρό. Μας χτυπούσε με ένα χάρακα, όταν υστερούσαμε στο μάθημα του, γιατί ήταν κύριο και κινδυνεύαμε να χάσουμε  τη χρονιά.
Στο χωριό τις ελεύθερες ώρες μας και τις Κυριακές (τα Σάββατα είχαμε σχολείο) μαζευόμαστε τα παιδιά και παίζαμε διάφορα παιχνίδια. Στήναμε τις πένες που γράφαμε (δεν υπήρχαν στυλό) όρθιες και με μπίλιες που βγάζαμε από ρουλεμάν ή γυαλένια που παίρναμε από σπασμένες μποτίλιες γκαζόζας, σημαδεύαμε τις πένες και, εάν τις ρίχναμε, τις κερδίζαμε!
Φίλοι και συμμαθητές από το Δημοτικό Σχολείο(Φθενάκης Χρήστος, Μηλιαράς Μιλτιάδης, Στεφανάκης Κωστής)
Επίσης  παίζαμε μπιμπικιές με τους σβούρους που είχαμε φτιάξει μόνοι μας. Οι κυρίαρχοι στο παιγνίδι αυτό ήταν ο Δημόκριτος, ο Τσαγκουρνής  και ο Κωστής ο Στεφανάκης.
Το αγαπημένο μας όμως παιχνίδι ήταν τα πατίνια, τα οποία φτιάχναμε με ρουλεμάν κλεμμένα από τους Γερμανούς. Τα καβαλάγαμε από την κατηφόρα της Παναγίας και φτάναμε στον Πετριά. Πολλές φορές, θυμάμαι, είχαμε φτάσει και μέχρι το Σελλινάρι. Μετά τα παίρναμε στην πλάτη και επιστρέφαμε. Ο Βαγγέλης Ελευθεράκης ήταν σαΐνι σ’ αυτά! Είχε φτιάξει ένα  πατίνι με δύο θέσεις και πολλές φορές μ’ έπαιρνε παρέα του. Από τα  παιχνίδια μας δεν έλειπε το ξυλίκι, το χουστού μπουλού, τα παλέθια, η μακρά γαϊδούρα και άλλα πολλά. 

Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου 
1940-1950.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο Μιχάλης Πεδιώτης με τον Γιώργη Γουλιδάκη!!! Μια σχέση αγάπης και μίσους!

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;

Φωτογραφία από το 1925 του πρώτου αυτοκινήτου της γραμμής Ηρακλείου - Νεαπόλεως στο Βραχάσι!

Ο Μανόλης Ιεραπετριτάκης πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής σε ηλικία 75 χρονών!

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

O Μιχάλης....

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς δίνει συνέντευξη στο Βραχάσι το 1992