Η παραλίγο εκτέλεση είκοσι συγχωριανών μας._Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη



Ήταν απόγευμα, πέντε η ώρα, όταν ένα γερμανικό αυτοκίνητο ακολουθώντας και αυτό την μετακίνηση προς τα Χανιά φορτωμένο με τρόφιμα, σταμάτησε έξω από του Τελαλογιάννη και άρχισε να μοιράζει κουραμάνες και κονσέρβες. 
Όλοι τρέξαμε, προπαντός τα παιδιά που βρεθήκαμε εκεί, να πάρουμε ό,τι μπορούσαμε.
Κάποια στιγμή ο οδηγός εξέφρασε την επιθυμία του να παραδοθεί στην αντίσταση και μαζί  το αυτοκίνητο με τα τρόφιμα. 
Ήρθε αμέσως ο Γιώργης ο Ροβύθης (Τζωρτζάκης)  και, αφού πήρε το όπλο του οδηγού και το κρέμασε στον ώμο του, στάθηκε  στο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου για να το οδηγήσει σε κάποιο κρυφό μέρος. Στην αρχή συζητιόταν ο πλάτανος στη βρύση, αλλά μετά επικράτησε η γνώμη να το οδηγήσουν στο πίσω μέρος του ελαιουργείου στη Βαγιά.
Λίγο πριν φθάσουν, ξαφνικά παρουσιάστηκαν τρία αυτοκίνητα γεμάτα Γερμανούς στρατιώτες που πήγαιναν για τη Νεάπολη. 
Βλέποντας οι Γερμανοί τον αντάρτη, τρόπον τινά, στο φτερό του αυτοκινήτου, νόμισαν ότι το αιχμαλώτισαν και, χωρίς καν να σταματήσουν, προχώρησαν στο τέλος του χωριού, στο μαγαζί του Μανόλη Πετσαλή στο Πρόκι, κι άρχισαν να γαζώνουν τον ουρανό με τα αυτόματα τους για εκφοβισμό. 
Ύστερα έπιασαν όσους άνδρες βρήκαν στα καφενεία και τους γύρω δρόμους, είκοσι τον αριθμό, τους ανέβασαν κακήν-κακώς στο αυτοκίνητο, αυτό που τους είχε παραδώσει ο Γερμανός, και ξεκίνησαν για τη Νεάπολη.
Την ώρα που τους ανέβαζαν στο αυτοκίνητο, ο Γιώργης, του  παπά - Διονύση, πήδησε στο γκρεμό στου Σκουρού το Ρυάκι και εξαφανίστηκε στα καλάμια. 
Προχωρώντας τα αυτοκίνητα σε πομπή και χωρίς ακόμη να έχουν αναπτύξει ταχύτητα, ο Αδαμάντιος (Μανιουδάκης) πήδησε στο δρόμο πλάι στο σπίτι του Μανόλη Κοσμαδάκη, Γραμματέα τότε της Κοινότητας και παρά τις μπαταριές των Γερμανών, κατάφερε να ξεγλιστρήσει προς τον Άγιο Παντελεήμονα. 
Αποτέλεσμα εικόνας για νεαπολη παλιεσ φωτογραφιεσ
Στη Νεάπολη οι συλληφθέντες Βραχασώτες
 κλείστηκαν σε ένα
υπόγειο προκειμένου την επομένη
να τους εκτελέσουν.
Φθάνοντας στην Νεάπολη οι Γερμανοί έκλεισαν τους συλληφθέντες σε κάποιο υπόγειο προκειμένου την επομένη να τους εκτελέσουν. Όλη τη νύχτα έκαναν το σταυρό τους, ενώ ο Πάπα - Ζαχαρίας που ήταν κι αυτός μεταξύ των είκοσι, τους διάβασε τη συγχωρητική ευχή, καθώς δεν είχαν ελπίδα σωτηρίας.
Το πρωί της επομένης, γύρω στις δέκα η ώρα, τους ανέβασαν ξανά στο αυτοκίνητο και με συνοδεία πέντε οπλισμένων Γερμανών και ενός αξιωματικού ξεκίνησαν για τον τόπο της  εκτέλεσης. 
Για καλή τους τύχη όμως, σταμάτησαν για λίγο στην κεντρική πλατεία για κάποιο διαδικαστικό θέμα.
Ξαφνικά βρέθηκε να περνά απ’ εκεί ένας αξιωματικός Γερμανός που είχε υπηρετήσει στο χωριό και γνώριζε τον Γιώργη τον Βλαχάκη (Ταχυδρόμο) που γνωρίζοντας τα γερμανικά εκτελούσε χρέη διερμηνέα, ήταν κι αυτός μεταξύ των μελλοθάνατων. 
Μόλις τους γνώρισε ο Γερμανός αξιωματικός, πλησίασε να τους ρωτήσει τι συμβαίνει. Αμέσως ο Βλαχάκης του εξιστόρησε το γεγονός και τον έπεισε  ότι αυτοί δεν είχαν καμιά σχέση με τη δήθεν αιχμαλωσία του αυτοκινήτου, αλλά τους έπιασαν τυχαίως στα καφενεία.
Ο αξιωματικός  βρήκε τον Διοικητή της περιοχής και του εξήγησε την αλήθεια, ότι αυτοί δεν είχαν καμία ανάμιξη. Τότε ο διοικητής διέταξε τον επικεφαλή της ομάδας για την εκτέλεση να τους ελευθερώσει.           
Γεμάτοι  χαρά για την σωτηρία τους επέστρεψαν στο χωριό, στις αγκαλιές των δικών τους, που τους είχαν ξεγράψει.
Εγώ, που παραβρέθηκα στη διανομή των τροφίμων, όταν έφυγε το αυτοκίνητο, πήρα τον δρόμο για το σπίτι, έχοντας οικονομήσει μία κουραμάνα και δύο κονσέρβες. Στο δρόμο συνάντησα τον  πατέρα μου με τον κουβά στο χέρι και το σκαλίδι στον ώμο, που είχε πάει να ποτίσει τον κήπο στην Πίσω Βρύση.

Ακούγοντας τα αυτόματα να γαζώνουν φοβηθήκαμε και κατηφορίσαμε στον Άγιο Πέτρο και από ‘κεί καταλήξαμε στον Καρτσινιανό που ο παππούς είχε νοικιάσει μια αποθήκη για να βάζει τα άχυρα. 
Εκεί κοιμηθήκαμε και το πρωί κατηφορίσαμε για την Αγία Βαρβάρα όπου έμενε ο παππούς και η γιαγιά. Τους εξιστορήσαμε τα συμβάντα, ενώ συνάμα μαδήσαμε μια κρυθοκουλούρα στο γάλα που μόλις είχε αρμέξει η γιαγιά από τις κατσίκες και το’ χε βράσει, βάλσαμο στη πείνα μας. 
Το μεσημεράκι πέρασε ο Τροχαλονικόλης και μας ανακοίνωσε τα ευχάριστα αποτελέσματα, τη σωτηρία των συλληφθέντων συγχωριανών  μας.   
Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου"
1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο Μιχάλης Πεδιώτης με τον Γιώργη Γουλιδάκη!!! Μια σχέση αγάπης και μίσους!

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;

Φωτογραφία από το 1925 του πρώτου αυτοκινήτου της γραμμής Ηρακλείου - Νεαπόλεως στο Βραχάσι!

Ο Μανόλης Ιεραπετριτάκης πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής σε ηλικία 75 χρονών!

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

O Μιχάλης....

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς δίνει συνέντευξη στο Βραχάσι το 1992