Η σχολική εκδρομή στην Ελούντα _Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη

Ο γράφων ανάμεσα σε συμμαθητές του στην Ελούντα

Τετάρτη τάξη 1947.
 Η σχολική χρονιά βαίνει προς το τέλος της. Ο Μάϊος πάτησε και σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου οργασμός υπάρχει καθώς ετοιμάζονται για την ετήσια εκδρομή, που ως γνωστό συνηθίζεται να γίνεται στο τέλος της χρονιάς. Τα διαγωνίσματα μάς ανακοινώθηκαν προς το τέλος του μήνα και η εκδρομή συνήθως λαμβάνει χώρα πριν τα διαγωνίσματα, για να μας ξεκουράσει από τα μαθήματα και να πάρουμε δυνάμεις για τις εξετάσεις.
Από ημέρες ο απουσιολόγος της τάξης Γεώργος Ρουμπελάκης μάζεψε τα χρήματα για τα έξοδα της εκδρομής και μαζί με άλλους δύο συμμαθητές επιτροπή και πρόεδρο τον φιλόλογο καθηγητή μας Αριστείδη Βουρλάκη κανόνισαν τον τόπο και τα μέσα μεταφοράς μας. 
Σαν τόπο προτίμησαν την Ελούντα, ένα χωριό παραθαλάσσιο με αξιοθέατα τις αλυκές και το νησί των λεπρών, τη Σπιναλόγκα. Η ηλικία μας δεν δικαιολογούσε εκδρομή σε μακρινότερο μέρος. Ήταν η πρώτη φορά που θα πηγαίναμε με αυτοκίνητο εκδρομή. Συνήθως οι εκδρομές μας γίνονταν με τα πόδια στα Κρεμαστά, το Βιγλί και την Κεραγωνιώτισσα, κοντινά μέρη στην έδρα του Γυμνασίου μας. Για μεταφορικά μέσα προτιμήθηκαν δύο φορτηγά. Ένα θα ξεκινούσε από το χωριό μας, θα πέρναγε από τη Λατσίδα, τη Βουλισμένη, Νεάπολη και μέσω Φουρνής θα κατέληγε στην Ελούντα. Το άλλο θα ξεκίναγε από το Χουμεριάκο, Βρύσες, Νεάπολη, Nικιθιανό, Λίμνες και μέσω Αγίου Νικολάου θα κατέληγε κι αυτό στην Ελούντα. Πούλμαν ασφαλώς δεν υπήρχαν. Αυτά ήσαν τα μέσα μεταφοράς που διέθετε η περιοχή μας.
Αποβραδίς η μητέρα μου, μού είχε ετοιμάσει το σακούλι μου με διάφορα φαγώσιμα, κεφτεδάκια, τυρόπιτες, αγγούρι για σαλάτα, τυρί, ψωμί και μερικά ροδάκινα για φρούτο. Το πρωί το κρέμασα στην πλάτη μου και καλημερίζοντας τους γονείς μου τον παππού και την γιαγιά που με κατευοδώνανε, πήγα στο καφενείο του Αμερικάνου, όπου είχαμε δώσει σημείο συγκέντρωσης. 
Σε λίγο όλοι είμαστε έτοιμοι με αρχηγό τον Καθηγητή μας Βουρλάκη. Το πουλμανάκι, ένα μικρό φορτηγό του Γιάννη Λεμπιδάκη που από κοινού με τον Μανόλη Λαπίδη είχαν συναρμολογήσει, δεν άργησε να φτάσει. Πήρε και τέσσαρις πάγκους από το καφενείο μιας και ήταν συγγενικό του Λεμπιδάκη, τους τοποθέτησε στην καρότσα κι εμείς σαν γιδοπρόβατα ανεβήκαμε και τραγουδώντας ξεκινήσαμε για την πολυπόθητη εκδρομή.
Ο καιρός καλοκαιρινός, με τον ήλιο να χρυσώνει τους αγρούς με τα στάχυα που κοντεύουν να μεστώσουν, έμοιαζαν με χαλί πλουμιστό! Μυρωδιές ποικίλες από τα περιβόλια με τα οπωροφόρα δένδρα, που ανθισμένα προσπαθούν να προσελκύσουν τα έντομα για την καρποφορία τους. Κατηφορίσαμε το Σελί με τις πολλές στροφές των Αγίων Σαράντα και περνώντας από την Λατσίδα και Βουλισμένη πήραμε τους συμμαθητές μας και φτάσαμε στη Νεάπολη που μας περίμεναν οι υπόλοιποι συμμαθητές που συμπλήρωσαν το αυτοκίνητο. Γύρω στις 8 ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας.
Για μένα η Ελούντα ήταν πρωτόγνωρη. Το μόνο γνώριμό της ήταν η νόστιμη μαύρη μαριδούλα και οι αχιβάδες που με το χόντρο γινότανε μια καλή λιχουδιά και που εν αφθονία πρόσφερε. Έφθασε και το δεύτερο αυτοκίνητο και συγκεντρωμένοι πλέον ξεκινήσαμε για τις αλυκές , πρώτο σταθμό της εκδρομής. Εκεί ο καθηγητής μας, μάς εξήγησε το πώς δημιουργείται το αλάτι.
- Βλέπετε, μας είπε, το νερό της θάλασσας διοχετεύεται σε αυτές τις μεγάλες και αβαθείς στέρνες και με τον καιρό και τις ζέστες του καλοκαιριού εξατμίζεται για να μείνει στον πάτο το αλάτι, που μας είναι τόσο απαραίτητο για το φαγητό (ασφαλώς υπάρχει και το ορυκτό αλάτι που εξορύσσεται σε διάφορα μέρη του πλανήτη).
Η απορία μας ήταν μεγάλη το πώς δηλαδή συγκεντρώνονται τόσο μεγάλες ποσότητες αλατιού που σχημάτιζαν μεγάλους λόφους, έτοιμους να διοχετευτούν στην κατανάλωση.
Δεν καθίσαμε για πολύ, καθ’ ότι τα βαλτωμένα νερά που παρέμεναν στάσιμα περιμένοντας να εξατμιστούν, άφηναν μια βαριά δυσάρεστη μυρουδιά.
Γυρίσαμε στην Ελούντα, όπου χωριστήκαμε σε ομάδες, για να μπούμε στα καΐκια και να περιηγηθούμε το νησάκι της Σπιναλόγκας. Η διαδρομή πήγαινε-έλα διαρκούσε περίπου δύο ώρες μιας και τα καϊκάκια ήταν βραδυκίνητα, της κακιάς ώρας. Το νησάκι, αποκομμένο στον κόλπο του Μεραμπέλου, σπανό από βλάστηση και χαμόσπιτα στοιβαγμένα στη μεριά που βλέπει προς την Ελούντα, πρόδιδε το χάλι και την δυστυχία που έκρυβε στα σπλάχνα του. Η χαρά μας από το θαλάσσιο ταξιδάκι και τα τραγούδια μας σταμάτησαν απότομα, μόλις πλησιάσαμε στο νησάκι. Οι εικόνες που αντικρίσαμε ήσαν αποκαρδιωτικές! Άρρωστοι, δυστυχείς, καθισμένοι στα βράχια της ακτής με το ψαροκάλαμο αγκαλιασμένο με τα δύο χέρια, καθώς τα άκρα (δάκτυλα) πολλών είχαν αποκοπεί, ψάρευαν για να σκοτώσουν την ώρα τους. Σε άλλους έλειπαν αυτιά, μύτες, άλλοι ήταν με πληγές στο πρόσωπο, μια εικόνα αποκρουστική για μας τα παιδιά! Κάναμε μια βόλτα στο νησάκι και στη συνέχεια πήραμε το δρόμο της επιστροφής.
Η ώρα ήταν πια μία το μεσημέρι και χωρισμένοι σε παρέες συντροφικές, απλώσαμε τα φαγητά μας στην αμμουδιά και με λαιμαργία πέσαμε με τα μούτρα στο φαΐ. Το φαγητό ασφαλώς συνοδευόταν με διάφορα ανέκδοτα που ο καθένας μας θυμόταν, κάνοντας την ώρα να περνά σα μια ρουφηξιά.
Την παρέα μου συμπλήρωναν οι χωριανοί Μανόλης Βλαχάκης, Γιώργος Σουλαδάκης, Βαγγέλης Ελευθεράκης, Γιώργος Ροβύθης και η μοναδική κοπέλα Κατίνα Ροβύθη (Τουτούλη).
Ο Βαγγέλης Ελευθεράκης με τον Γιώργο Σουλαδάκη μας διασκέδασαν με διάφορα ανέκδοτα και ιστορίες από τη ζωή διαφόρων λαογραφικών τύπων του χωριού. Τον Αντώνη, τη Δημήτρα, τον Ιάπωνα και άλλους χωριανούς, που ίσως η αμορφωσιά και η απόμακρη από τον κόσμο ζωή τους μας έκανε εντύπωση.
Το γεμάτο στομάχι, μας άνοιξε την όρεξη για τραγούδι και διασκέδαση. Κοντά μας και δίπλα στην θάλασσα υπήρχε ένα ταβερνάκι παραδοσιακό με καλύβα από σκίνα περιφραγμένη, την οποία με καλοσύνη το αφεντικό της δέχθηκε να μας την παραχωρήσει. Ασφαλώς όλοι μας κάτι ψωνίσαμε από αναψυκτικά και παγωτά που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται. Ο καταστηματάρχης μας παραχώρησε και το πικάπ του και δίσκους με Κρητικά και νησιώτικα τραγούδια που μας οδήγησαν θέλοντας και μη στην πίστα!
Συντροφιά μας έκαναν και οι μαθητές του Γυμνασίου Αγίου Νικολάου που τυχαίως βρεθήκαμε μαζί να σύρομε γυροβολιές και να σιγοτραγουδούμε τραγούδια της εποχής.
Βραδάκι πλέον αποφασίσαμε να ανέβουμε ξανά στρωματσάδα στ’ αυτοκίνητα και γεμάτοι κέφι ξεκινήσαμε για την επιστροφή, ενώ ο ήλιος έδυε πίσω από τους λόφους της Φουρνής, αποχαιρετώντας μας κι αυτός με τη σειρά του κλείνοντας την ωραία ημέρα που περάσαμε.
Περνώντας από τα χωριά που ήσαν στο δρόμο μας, ξεφορτώναμε τους ντόπιους, που οι δικοί τους τούς περίμεναν στην πλατεία του χωριού τους.
Στη Βουλισμένη σταματώντας στην πλατεία αντικρίσαμε κάποιο μαινόμενο πατέρα κορασίδας, ο οποίος βλέποντας τον καθηγητή μας κύριο Βουρλάκη, του είπε με αγανάκτηση:
- Κύριε Βουρλάκη, γιατί καθυστερήσατε και σας έπιασε η νύχτα;
- Γιατί ανησυχείτε; Ακόμα δεν βούτηξε ο ήλιος, του απάντησε.
- Μπορούμε να μην ανησυχούμε; Εμείς έχουμε θηλυκό κορίτσι.
Τα γέλια και το κουτσομπολιό συνεχίστηκε μέχρι που φτάσαμε στο χωριό. Ευχόμενοι μεταξύ μας «Και του χρόνου καλύτερα!» χωρίσαμε πηγαίνοντας ο καθένας στο σπίτι του και στους δικούς του, που μας περιμένανε να τους διηγηθούμε το πώς περάσαμε στην εκδρομή.

Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου"
1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

"Ζωή, θάνατος και προσευχή στον Αναύλοχο" το θέμα της Dr.Gaignerot - Driessen στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών!

Τα σπίτια που φτιάχνονται στο Βραχάσι

Ο Βραχασώτης ποιητής Μπαμπασομανώλης για τον αποκλεισμό του Νομού μας από τις Πανεπιστημιακές Σχολές!!!

Γειτόνεμα στην Καραπιδιά!

Το ερασιτεχνικό ψάρεμα τα παλιά χρόνια

Η αποικία, ο μόλος και οι δημόσιες σχέσεις...

Σαν σήμερα "έφυγε" ο Ελευθέριος Πλατάκης

Το NATURA 2000 για το Σελλινάρι

H απάντηση της παραιτειθείσας συμβούλου στον Πρόεδρο Γ. Φθενάκη