Η οικογένεια Βεντούρα__Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη


Ζακ Βεντούρα

Με την κήρυξη του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Ιάκωβου Βεντούρα βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Ο Ιάκωβος, ο άνδρας της οικογένειας, ασχολείτο με τη δημοσιογραφία και είχε χρηματίσει βουλευτής του ΚΚΕ στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του Χρυσούλα ασχολείτο με το σπίτι και το μικρό αγοράκι τους, τον Μίμη.
Ήταν εβραϊκής καταγωγής και φίλοι του ιατρού Γεωργίου Ζουράρη και του δημοσιογράφου Μανόλη Σπανάκη ο οποίος στάθηκε αιτία να αφήσουν τη Θεσσαλονίκη και να έλθουν στο χωριό μας, για καλύτερα. Μαζί τους πήραν και την ανιψιά τους Ίκα, που την ψευτοαρραβώνιασαν με κάποιον ονόματι Γιάννη.

Ο Ιατρός Γεώργιος Ζουράρις
φίλος του Ζακ Βεντούρα
Όλοι μαζί κατέβηκαν στο χωριό και εγκαταστάθηκαν κάτω από το δικό μας σπίτι, στο σπίτι του Μανόλη Φθενάκη.
Από τις πρώτες ημέρες της κατοχής η Χρυσούλα, γνώστης της ιταλικής γλώσσας χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας σε διάφορες υποθέσεις που είχαν οι χωριανοί με τους Ιταλούς.
Με το Μίμη, το μικρό αγοράκι, κάναμε παρέα. Kι επειδή μιλούσε κι αυτός τα ιταλικά, μαζί με τα άλλα παιδιά πηγαίναμε στους Ιταλούς και μας φίλευαν ψωμάκια με σαλάμι και τυρί χάρη στο Μίμη, που τους καλόπιανε με τα ιταλικά του!
Η Ίκα είχε αφήσει τον αρραβωνιαστικό της και ερωτοτροπούσε με έναν Ιταλό υπολοχαγό, τον Καντσιάνο.
Ο Γιάννης, απαθής με όσα συνέβαιναν, προσπαθούσε να μάθει ελληνικά. Πήρε τα βιβλία του δημοτικού σχολείου και σιγά-σιγά κατάφερε να τριφτεί αρκετά στη γλώσσα.
Η οικογένεια Βεντούρα δεν άργησε να γνωριστεί με το χωριό και να βοηθηθεί σε τρόφιμα, γάλα και αβγά.
Οι χωριανοί έσπειραν για λογαριασμό τους κουκιά και σιτάρι και έτσι η οικογένεια άρχισε να φτωχοζεί.
Η ζωή τους δυστυχώς άλλαξε προς το χειρότερο με τον ερχομό των Γερμανών.
Ο Ιάκωβος που μέχρι τότε ζούσε στην αφάνεια, φοβούμενος τη σύλληψη, τελικά καταδόθηκε, και ήταν ο πρώτος που συνελήφθη ως Εβραίος από τους Γερμανούς.
Φυλακίστηκε στις φυλακές των Χανίων και στη συνέχεια κατέληξε στα κρεματόρια του Νταχάου.
Ο Γιάννης βλέποντας ότι στενεύει ο κλοιός γύρω του και ότι επρόκειτο να συλληφθεί και αυτός, ειδοποίησε την οργάνωση του ΕΑΜ και μέσω αυτής τον ΕΛΑΣ, που στάθμευε στα κοντινά βουνά. Έτσι, ένα βράδυ κατέβηκαν και τον πήραν στα λημέρια τους.
Φεύγοντας οι δύο άνδρες, οι γυναίκες, θεία και ανεψιά, άρχισαν τους τσακωμούς. Αιτία ήταν τα χρυσαφικά τους. Η κορύφωση του τσακωμού είχε σαν αποτέλεσμα η Ίκα να εγκαταλείψει τη θεία της και να εγκατασταθεί κοντά στο σπίτι του Παπά-Διονύση, συγκεκριμένα στο σπίτι του Μαρκάκη, ένα ισόγειο παλιό σπίτι.
Κάθισε μερικούς μήνες μόνη της, ώσπου κάποιος την πληροφόρησε ότι επίκειται η σύλληψή της.
Τότε άρχισε να εκβιάζει την οργάνωση, λέγοντας ότι θα τους προδώσει στους Γερμανούς, αν δεν την πάρουν κι αυτή στο βουνό. Ο εκβιασμός αυτός ερέθισε τους καπεταναίους του ΕΛΑΣ και έλαβαν την απόφαση να την πάρουν και να την εκτελέσουν.
Με αυτήν την εντολή κατέβηκαν απ’ το βουνό δύο αντάρτες, την πήραν από το σπίτι της και την πήγαιναν προς το Σελί, όπου θα την εκτελούσαν. Τη στιγμή όμως της εκτέλεσης ακούστηκαν συνομιλίες από Γερμανούς που ανέβαιναν την ανηφόρα ερχόμενοι από τη Λατσίδα. Φοβήθηκαν μην τυχόν τους αντιληφθούν κι αποφάσισαν να την πάρουν στο βουνό.
Εκεί γνωρίστηκε με τους Καπεταναίους, και ως ωραία και αξιοσυμπάθητη κοπέλα που ήταν, γλίτωσε τη ζωή της.
Η θεία της, μόνη πλέον με τον γιο της, έμεινε για λίγο καιρό, μέχρις ότου ένα πρωινό γύρω στις έντεκα σταμάτησε ένα Γερμανικό αυτοκίνητο έξω από του Κωστή του Φθενάκη(Κωστάρα) το σπίτι.
Τρεις Γερμανοί οπλισμένοι με τα αυτόματα τους, κατέβηκαν το λιθόστρωτο δρόμο μας και χτύπησαν την πόρτα της Χρυσούλας. Εκείνη τη στιγμή η Χρυσούλα καθάριζε τα κουκιά, που είχε μαζέψει από το περιβόλι της, για να τα μαγειρέψει. Την τράβηξαν από το χέρι και μαζί με το μικρό Μίμη τους οδήγησαν στο αυτοκίνητο.
Τους θυμάμαι που, περνώντας από το σπίτι μας, είχαν σκυμμένα κεφάλια και δεν έριξαν πίσω τους ούτε μια ματιά.
Ίσως δεν ήθελαν να μεταφέρουν και σε μας τη στενοχώρια τους, μιας και τους είχαμε βοηθήσει τα μέγιστα και τους αγαπούσαμε.
Τους μετέφεραν στο Ηράκλειο και από εκεί, μαζί με τους άλλους συγκεντρωθέντες Εβραίους, και φυλακισμένους τους φόρτωσαν σε ένα σαπιοκάραβο και περνώντας την Ντία τους βούλιαξαν με αποτέλεσμα να πνιγούν όλοι τους.
Το απόγευμα της 7ης Ιουνίου 1944, περίπου 350 Εβραίοι και 250 Έλληνες και Ιταλοί επιβιβάστηκαν βίαια στο φορτηγό ατμόπλοιο Tanais, το οποίο βυθίστηκε δυο μέρες αργότερα μεταξύ Μήλου και Σαντορίνης κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Είναι παράδοξο αλλά ακόμη και σήμερα δεν έχει ξεκαθαριστεί απόλυτα ο τρόπος που χάθηκαν οι τελευταίοι Εβραίοι της Κρήτης.
Τελικά, από την οικογένεια Βεντούρα δεν γλίτωσε κανείς. Όλοι άφησαν τη ζωή τους, άλλοι στα κρεματόρια του Νταχάου και άλλοι στο βυθό της θάλασσας.
Οι υπόλοιποι της παρέας επέζησαν.
Ο Γιάννης, που όπως τελικά μάθαμε ήταν Ρώσος κατάσκοπος με βαθμό ταγματάρχη, επέστρεψε αργότερα στην πατρίδα του.
Η Ίκα μετά την απελευθέρωση κατέβηκε από το βουνό με το όπλο στον ώμο και με το καπέλο του ΕΛΑΣ. Μετά την διάλυσή του ΕΛΑΣ βρέθηκε στο Ηράκλειο όπου, όπως μαθεύτηκε, κληρονόμησε όλους τους Θεσσαλονικείς Εβραίους συγγενείς της. Παντρεύτηκε τον τότε λιμενάρχη του Ηρακλείου και σύμφωνα με πληροφορίες από ανθρώπους που την γνώριζαν, ασπάστηκε την ορθοδοξία και απέκτησε τρία αγόρια.

Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου 
1940-1950.





Για περισσότερες πληροφορίες για τον Ζακ Βεντούρα (ΕΔΩ)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο Μιχάλης Πεδιώτης με τον Γιώργη Γουλιδάκη!!! Μια σχέση αγάπης και μίσους!

Τι μαγειρεύουν πάλι αύριο, μου λέτε;

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

Ο Μανόλης Ιεραπετριτάκης πήρε το πτυχίο της Νομικής Σχολής σε ηλικία 75 χρονών!

Φωτογραφία από το 1925 του πρώτου αυτοκινήτου της γραμμής Ηρακλείου - Νεαπόλεως στο Βραχάσι!

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς δίνει συνέντευξη στο Βραχάσι το 1992

O Μιχάλης....