Οι σχέσεις μας με τους Ιταλούς κατακτητές._Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη

Ο Αναύλοχος που είχαν τοποθετήσει
το βαρύ πυροβολικό τους οι Ιταλοί

Τους πρώτους επισκέπτες ιππείς Ιταλούς διαδέχτηκε μετά από τρεις μήνες ένα τάγμα της 32ης Μεραρχίας, της ονομαστής Siena.
Το διοικητήριο τους (commando) στήθηκε στο σπίτι του Μανόλη Διαλυνά απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας.
Στον τοίχο ήταν γραμμένη η επιγραφή «Commando presidio militare di Vracasi, 32 Fandaria Siena Lavalanga». 
Στην πόρτα έξω στο δρόμο τοποθετήθηκε σκοπός και στο μπαλκόνι κυμάτιζε η Ιταλική σημαία.
Κάθε ένας από τους χωρικούς που περνούσε έπρεπε να σταματήσει και να χαιρετήσει τη σημαία. Ο σκοπός ανταπέδιδε, στέκοντας προσοχή και κτυπώντας στη συνέχεια το πόδι στην ημιανάπαυση.
Μια μέρα, ο πατέρας μου ερχόμενος από την Αγία Βαρβάρα, όπου ήσαν τα κτήματά μας, με το γάιδαρο φορτωμένο κριθάρι, προσπέρασε χωρίς να χαιρετήσει. Ο δεκανέας Παστέρι, που εκτελούσε και χρέη σαλπιγκτού, φώναξε τον γέροντα πατέρα μου και, αφού τον ξυλοκόπησε, τον ανάγκασε να περάσει τρεις φορές και να χαιρετήσει τη σημαία.
Αυτά συνέβησαν μπροστά στα αθώα παιδικά μάτια μου, ενώ ένα θερμό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου.
Εν γένει η συμπεριφορά των Ιταλών δεν ήταν τόσο κόσμια όσο των μετέπειτα Γερμανών στρατιωτών. Διασκέδαζαν με τα τραγούδια τους, που τους έπαιζε στο ακορντεόν ο Άγγελος, σπουδαίος μουσικός. Όταν έρχονταν στο κέφι το ‘ριχναν στο χορό. Πρώτη φορά γνώριζα τους ευρωπαϊκούς χορούς, Ταγκό και Βαλς, όπου έβλεπα τα ζευγάρια αγκαλιαστά να χορεύουν, εν αντιθέσει με τους παραδοσιακούς δημοτικούς χορούς που ήξερα.
Κρασί προμηθεύονταν από το οινοπωλείο των αδελφών Νίκου και Γιώργου Ιεραπετρίτη της Φρόσως. Ο παμπόνηρος Γιώργος τους πούλαγε πάντοτε κρασί νερωμένο. Μια μέρα όμως, όπως μου διηγήθηκε ο Νίκος, που ασχολείτο και με τη μαναβική, μόλις είχε γυρίσει από τα Μάλια και τον επεσκέφθησαν μερικοί μελανοχίτωνες Ιταλοί, ζητώνταν ν’ αγοράσουν ρακί, grapa, όπως την έλεγαν. 
Επειδή είχε τελειώσει, έστειλε τον μικρότερο αδελφό του Μανόλη να φέρει από το σπίτι. Ο Μανόλης μυημένος στο κόλπο, γέμισε τη νταμιτζάνα μέχρι τη μέση ρακί και την υπόλοιπη με νερό και την έφερε στο μαγαζί. Ο Νίκος γέμισε τα παγούρια και πήρε τις ανάλογες λιρέτες της αξίας του. Για κακή του τύχη όμως, ένας ανυπόμονος θέλησε να το δοκιμάσει. Βλέποντας ότι είχε γίνει νοθεία, παίρνοντας το για κοροϊδία, τράβηξε το περίστροφό του και παρ’ ολίγο να τον εκτελέσει. Τη γλίτωσε φέρνοντάς τους άλλο ατόφιο ρακί και ζητώντας τους συγνώμη για το λάθος.
Οι στρατιώτες συχνά άρπαζαν από τα κοτέτσια κοτόπουλα και κάπου-κάπου στη γωνία στρίμωχναν και κανένα γάτο, που γι αυτούς ήταν ένας αρκετά νόστιμος μεζές. Εμείς τα παιδιά τους δίναμε αυγά και μας έδιναν τσιγάρα για τους πατεράδες και τούς παππούδες μας, και καμιά κονσέρβα για το τηγάνι με αυγά, καλή λιχουδιά για μας.
Ως θερμόαιμος μεσογειακός λαός δεν επέδειξε ακέραιο ήθος και άμεμπτη συμπεριφορά συγκρινόμενος με τους μετέπειτα Γερμανούς. Πολλοί Ιταλοί δημιούργησαν σχέσεις με κοπέλες του χωριού, που είτε από ανάγκη, είτε αποβλέποντας σε ένα καλύτερο μέλλον, ενέδωσαν στις ορέξεις των. Πολλές κοπέλες από τα γύρω χωριά παντρεύτηκαν μετά το τέλος του πολέμου και πήγαν στην Ιταλία. Παράλληλα όμως ήταν και φιλεύσπλαχνοι. Τακτικά μας μοίραζαν ψωμάκια με μαρμελάδα στο σχολείο, το οποίο, σιγά-σιγά, άρχισε να λειτουργεί.
Μαθήματα γίνονταν στις εκκλησίες και σε σπίτια που δεν είχαν επιτάξει οι Ιταλοί.
Το σπίτι του δασκάλου του Αποστολάκη, της Αννίκας, του Λεμπιδαριστή του Βασίλη Σπανάκη (Σπανοβασίλη) γίνανε κατά περιόδους σχολεία. Εκεί οι ευγενικοί και φιλόστοργοι δάσκαλοί μας (Μανόλης Τζανάκης, Γεώργιος Διπλαράκης, Μελπομένη Σημινελάκη, Ζηνοβία Παπαδάκη, Μαρία Ξυλά, Ιωάννης Πρατσίνης και Θεόπιστος Μαυροειδής) προσπάθησαν, παρά τις δυσκολίες, να μας διδάξουν τα πρώτα γράμματα.
Πολλές φορές εμείς τα παιδιά πηγαίναμε στο πάνω σχολείο, όπου διέμεναν οι Ιταλοί, και μας φίλευαν από το φαγητό που περίσσευε στο καζάνι από το συσσίτιο τους, τις περίφημες μακαρονάδες και τις κονσέρβες από άλογο, scatoleta όπως τις έλεγαν. Μια μέρα, όπως τριγυρίζαμε, αλητεία στους δρόμους, πληροφορηθήκαμε ότι ένα από τα μουλάρια, που είχε κάθε λόχος για να κάνει τις μεταφορές του στα ορεινά μέρη, έσπασε το πόδι του και επρόκειτο να το σφάξουν για φαγητό. Εμείς είχαμε την περιέργεια να δούμε, ότι πράγματι οι Ιταλοί τρώνε τα άλογα και ταΐζουν και μας απ’ αυτά. Πράγματι το μετέφεραν στη Καραπιδιά κοντά στο σπίτι της Κρασανής. Το χτύπησαν με το πιστόλι στο κεφάλι του, το έγδαραν και το τεμάχισαν, προκειμένου να μοιραστεί στη λέσχη αξιωματικών και στο συσσίτιο των οπλιτών.
Τα μουλάρια τα χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί, εν καιρώ πολέμου, για την μεταφορά πυρομαχικών σε ορεινές περιοχές. Τώρα όμως που δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη, τα χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν ξύλα (κούτσουρα) που έκοβαν στο ποτάμι. Κάθε πρωί έπαιρναν δέκα άνδρες που είχαν ορισθεί από την Κοινότητα και με μεγάλα πριόνια ανά δύο άτομα (δεν υπήρχαν αλυσοπρίωνα) έκοβαν τα αιωνόβια πλατάνια και τους ντριγιάδες.
Πολλές φορές οι χωρικοί θέλοντας να ξεκουραστούν άναβαν αυτοσχέδια τσιγάρα με εγχώρια υποκατάστατα (φασκομηλιά ή μελιτζανόφυλλα) που έμοιαζαν με τον καπνό. Τα τύλιγαν με τσιγαρόχαρτο και έτσι είχαν τέλεια τσιγάρα με άρωμα μέντας, όσα ήταν από φασκόμηλο. Οι Ιταλοί βλέποντάς τους να καθυστερούν στο κόψιμο φώναζαν:
- Fortsa manaraki (δυνατά το τσεκούρι)!
Τα ξύλα τα χρησιμοποιούσαν για φωτιά στα μαγειρεία. Η συνεχής ανάγκη για καυσόξυλα επί δύο χρόνια, έγινε αιτία να εκλείψουν από την περιοχή μας τα γιγάντια αυτά δέντρα στα μετέπειτα χρόνια.
Παράλληλα με το Βραχάσι οι Ιταλοί είχαν καταλάβει και το Σίσι ώστε να χρησιμοποιούν το λιμάνι για τις θαλάσσιες μεταφορές. Όλα τα πυρομαχικά της περιοχής και το ορεινό πυροβολικό που εν συνεχεία εγκατέστησαν στον Αναύλοχο, από την πλευρά του Χαυγά, τα ξεφόρτωσαν εκεί.

Στα βράχια έξω από το λιμάνι κτύπησαν οι τορπίλες.
Κάποια μέρα ένα πλοιάριο, που ξεφόρτωνε πυρομαχικά, το πήραν μυρουδιά τα Ελληνικά υποβρύχια που δρούσαν στο Αιγαίο. Ένα από αυτά πλησίασε και του έριξε δύο τορπίλες. Δυστυχώς όμως, δεν βρήκαν το στόχο. Ξωστράκισαν και κτύπησαν στα βράχια δεξιά από τα σκαλοπάτια του λιμανιού.


Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου 
1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ