Ιδιόρρυθμοι τύποι του χωριού._Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη

Ο Δημήτρης Σταμάτης ή Δημήτρα


Ο Δημήτρης Σταμάτης ή Δημήτρα όπως είχε καθιερωθεί στο χωριό, ήταν ένας τριαντάρης που ζούσε στα χρόνια της κατοχής. Φορούσε ρούχα παλιά, παντελόνια μακριά ή κοντά, ανάλογα με το μέγεθος του μακαρίτη, δώρο της εκάστοτε χήρας, για να μακαρίζει τον προκάτοχο του.
Παπούτσια δεν είχε φορέσει ποτέ και τα πόδια του είχαν ξεγαϊδουριάσει από τις κακουχίες. 
Παλτό γι’ αυτόν ήταν άγνωστο και το πουκάμισο του ήταν πάντοτε ξεκούμπωτο προβάλλοντας έτσι τα μαλλιαρά στήθη του. Το κρύο δεν τον πείραζε και οι αρρώστιες γι’ αυτόν ήταν άγνωστες. 
Παρ’ όλες τις κακουχίες ήταν γεροδεμένος, περπατούσε με αργά βήματα και πάντοτε κρατούσε ένα καλάθι με ένα μπουκάλι μέσα. 
Το μπουκάλι ήταν να του βάζουν λάδι, και το καλάθι για ξεροκόμματα από κριθοκουλούρα, που τον φίλευαν οι χωριανοί και που κάθε βράδυ μετά την γύρα, τα πήγαινε στη θεία του την Ανενίνα (Ανεζίνα), όπως την έλεγε. 
Οι χωριανοί τον συμπονούσαν και οι νοικοκυρές πάντοτε του πρόσφεραν ένα πιάτο ζεστό φαγητό.
Τα παιδιά τον πειράζαμε βάζοντάς του ασπιρίνη ή αλάτι στο ψωμί που του δίναμε να φάει και από την πίκρα έβγαζε άναρχες κραυγές. (Αρχικά δεν μιλούσε καθόλου, αλλά με τα χρόνια κατάφερε να αρθρώνει μερικές βασικές λέξεις, μαμά, ψωμί, φαΐ). Άφηνε το καλάθι και μας κυνηγούσε με πέτρες, ενώ εν τω μεταξύ άλλοι του πέρναν το καλάθι. Τότε έβαζε τα κλάματα ψάχνοντας να το βρει. Είχε μεγάλη φοβία και ένα παιδάκι επτά ετών να τον πείραζε θά ‘βαζε τα κλάματα.
Οι Γερμανοί τον βάζανε και χόρευε τραγουδώντας τα «ντουνεράκια» ένα αυτοσχέδιο τραγούδι που συχνά επαναλάμβανε. Μια μέρα τον πιάσανε και θέλησαν να τον ξυρίσουν (συνήθως είχε μικρό μουσάκι, ολιγότριχο, ξανθό). Χρησιμοποίησαν για σαπουνάδα ασβέστη και του άσπρισαν τα σαγόνια. Ο ασβέστης δεν άργησε να του κάψει το δέρμα. Βάζοντας τις φωνές, ευτυχώς που υπήρχε ένα πιθάρι με νερό της βροχής και βούτηξε το κεφάλι του. Έτσι τη γλίτωσε φθηνά.
Τα πρώτα χρόνια έκανε βόλτες στο χωριό και πήγαινε και στα γύρω χωριά Λατσίδα και Βουλισμένη. 
Συχνά πηγαίνοντας για το σχολείο (Γυμνάσιο) στη Νεάπολη τον συναντούσαμε στο δρόμο. Αργότερα μεγαλώνοντας περιορίστηκε μόνο στο χωριό. 
Όλοι τον βοηθάγαμε μιας και μετά την κατοχή η ζωή καλυτέρευσε. 
Οι κακουχίες όμως και η μιζέρια με το χρόνο τον κατέβαλαν. 
Ένα πρωινό τον βρήκαν πεθαμένο σε μια γωνιά που από νωρίς είχε κουρνιάσει.

Ο Μιχάλης Πεδιώτης ή Φλασκής


Ο Μιχάλης ο Φλασκής όπως τον έλεγαν, ήταν ένα συμπαθητικό ανθρωπάκι 35 έως 40 ετών, ξυπόλυτο και με χιλιομπαλωμένα ρούχα. 
Το πουκάμισό του, που ήταν χωρίς κουμπιά και κούμπωνε με σύρμα, το χρησιμοποιούσε για χρηματοκιβώτιο. 
Στα στήθη του φώλιαζαν χαρτονομίσματα του εκατομμυρίου, από αυτά που σωρηδόν κυκλοφορούσαν την κατοχή και που η αξία τους ήταν όσο ένα αυγό.
Καθημερινά όποτε τον έβλεπες, κρατούσε στον ώμο του ένα σταμνί. Κουβαλούσε νερό κρύο από το κουτσουνάρι για τους πελάτες του καφενείου του Νίκου Παπαδάκη στη μεσοχωριά. 
Πολλές φορές εξυπηρετούσε με νερό και την Αναστασά τη Διαλυνά, που συχνά τον φίλευε με φαγητό και του παραχωρούσε για ύπνο ένα μέρος στην παλαιωμένη και ερειπωμένη δική της φάμπρικα ελαιόλαδου. 
Το μεσημέρι περίμενε παρέα με τον Αντώνη το λεωφορείο, που ερχόταν από το Ηράκλειο με τους απόδημους χωριανούς (τους συκοφάδες), όπως τους λέγαμε, και παίρνοντας τις βαλίτσες τους στον ώμο, τις μετέφερε στο πατρικό τους σπίτι, σκαρφαλώνοντας στα δύσκολα καλντερίμια του χωριού. 
Εάν, για κακή του τύχη, δεν είχαν πολλά πράγματα για μεταφορά, αυτός με ένα χαμόγελο που έσκαζε στα πικραμένα χείλια του, προδιάθετε τους ταξιδιώτες να του δώσουν κάτι για χαρτζιλίκι, για να αγοράσει ένα τριβίδι ψωμί και λίγες ελιές από το μπακάλη, για να περάσει την ημέρα. Ασφαλώς, τον βοηθούσε και ο Μανόλης ο αδερφός του, αλλά οι δύσκολες μέρες της κατοχής, δεν έδιναν πολλές δυνατότητες.
Κάποια μέρα ο αστυνομικός Παλιεράκης, ένας από τους λίγους που διέθετε το αστυνομικό τμήμα του χωριού, που κατάφερε να οικονομήσει ένα καλό κουστούμι από κάποιον ευκατάστατο χωριανό, αμέσως σκέφθηκε τον Μιχάλη. Έπρεπε όμως απαραίτητα πρώτα να κάνει μπάνιο μια και είχε χρόνια να κάνει και να κουρευτεί. Το μπανιάρισμα ανέλαβε ο πανταχού παρών Καούμενος που τον πήγε στην φάμπρικα του Διαλυνά και με ένα λάστιχο τον έκανε λαμπίκο. Στη συνέχεια τον πήγε στο κουρείο του Βυρίτη που τον κούρεψε και τον ξύρισε. Έτσι, πανέτοιμος πλέον μετά τις τόσες προετοιμασίες, που γι’ αυτόν ήταν ταλαιπωρία παρά ικανοποίηση, φόρεσε το κουστούμι και φθάνοντας έξω από το καφενείο του Νικάκι ( Παπαδάκη) βλέποντας τον κόσμο που τον περίμενε αγανακτισμένος άμα και οργισμένος φώναξε.
–Ανάθεμάσε Χωροφυλακή ακόμη δεν σταμάτησες να με ταλαιπωρείς. Εγράντισε το Χωριό.

Ο Αντώνης Λαπίδης ή Αντώνα


Ο Αντώνης Λαπίδης, Αντώνα, όπως τον φώναζαν οι χωριανοί, τα χρόνια της κατοχής ήταν ένα παλικάρι 15 έως 20 ετών, καχεχτικός και κοκαλιάρης από την πείνα και τις κακουχίες, ξυπόλητος αλλά πανέξυπνος και προπάντων πονηρός. 
Καθημερινώς η δουλειά του ήταν να σηκώνει καμιά βαλίτσα και να κουβαλάει κανένα σταμνί νερό στα καφενεία (δεν υπήρχε δίκτυο διανομής νερού). 
Πολλές φορές έκανε διάφορες μικροδουλειές στα σπίτια, ακόμη και εργατικές δουλειές στα κτήματα των χωριανών προκειμένου να οικονομήσει το χαρτζιλίκι του για κανένα κατρούτσο κρασί και για τα τσιγάρα του.
Το χειμώνα, που συνήθως δε δούλευε, καθόταν στο καφενείο σε μια γωνιά περιμένοντας κάποιον χριστιανό να προθυμοποιηθεί να τον κεράσει. Όταν τον ρώταγαν τι θέλει, πάντοτε απαντούσε κοφτά,: « Ένα κρασί.» Ποτέ δεν προτιμούσε καφέ.
Αν και έβγαλε μόνο τις πρώτες τάξεις του δημοτικού,, ήταν αρκετά ξύπνιος και κουτοπόνηρος. Πολλές ιστορίες διηγούνταν οι παλιότεροι χωριανοί που τον έζησαν από κοντά.
Κάποια μέρα τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης η ΟΥΝΡΑ (αμερικανική οργάνωση), προκειμένου να μας ανακουφίσει από τη φτώχεια και τη μιζέρια, έκανε διανομές τροφίμων (μακαρόνια, ρύζι, ζάχαρη, διάφορες κονσέρβες και συνήθως αλεύρι χάσικο). Ο Αντώνης για να οικονομήσει τα ποτηράκια του, πήρε τα μακαρόνια από το σπίτι και πήγε και τα πούλησε του Κωστάκη (ΟΑΣΗ ). Πονηρός όμως όπως ήταν, πριν φύγει από το σπίτι, έβαλε μερικά μακαρόνια στις τρύπες στο ταβάνι ανάμεσα στα μεσοδόκια. Όταν σε μερικές ημέρες η μητέρα του θέλησε να μαγειρέψει τα μακαρόνια, έψαξε παντού, αλλά πουθενά τα μακαρόνια. Τότε ρώτησε και τον Αντώνη εάν τα είδε πουθενά. Αυτός με πειστικότητα την πήρε απ’ το χέρι και δείχνοντας της τα μακαρόνια στο ταβάνι της είπε:
- Φέξε, δεν τα βλέπεις; Τα πήρανε τα ποντίκια, είχαν και αυτά το μερδικό τους!
Μια άλλη φορά ξεκίνησε για να πάει κάπου στα μετόχια όπου ζούσε ο παππούς του. Περνώντας από την εκκλησία των Αγίων Σαράντα στον Καλαρίτη μπήκε για να προσκυνήσει. Μπαίνοντας είδε μια κανίστρα που οι πιστοί έβαζαν το λάδι για τα καντήλια. Το μυαλό του άρχισε αμέσως να δουλεύει. Σκέφτηκε πώς και πότε θα έπαιρνε την κανίστρα με το λάδι για να το πουλήσει.
Πήγε στου παππού του και μια άλλη μέρα κοντινή, για να μη χάσει την ευκαιρία, πήγε, πήρε την κανίστρα στον ώμο του και ξεκίνησε για την Νεάπολη να πουλήσει το λάδι. Στο δρόμο, παίρνοντας την κατηφόρα για τη Λατσίδα, από την κανίστρα έτρεχε λάδι. Από την βιασύνη του δεν είχε κλείσει καλά το στόμιο, με αποτέλεσμα να λερωθεί το πουκάμισό του.
Πλησιάζοντας στην Λατσίδα τον συνάντησε ο αγροφύλακας, που γνώριζε τι κουμάσι ήτανε, και βλέποντάς τον καταλερωμένο, τον ρώτησε:
- Βρε Αντώνη, πού πας;
- Στα μετόχια στου παππού μου, του απαντά.
- Και τι κουβαλάς στη κανίστρα;
- Γάλα, του απαντά κοφτά, για να τον παραπλανήσει. Το πηγαίνω στου παππού μου να το τυροκομήσει.
- Βρε , Αντώνη, με κοροϊδεύεις; Aφού βλέπω ότι τρέχει λάδι. Από πού το πήρες; Πού το βρήκες;
- Από την εκκλησία των Αγίων Σαράντα το πήρα, αλλά να μην το μολογήσεις.
Ο αγροφύλακας τον ξυλοφόρτωσε με το μπαστούνι του και τον οδήγησε στην αστυνομία της Νεάπολης, όπου αντί να οικονομήσει το χαρτζιλίκι του από την πώληση, εισέπραξε το ξύλο της χρονιάς του!
Το καλοκαίρι και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο ο Αντώνης ασχολείτο και με τα ραντολόγια . Μάζευε δηλαδή τα χαρούπια που απέμεναν στα χωράφια και πάνω στα δέντρα μετά το μάζεμα από τους νοικοκυραίους, για να τα πουλήσει και να βγάλει το χαρτζιλίκι του.
Μια χρονιά προσπαθώντας να πουλήσει ένα σακί χαρούπια, που είχε μαζέψει, στον Δατσέρη έμπορο της περιοχής, αντελήφθηκε ότι η αποθήκη παρέμενε ανοικτή και αφύλακτη τα βράδια. Αμέσως με την πονηράδα που τον διέκρινε σκέφτηκε και κατέστρωσε το σχέδιό του. Πρωί-πρωί πριν ακόμη φθάσει ο έμπορος στην αποθήκη του, ο Αντώνης πήγαινε και τρυγούσε , γέμιζε το τσουβάλι του από τον σωρό τα χαρούπια της αποθήκης και κάνοντας τον μισοκακόμοιρο τα πήγαινε το μεσημέρι για πώληση. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και για αρκετό διάστημα. Ο έμπορος πάντοτε τον επαινούσε βλέποντας τη σοδιά του.
- Μπράβο, Αντώνη, τους πέρασες όλους ! Κάθε μέρα και ένα τσουβάλι, είσαι σπουδαίος!
- Άστους αυτούς, είναι τεμπέληδες ! ψιθύρισε ο Αντώνης.
Κάποια μέρα από τις πολλές, που πήγε να πουλήσει τα ραντολόγια του – φίσκα το τσουβάλι-συνέπεσε να παρευρίσκεται κι ένας γνωστός του στην αποθήκη. Βλέποντας τον έμπορο να τον τρώει στο καντάρι βαρυγκώμησε και φεύγοντας παρέα, του είπε:
- Βρε Αντώνη, δε βλέπεις τον μασκαρά ότι σε κλέβει ;
- Άστον, ας τον δει ο Θεός....μονολόγησε ο Αντώνης, κάνοντας τον αδιάφορο. Μόνο αυτός ήξερε την αλήθεια.

Ο Μιχάλης Κυπριωτάκης ή Μιχαλές

Τύπος ιδιόρρυθμος της πέρα γειτονιάς κατά τα χρόνια της κατοχής. Τον περισσότερο χρόνο τον πέρναγε στο Σταυρωμένο ασχολούμενος με γεωργικές εργασίες. Πολλές φορές, όταν ερχόταν στα κέφια του, έπαιρνε την κατηφόρα του Αρμού τραγουδώντας το σύνηθες τραγούδι του:
– Ον, ον, περπατώντας στον Αρμόν και με βγάλαν κουζουλόν.
Χόμπι του ήταν το κυνήγι του αρκάλου που τα δύσκολα εκείνα χρόνια ήταν ένας εξαίρετος μεζές.
Μια μέρα, θυμάμαι, ήταν από τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης που εμφανίστηκε στο τσαρσί, έξω από το χασάπικο του Σκαρομιχάλη, τραβώντας ένα μεγαλούτσικο άρκαλο - σωστό γουρουνάκι – δεμένο με ένα καλώδιο τηλεφώνου από τη μέση. Εμείς τα παιδιά, η μαρίδα του χωριού, βλέποντας το σπάνιο για μας θήραμα, ακολουθήσαμε εν πομπή τον Μιχαλέ, που όλο καμάρι περιεφέρετο τους δρόμους του χωριού τραβώντας το ταλαίπωρο θήραμά του ζητωκραυγάζοντας και χειροκροτώντας τον για το κατόρθωμά του. Πήγαμε από τη Βαγιά, ανεβήκαμε στη βρύση, στο καφενείο του Κωστάκη, (ΟΑΣΗ) και απ’ εκεί στο επάνω σχολείο, καταλήγοντας στο σπίτι του Ζαμπιού (Ζαμπία Κακεπάκη). Εκεί είχαν μαζευτεί αρκετοί νέοι και νέες του χωριού, που είχαν μυηθεί στην ΕΠΟΝ και που λόγω των ημερών (απελευθέρωση) προετοίμαζαν ένα νεανικό γλέντι. Η παρέα περιεργάσθη τον ταλαίπωρο επισκέπτη που φοβισμένος από το πλήθος των θεατών είχε λουφάξει σε μια γωνιά δεμένος στο πόδι του τραπεζιού. Εμείς τα παιδιά τελειώνοντας την περιήγησή μας, φύγαμε για να συνεχίσομε τα παιχνίδια μας. Δεν ξέρω, αλλά πιστεύω, ότι ο δύστυχος άρκαλος σφάχτηκε και προσφέρθηκε για μεζές στο γλέντι που ακολούθησε.
Ο Μιχαλές ήταν αρκετά μορφωμένος και πολλές φορές έλεγε αυτοσχέδια σκωπτικά ποιήματα βγαλμένα από την ζωή. ΄Ένα απ’ αυτά σας παραθέτω.
«Επήγα στου Σκάρου να ψωνίσω φασόλια
και πηγαίνοντας λησμόνησα να πάρω πετσέτα,
Γυρίζοντας πίσω να την πάρω
συνάντησα την Ρούλα κοινώς Μαρούλα.
Τι γύρευε πράμα κοπέλα τέτοια ώρα στα στενά;
αν της έπιανα τα β…..., τι θα έκανε μετά;»
Δεν ήταν μόνο αυτός που έλεγε ποιήματα. Οι χωριανοί παράλληλα τον αποθανάτιζαν με σκωπτικές μαντινάδες, όπως:
«Ο Μιχαλές της Γιάννενας
επήγε στον Αϊ Γιάννη
και από την τρέλα την πολύ
έχασε το στιβάνι».

Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου"
1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!