Η εξομολόγηση ενός αντάρτη_Μνήμες από το Βραχάσι και την ταραγμένη 10ετία 1940-1950 του Γ. Ιεραπετρίτη


Ο Νικόλαος Σουλαδάκης

Ονομάζομαι Νίκος Σουλαδάκης. Γεννήθηκα στο Βραχάσι της Κρήτης. Τον πατέρα μου τον λέγανε Κωνσταντίνο και είχε έξι παιδιά, τρία αγόρια και τρία κορίτσια. Εγώ, ήμουνα ο μεγαλύτερος.
Το 1940, με την κήρυξη του Αλβανικού πολέμου, επιστρατεύτηκα και υπηρέτησα στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, όπου και τραυματίστηκα. Το 1941, με την κατάρρευση του μετώπου, επέστρεψα ως τραυματίας με ένα πολεμικό πλοίο στην Κρήτη μαζί με αρκετούς χωροφύλακες που ερχόντουσαν να συνεχίσουν τον αγώνα και να προσφέρουν προστασία στον Βασιλέα και την Κυβέρνηση, που στο μεταξύ είχαν κατεβεί και αυτοί στη Μεγαλόνησο. Εγώ, μετά την επούλωση του τραύματος μου, μετέβη στο χωριό μου. Μετά από λίγο καιρό, άρχισαν οι γερμανικές επιχειρήσεις, η πτώση των αλεξιπτωτιστών και η κατάληψη του νησιού.
Οι πρώτοι μας επισκέπτες, κατακτητές του χωριού, ήσαν Ιταλοί που γέμισαν τα δυο σχολεία και αρκετά σπίτια. Το Commando τoυς ήταν στο σπίτι του Διαλυνά απέναντι από την Εκκλησία της Παναγίας. Με τον ερχομό τους μας επέβαλαν τις λεγόμενες αγγαρείες, να κόβουμε ξύλα για τα μαγειρεία. Τα πρώτα θύματα ήταν οι ντριγιάδες (δρυς) και μετά τα πλατάνια στα Τσικαλαριά. Έπειτα ήλθαν οι μουριές που και αυτές δεν άργησε να εξαντληθούν. Παράλληλα μας ανάγκαζαν να παραδίδομε μέρος της σοδιάς μας σε σιτηρά και λάδι για τις ανάγκες του στρατεύματος τους. Πάρα ταύτα, οι κλεψιές έκαναν θραύση. Οι γαλίνες, όπως έλεγαν τα κοτόπουλα, και οι γάτες έπαθαν κυριολεκτικά πανωλεθρία. Έτρωγαν ακόμη και σκαντζόχοιρους και αρκάλους (ασβούς).
Πολλές κοπέλες από ανάγκη εσύναψαν σχέσεις και ολίγοι, ευτυχώς, καλοθελητές χωριανοί συνεργάστηκαν μαζί τους.
Όλα αυτά προβλημάτισαν ορισμένους έντιμους και ηρωικούς χωριανούς, έχοντας ως παράδειγμα τα κατορθώματα των προγόνων μας θέλησαν να οργανωθούν σε αντίσταση κατά των κατακτητών. Ο Μιχάλης Κοσμαδάκης, ο Μανόλης ο Κωστάκης ο Γεώργιος Παραβολιάσης, ο Μιχάλης ο Διπλαράς, ο Γιάννης Φθενάκης, ο Κωστής του Διπλαραντώνη και μερικοί άλλοι, μαζί τους κι εγώ απαρτίσαμε την πρώτη ομάδα αντίστασης. Η ομάδα μας ήταν ενταγμένη στην κεντρική ομάδα της Νεάπολης με καθοδηγητές κάποιον Παυλάκη (μετά την απελευθέρωση έκανε και διαχειριστής στην Γεωργική Ένωση) και τον γιατρό Κοκολάκη. Από την ομάδα αυτή ξεπήδησε αργότερα και η ένοπλη ομάδα με επικεφαλής τον δικηγόρο και μετέπειτα συμβολαιογράφο και γενικό φρούραρχο του Νομού, Κλαδάκη από την Λατσίδα και τον Αριστείδη Ροβύθη του Διονυσομανόλη.
Η ομάδα του χωριού συνεδρίαζε στο σπίτι του Δημήτρη Μεταξάρη, που βρισκόταν στην άκρη του χωριού, ώστε σε ώρα ανάγκης να μπορεί να ξεφύγει. Αργότερα μαζευόμαστε στου Ζαμπιού (Κακεπάκη) ή και στης Δόξας (Σουλαδάκη). Βοήθεια και πληροφορίες παίρναμε από τον Άγγλο Ταγματάρχη Πέτρο, ο οποίος χειριζόταν τον ασύρματο, που είχε τοποθετηθεί στο σπίτι του Μιχάλη Κοσμαδάκη απέναντι από το καφενείο «ΟΑΣΗ».
Ο Πέτρος ήταν γνωστός του Γιάννη Φθενάκη και συμμετείχε σχεδόν σε όλες μας τις κινήσεις.
Εγώ από την αρχή, ασχολήθηκα περισσότερο με τον ένοπλο αγώνα ως Υπαξιωματικός Ομάδας Κρούσεως, μαζί με τους Γεώργη Ζουράρη, Μανόλη Λεμπίδη Γεώργη Σπανάκη του Τρύφωνα και μερικούς άλλους. Καταρχάς μαζευτήκαμε στου Μαζή και μετά πήγαμε στο Καθαρό, όπου ενωθήκαμε με τους υπόλοιπους του Νομού. Μαζί μας στις αρχές ήταν και ο δάσκαλος Μανόλης Τζανάκης, διότι αργότερα αποχώρησε, αφού προσκολλήθηκε στο αντίθετο, δεξιό στρατόπεδο.
Κάποια μέρα ο Μανόλης Τζανάκης με ειδοποίησε ότι δυο Ιταλοί ήθελαν να αυτομολήσουν με τον οπλισμό τους στο βουνό. Κατέβηκα και ταμπουρώθηκα πάνω από το νεκροταφείο κάτω από μια συκιά του Βαγγέλη Τερζή. Μαζί μου είχα ένα αυτόματο ιταλικού τύπου. Οι Ιταλοί με τον οπλισμό τους, καθοδηγούμενοι από τον Τζανάκη, ήλθαν στο καθορισμένο ραντεβού. Τους παρέλαβα και τους οδήγησα στο Καθαρό, που ήταν τα λημέρια μας.
Στο βουνό δεν μέναμε μονίμως. Πολλές φορές κατεβαίναμε στο χωριό και παρείχαμε από ‘κει τη βοήθειά μας στην αντίσταση, γιατί η κατάσταση είχε χειροτερεύσει. Για αγγαρεία οι χωριανοί στέλνονταν στην Πρίνα έξω από τον Άγιο Νικόλαο επί μία εβδομάδα μακριά από τα σπίτια τους.
Μια μέρα ο Παπά -Διονύσης, ο Μανόλης Διαλυνάς, ο Μανόλης ο Κωστάκης κι εγώ παρουσιαστήκαμε στον Γερμανό διοικητή, για να τον παρακαλέσουμε να μην πηγαίνουν οι χωριανοί στην Πρίνα και ξεσπιτώνονται, αλλά σε πιο κοντινά μέρη.
Όμως ο Διοικητής δε δέχτηκε ούτε καν να του εξηγήσουμε τον λόγο της επίσκεψής μας. Καθώς αποχωρούσαμε μέσα στην τσατίλα μας, εγώ κάτι ψιθύρισα για την αντίσταση. Ο Διοικητής ρώτησε τον Γεώργη Βλαχάκη που παρευρίσκετο σαν διερμηνέας τι λέω. Αυτός του εξήγησε ότι είμαι αντάρτης (παρτιζάνος). Ένας αξιωματικός τότε προσπάθησε να με συλλάβει. Ευτυχώς όμως, κατάφερα να ξεγλιστρήσω και τρέχοντας κρύφτηκα στο τσαγκαριό μου, που διατηρούσα δίπλα στο σπίτι του δασκάλου, του Πλατάκη. Ο αξιωματικός, που δεν αντελήφθη την κρυψώνα μου, πονηρός, κρύφτηκε σε μια μανταρινιά του Διπλαροδημήτρη περιμένοντας να ξεθαρρέψω και να βγω από την κρυψώνα μου, για να με συλλάβει. Μόλις βγήκα έξω μετά από λίγη ώρα αυτός με κυνήγησε μέσα απ’ τα στενά σοκάκια του χωριού χωρίς όμως αποτέλεσμα, γιατί εγώ κατάφερα και κρύφτηκα μέσα σε μια κουφάλα μιας χαρουπιάς του Μαρκομανολιού. Για κακή μου όμως τύχη, απέναντι από την χαρουπιά στεκόταν ο Μιχάλης ο Φλασκής, που τυχαίως βρέθηκε εκεί, και βλέποντας με να μπαίνω στη σπηλιά με κοίταζε με περιέργεια, προδίδοντας έτσι με την αφέλειά του στον Γερμανό την κρυψώνα μου. Ο αξιωματικός δεν άργησε να με συλλάβει. Μου τράβηξε το χέρι πίσω από την πλάτη μου και με το άλλο χέρι του μου έβαλε το πιστόλι στο κεφάλι. Κατεβαίνοντας το δρόμο προς το πηγάδι (παλαιότερα χρησιμοποιείτο για πότισμα των ζώων) σκέφτηκα ότι η συνέχεια θα ήταν δυσάρεστη για μένα. Θα πήγαινα για εκτέλεση. Τότε, με μια απότομη κίνηση έσπρωξα τον Γερμανό, ο οποίος λόγω της κατηφόρας του δρόμου γλίστρησε κι έπεσε κάτω. Αμέσως έτρεξα και του ξέφυγα και κρύφτηκα στο φούρνο του σπιτιού του Γεώργη Ζουράρη. Αργότερα μετακινήθηκα στη φάμπρικα του Μανόλη της Μαρίας και απ’ εκεί στους Μύλους. Εκεί συνάντησα την Κονταρίνα, γυναίκα του Κονταρή από τα μετόχια και την παρεκάλεσα να ειδοποιήσει τη μάνα μου να μου στείλει μερικά εσώρουχα και κανένα κατσαρόλι ρυζόγαλο, που ήταν η αγάπη μου. Είχα αποφασίσει πλέον να φύγω για το βουνό. Έτσι το βραδάκι αναχώρησα για τα λημέρια, όπου έμεινα έξι μήνες, μέχρι την απελευθέρωση.
Σχετικά, τώρα, με τον ερχομό του υποβρυχίου στον Άγιο Αντώνιο και την προμήθεια του οπλισμού έχω να πω τα εξής:
Εγώ με μια ομάδα τον Μανόλη Παραβολιάση τον Γεώργη τον Λεμπίδη τον Δημήτρη Σταματάκη και το δάσκαλο τον Μανόλη Τζανάκη, ύστερα από ειδοποίηση της οργάνωσης μέσω του Άγγλου ταγματάρχη Πέτρου για τον ερχομό του υποβρυχίου, πήγαμε στον Άγιο Αντώνιο σε ένα λιμανάκι όπου είχε αράξει. Εκεί για τον ίδιο σκοπό είχαν έρθει και από τη Νεάπολη και τα γύρω χωριά. Εμείς (οι αριστεροί) καταφέραμε να πάρουμε τα περισσότερα όπλα αφήνοντας ελάχιστα στους Δεξιούς, που μόλις έκαναν την εμφάνισή τους μέσω της οργάνωσης ΕΟΚ (Εθνική οργάνωση Κρήτης). Τα πήγαμε στην Κουτσουνάρα στου Κωστακομιχάλη τον κήπο, κι από κει αργότερα στα λημέρια μας στο Καθαρό. Εκεί ήδη είχαν δημιουργηθεί δυο διλοχίες με επικεφαλής τον υπολοχαγό Ρουκουνάκη από τον Κρούστα.
Οι Ιταλοί, όπως γνωρίζετε, πραγματοποίησαν πολλές συλλήψεις στο χωριό. Τον Μιχάλη Ροβύθη, τον Γιάννη Ζουράρη και τον Κιρλίμπα τους πρόδωσαν μερικοί «καλοθελητές» χωριανοί και κατέληξαν στα κρεματόρια και τους φούρνους του Νταχάου, εκτός από τον Ροβύθη, που τελικά επέστρεψε στο χωριό. Ο Λαπίδης συνελήφθη από τους Ιταλούς, γιατί κατηγόρησε ψευδώς τον Μακρογιάννη (Γιάννη Ροβύθη) ότι είχε όπλο στο σπίτι του. Μετά την άκαρπη έρευνα και αφού δεν βρήκαν όπλο, συνέλαβαν τον Λαπίδη και τον έστειλαν στις φυλακές της Ιταλίας απ’ όπου επέστρεψε μετά τον πόλεμο. Όσον αφορά στον Αγάπιο Χρυσογόνη, τον είχα γνωρίσει στο Ηράκλειο. Είχε αναλάβει τη φροντίδα της κατοικίας που διατηρούσαμε εκεί. Πριν τον πόλεμο είχε έρθει στο χωριό όπου παντρεύτηκε κάποια ονόματι Λαπιδάκη και απέκτησαν ένα αγόρι. Εργαζόταν στο λιμάνι του Σισού ως φορτοεκφορτωτής. Ήταν άνδρας γεροδεμένος και πολύ δυναμικός, αρκεί να σας πω, ότι σήκωνε πέντε τσουβάλια τσιμέντο στην πλάτη του. Στην κατοχή κατηγορήθηκε σαν αριστερός και συνελήφθη από τους Γερμανούς. Φυλακίστηκε και τελικά μαζί με άλλους φυλακισμένους πνίγηκε βυθίζοντας το σαπιοκάραβο που τους είχαν φορτώσει κοντά στο νησί της Μήλου.
Μετά την απελευθέρωση επιφορτιστήκαμε από τον Φρούραρχο Ν. Λασιθίου Γεώργιο Μιλιαρά, εγώ και ο Γιώργης ο Παχυγιάννης (ανθυπολοχαγός) με την βοήθεια κτιστάδων της περιοχής και ορισμένων Ιταλών αιχμαλώτων, να επισκευάσουμε τον κεντρικό δρόμο στο Σελλινάρι (Πέζα) που είχαν ανατινάξει οι Γερμανοί φεύγοντας. Στη συνέχεια, επιστρατεύτηκα στον Εθνικό Στρατό όπου υπηρέτησα επί έξι μήνες και κατόπιν απολύθηκα κατηγορηθείς ως αριστερός.
Με τον ερχομό του Καρρά, πρωτοπαλίκαρο του Μπαντουβά, στο χωριό και την περικύκλωση του, ειδοποιήθηκα να παραδοθώ μαζί με το Γιώργη Παραβολιάση. Έψαξα παντού και μετά από αρκετή ταλαιπωρία τον ανακάλυψα στο Μέρμηγκα. Ήδη η αδελφή μου και η μητέρα μου εκρατούντο όμηροι. Πήγα και τον παρεκάλεσα να παραδοθούμε, όπως και πράξαμε.

Το μαγαζί του Τρόχαλου που έκαψε ο Καράς
Αφού ολοκληρώσανε τη διαδικασία της έρευνας όπλων στο χωριό και αφού σπάσανε στο ξύλο μερικούς ύποπτους για όπλα Χωριανούς και κάψανε και το μαγαζί του Τροχάλου ( Γιώργη Ροβύθη), μάζεψαν τη λεία τους, η οποία αποτελείτο από έναν όλμο, ένα πολυβόλο και μερικά τουφέκια, που είχαν πετάξει οι γνωστοί-άγνωστοι στου Σκουρού το ρυάκι. Ήταν ακόμη με τα γράσα, όπως τα είχαμε πάρει από το υποβρύχιο στον Άγιο Αντώνη. Τα φόρτωσαν στα καμιόνια τους και βέβαια μαζί τους δεν παρέλειψαν να πάρουν εμένα και τους Γεώργη Παραβολιάση, Μιχάλη Κοσμαδάκη, Γεώργη Παχυγιαννάκη, το Μανόλη Κωστάκη και τον Γεώργη Σταυρουλάκη, που μας μετέφεραν στους στάβλους του Μπαντουβά. Εκεί επί δυο μερόνυχτα μας ξυλοκοπούσαν, προσπαθώντας να εκμαιεύσουν για τυχόν υπάρχοντα άλλα όπλα. Εμένα συγκεκριμένα μου έβγαλαν τα παπούτσια, μου σήκωσαν τα μπατζάκια του παντελονιού και επί ώρες με χτυπούσαν με ένα ξύλο στα καλάμια και στις πατούσες των ποδιών. Στο όλο πανηγύρι του ξυλοδαρμού συμμετείχε και κάποιος ονόματι Σταματάκης από τον Μοχό, γνωστός του Γεώργη Σταυρουλάκη από την γυναίκα του. Αυτός μίλησε στ’ αφεντικά και κατόρθωσε να ελευθερώσει τον γνώριμό του Σταυρουλάκη, ενώ για μένα συνέχισε το ξυλοκόπι μέχρι που κουρασμένος πλέον ζήτησε τη βοήθεια κάποιου άλλου γνώριμου, ονόματι Ποντίκη (δεύτερος σύζυγος της Μιχαλούς), για να συνεχίσει.το έργο. Μετά από δύο μερόνυχτα ξυλοδαρμού το σώμα μου πια, είχε παραλύσει. Τα πόδια μου ήταν ολομάτωτα και καταπληγωμένα και το σώμα μου γεμάτο μώλωπες. Τότε μου πρότειναν να φωνάξουν ασθενοφόρο, για να με μεταφέρει στο νοσοκομείο. Εγώ δε δέχτηκα˙ «Πρώτα με σπάσετε στο ξύλο και μετά θέλετε να με γιατρέψετε;», τους είπα. Ειδοποίησα τον Χαβάκη, χωριανό μας γιατρό, ο οποίος με πήρε με περιέθαλψε επί 15 ημέρες με φάρμακα και κρεμμύδια στους μώλωπες. Δεν πήρε χρήματα για τον εαυτό του που καθημερινώς με επισκευτόταν στο σπίτι μου, μόνο τα έξοδα των φαρμάκων δέχτηκε.


Συνεχίζεται...

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο 
του Γ. Ιεραπετρίτη:

"Το Βραχάσι κατά την περίοδο της κατοχής 
και του εμφυλίου"
1940-1950.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

Το ερασιτεχνικό ψάρεμα τα παλιά χρόνια

"Ζωή, θάνατος και προσευχή στον Αναύλοχο" το θέμα της Dr.Gaignerot - Driessen στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών!

Tα κατορθώματα της Ανεζίνας (Μπαξανεζίνα )

Αρχίζουν μαθήματα Γερμανικών στον Π.Σ. "Ο ΑΝΑΥΛΟΧΟΣ΄"

Ο Dr. Jan Driessen θα παρουσιάσει στην Αθήνα στις 20/11 το θέμα "Το κτίριο με την κεντρική αυλή στο Μινωικό Σίσι - Νέες Ανασκαφές"

Η μεγάλη ξηρασία

Ένα τραγούδι για τον Κων. Σφακιανάκη του Νικ. Κυπριγιώτη που αναφέρεται ως εμπειρικός θεραπευτής και μάγος(!!!) από τον Μ. Πυτικάκη

Η Μάχη στο Σελλινάρι 25 Νοεμβρίου 1827. Άγνωστες πτυχές της ιστορίας του τόπου μας

Γειτόνεμα στην Καραπιδιά!