Ευάγγελου Παχυγιαννάκη: «Ηγέτη ζητώ…» Από το «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού» στο «Ηγέτη ζητώ…» ή αλλιώς η διάβαση από τον Οιδίποδα στον Τηλέμαχο



      Του 
Γεωργίου Μαμάκη


Είναι γνωστό πλέον ότι η συγγραφική (λογοτεχνική) δημιουργία του π. Ευάγγελου Παχυγιαννάκη αν και «σιωπηλή», περιέχει έναν πολυφωνικό θησαυρό σημείων, διατηρεί πάντα ένα σαγηνευτικό και συνάμα αινιγματικό χαρακτήρα και προσκαλεί πολλές φορές αλλά και προκαλεί σε μια γόνιμη, ζωντανή και γεμάτη απρόσμενους αιφνιδιασμούς, συναλλαγή με τους αναγνώστες ως ένα δικαίως υπερεπενδυμένο μεταβατικό αντικείμενο που συμπράττει μεταξύ άλλων και στην διαδικασία ωρίμανσης της τοπικής κοινωνίας.
Είναι γνωστό επίσης ότι στον χώρο της ψυχαναλυτικής λογοτεχνικής κριτικής μπορούν να βρουν εφαρμογή έννοιες, αρχές και μέθοδοι αντίστοιχες με εκείνες που εφαρμόζονται στον χώρο της ψυχολογίας. Έτσι, από την μια μεριά θα πρέπει να γίνει κατανοητή η ίδια η δημιουργική εργασία και να χαρτογραφηθεί η σχέση του ψυχισμού του δημιουργού με το έργο του, ενώ από την άλλη να ιχνηλατηθεί η συναλλαγή ενός κοινωνικού συνόλου αλλά και ενός συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων αναγνώστη/στών με το λογοτεχνικό προϊόν. Στην περίπτωση αυτή, η κριτική μπορεί να αποδίδει σημασία στα «ψυχικά» συμφραζόμενα για το κείμενο του λογοτεχνικού έργου, εις βάρος ενδεχομένως των κοινωνικών και ιστορικών του δεδομένων αλλά και της ίδιας της κειμενικότητας (λ.χ., σε ασυνείδητα κίνητρα, συγκρουόμενες επιθυμίες είτε του συγγραφέα είτε των χαρακτήρων που παρουσιάζονται μέσα στο έργο). Επιπλέον, ο αναγνώστης μπορεί να ανασυνθέτει το κείμενο, επιχειρώντας ελεύθερους συνδυασμούς που αντανακλούν την προσωπικότητά του, τους φόβους και τις επιθυμίες του. Ο αναγνώστης ιχνηλατεί την πορεία δεδομένων που θα διαφεύγουν αέναα από την απόλυτη αποκάλυψη, καθώς δεν υπάρχουν λέξεις να τα δεσμεύουν απόλυτα.
Συνεπώς, κάθε συγγραφέας θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος (για την μελαγχολική πολλές φορές διαπίστωση) ότι το έργο του δεν προκαλεί πάντα και σε όλους κάποια «ορθή» ή, τουλάχιστον, ευρέως αποδεκτή ανταπόκριση. Η υποκειμενική συνείδηση στη διαδικασία της ανάγνωσης, και η υποβάθμιση των κειμενικών ασφαλιστικών δικλείδων απέναντι στις υποκειμενικές εντυπώσεις μπορεί να είναι ανά πάσα στιγμή παρούσα. Υπ’ αυτή την έννοια, από ένα σημείο και μετά τα κείμενα δεν εκλαμβάνονται (απλώς) ως ανάπλαση του ενδοψυχικού κόσμου του συγγραφέα και ως εκ τούτου δεν είναι κτήμα κανενός. Μοιάζει να αυτονομούνται, παράγουν νέες σημασίες πολύ χαλαρά συνδεδεμένες με την πρόθεση του συγγραφέα, αλλά και τις διαθέσεις του αναγνώστη. Έτσι και οι δύο, συγγραφέας και αναγνώστης, μπορεί να βρεθούν στο έλεος της γλώσσας, και να βυθιστούν σε ένα συνεχώς μεταλλασσόμενο και συνεχώς μεταβατικό κείμενο. Εκτός αυτού, κάθε νέο πόνημα μπορεί να προσεγγιστεί ως συνέχεια, ως συμπλήρωμα ή επανεγγραφή ή παρερμηνεία ή ακόμη και παρεξήγηση ενός προγενέστερου έργου, άσχετα από την προσπάθεια ή μη του δημιουργού να αποδεσμευτεί ή να μην αποδεσμευτεί από την ισχυρή παρουσία των ήδη υπαρχόντων δημιουργημάτων.
Με βάση τα παραπάνω και στο πλαίσιο μιας πολύ ευαίσθητης και πολύπλοκης υποκειμενικής διεργασίας καταγράψαμε στο «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού» την εσωτερική- ποιητική φωνή του π. Ευάγγελου. Μια φωνή με έντονη αυτοναφορικότητα που ρίσκαρε να μιλήσει και κυρίως να «εννοήσει πολλά με τα λίγα, συνήθως σκόρπια, που λέει».
Η υπο-κειμενική συσχέτιση του εσωτερικού κόσμου του συγγραφέα με τις συμβολικές εγγραφές στις λέξεις του δημόσιου λόγου του επιχειρήθηκε εκεί ακριβώς, στα σκόρπια. Εκεί ακριβώς, όπου πιστεύουμε ότι σκιαγραφήθηκε ο Λάιος, ο αρχαϊκός, ασύδοτος και διωκτικός πατέρας-ηγέτης-θύτης που κυριαρχούμενος από τη δύναμη των ενορμήσεών του, από τον φόβο του αφανισμού του από τον ίδιο του τον γιό επιχείρησε να θανατώσει τον Οιδίποδα. Ο πατέρας αυτός που πάντα τον έδερναν «σκοτεινές μάστιγες οι υποψίες», σκοτώνει τα παιδιά του, δεν παραχωρεί τη θέση του, δεν ξέρει να αποσύρεται, δεν ξέρει να εξουσιοδοτεί, να δίνει ευκαιρίες, να μεριμνά για το μέλλον. Ο πατέρας που δεν θέλει τελικά να πάψει να είναι παιδί. Ο πατέρας που δεν θέλει να χάσει τίποτα.
Εκεί ακριβώς, στις σπιθίζουσες αιχμές των σκόρπιων λέξεων συναντήσαμε και τον Οιδίποδα, εγκλωβισμένο σε μια συμβιωτική σχέση με έναν πα-τέρα καταβροχθιστικό που δεν του άφηνε περιθώρια να αναπτυχθεί η προσωπικότητα, ο λόγος και η αυτονομία του. Έναν Οιδίποδα στην αγρύπνια του οποίου ερχόταν «σαν γλώσσα πυρός ακάλεστος» ο πατέρας. Έναν Οιδίποδα αιχμάλωτο των απροκάλυπτων αλλά όχι απροκατάλυπτων αρνητικών συναισθημάτων του για τον πατέρα-ηγέτη. Βίωνε τον πατέρα του στο πλαίσιο μιας έντονης συμβιωτικής προβληματικής. Έτσι, οδηγήθηκε τελικά στην συμβολική, μετά την ούτως ή άλλως επενέργεια της κοινής μοίρας, πατροκτονία μη φοβούμενος «τις απειλές των σκιάχτρων της εξουσίας».



Στο «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού» καταγράφηκαν πατρικές συμπεριφορές «εξοστρακισμού» που απαιτούσαν, ενδεχομένως υπό την απειλή «εχθρότητας», αρκετή ορθοφροσύνη για να μην τούς αντισταθείς και αρκετή εθελοτυφλία για να τις αγνοήσεις. Όμως, μετά από μια «πορεία στον αφρό» ο πατέρας-ηγέτης είναι πια νεκρός. Οι περιγραφές απέναντι στον «ασώματο πια τρόμο» ανατριχιαστικές. Λόγια σαν τροχισμένα μαχαίρια και κοφτερά δρεπάνια απέναντι σε «κεραυνούς αναλγησίας», σε κρούσεις εχθρότητας. Απέναντι σε βράχους, σκληρούς κάποτε. Τυφλωμένους στον ρεμβασμό της «εξουσίας». Χαντακωμένους όμως πια από τον «αφρό» της θάλασσας. Η απωθημένη επιθετικότητα απέναντι στον πατέρα εκδηλώνεται ακέραια χωρίς προσκόμματα με τον ποιητικό λόγο. Έναν λόγο που συνίσταται από την μεταφορά και την μετωνυμία των σημαινόντων. Αυτά που δύσκολα τα ομολογεί κανείς, τα πιο καλά φυλαγμένα, μπήκαν μέσα σε στίχους, ντύθηκαν με την πρόσφορη αλληγορία, κι έτσι προστατευμένα επαρκώς από τα άσχετα βλέμματα και τις επιπόλαιες αναγνώσεις αφέθηκαν σίγουρα πλεούμενα στα ταραγμένα τα νερά για να βρουν αποδέκτες.
Στο «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού» μοιράζονται τους φόνους μεταξύ τους πατέρας και γιος: ο πρώτος ως έργω διαρκώς επαπειλούμενη συμβολική παιδοκτονία· ο δεύτερος ως λόγω εκτελεσμένη εκούσια συμβολική πατροκτονία. Η γοητεία, όμως, των φόνων θα ήταν μισή αν δεν υπήρχε το φάντασμα του πατέρα να εμπνέει την βία. Το υποκείμενο χρειάζεται μια ισχυρή αρχέγονη πατρική φιγούρα, ειδικά αν ο πραγματικός πατέρας είναι ένας αδύναμος τελικά χαρακτήρας όπως δείξαμε στην τοποθέτησή μας για την έκδοση του «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού». Το πρόβλημα βρίσκεται όχι στο ότι οι άνθρωποι μπορούν να διαστρεβλώνουν την αντίληψη της πραγματικότητας με έναν υποκειμενικό τρόπο (σε αυτή την περίπτωση να αντιλαμβάνονται έναν αδύναμο πατέρα σαν έναν απειλητικό πατέρα αφέντη). Αλλά στο ότι χρειάζονται μιαν αυταρχική πατρική φιγούρα. Η πατρική φιγούρα και ο φόνος δεν είναι το κέντρο του προβλήματος, αντίθετα είναι η επιδιωκόμενη λύση. 

Όμως, πραγματική χειραφέτηση από τον πατέρα δεν σημαίνει απόρριψη της ύπαρξής του. Για να υπάρξεις χωρίς τον πατέρα πρέπει να μάθεις να τον αξιοποιείς. Η άρνηση του πατέρα σε αλυσοδένει για πάντα στον πατέρα. Το μίσος δεν απελευθερώνει, δεσμεύει αιωνίως, δημιουργεί μονάχα τέρατα, εμποδίζει την ανάπτυξη της ζωής. Απορρίπτοντας την πατρότητα απορρίπτεις και το συμβολικό χρέος που κάνει εφικτή τη γενεαλόγηση διά μέσου των γενεών. Η ελευθερία αποσυνδέεται από την ευθύνη και γίνεται ιδιοτροπία, θρίαμβος της διαστροφής.
Ο π. Ευάγγελος με το ιμάτιο του «εξόριστου» περιγράφει σαν «πληγωμένο ελάφι» στο «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού» τις οδυνηρές πραγματικότητες των συναντήσεων με τον πατέρα-ηγέτη χωρίς να τις αρνείται. Ξεδιπλώνει, όμως, σωστικά τα αισθήματά του και την πικρία τους, ταπεινώνεται, μεριάζει και κυρίως προσεύχεται. Προσεύχεται πολύ. Όταν τόν επισκέπτεται «ο πόνος στον Γολγοθά του» προσεύχεται για να γίνει δεκτός ως «ένα άχυρο στην Φάτνη», να «ντυθεί ξανά με το φως το πρώτον». Ραγίζει, αλλά δεν θρυμματίζεται. Ο ηθικός του πυρήνας παραμένει αλώβητος. Είναι η κατανόηση και η συμπόνια. Είναι η καταλαγή. Είναι ακριβώς ο ηθικός, ο έλλογος πυρήνας που σώζει από την συντριβή και τόν συνεχίζει έλλογο, κοινωνικό, ηθικό, Ανθρώπινο.
Έτσι, με πολύ αγάπη γίνεται θάρρος ο κατατρεγμός. Ο θυμός γαλήνη. Οι πέτρες του μυαλού στρογγυλεύουν την ορμή τους, ώσπου να σβήσουν σε μια ήρεμη καθολική καθημερινή αμμουδιά. Έτσι, σαλπίζει η εκεχειρία των αίθριων φωνών. Το μοιραίο λύνεται. Η κάθαρση είναι δεδομένη. «Η ζωή μοσχοβολά ελπίδα». Το παρελθόν δεν είναι παντοτινό. Τα σπίτια υψώνονται και πέφτουν, γίνονται «θαλπωρή του ήλιου». Ξεφτίζουν. Χαλούν. Στην θέση τους, όμως, ανοίγει μια παράκαμψη. Δεν υπάρχει πια φόβος για τα τραύματα και ό,τι βγαίνει από εκεί μέσα. Η ανάμνηση γίνεται σωστική και ο καημός αθώος. Ο π. Ευάγγελος έχει πονέσει σε έναν μακρύ αγώνα πνεύματος συνειδητά και ασυνείδητα. Έχει ματώσει σε σφαγερές ματιές. Έχει πληγές από ανελέητα ραπίσματα. Ωστόσο τώρα πλέον γνωρίζει κάτι από το φοβερό μυστικό… Ο Γνώστης, με «αδαπάνητο τον πλούτο της γνώσεως» δεν φοβάται την πορεία. Και δεν φοβάται, γιατί είναι πλέον ο Άνθρωπος, που έχει χαλιναγωγήσει το Άγνωστο. Και καθώς και «οι Άγιοι διδάσκουν -«ου γαρ είδασι…», ο π. Ευάγγελος «προσευχόμενος» βρίσκει τελικά τη δύναμη να ακυρώσει «τα συρματοπλέγματα». Λαξεύει στο μάρμαρο «νέες ελπίδες». Μετατρέπει το «κώνειο σε αναψυκτικό». Ειρηνοφρονεί «στου μίσους τα χαλάσματα»! Ο π. Ευάγγελος με «διάφανο βλέμμα, καθρέπτη του έσω της ψυχής κόσμου» «σπουδάζει τ’ αλφαβητάρι της συγνώμης» για τον εαυτό του και για όλους μας γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι άνθρωποι πολλές φορές ξεχνάµε αλλά δεν συγχωρούµε ή συγχωρούµε αλλά ποτέ δεν ξεχνάµε, ενώ ο Θεός µπορεί και τα δύο Ίσως δεν πρέπει να ξεχνάµε πάντοτε παρά µόνο τότε όταν θέτουµε εν αµφιβόλω την ίδια µας τη συγχώρηση. Κάθε άνθρωπος όμως είναι ο εαυτός σου, κοινωνείς µε αυτόν γι’ αυτό αν τον αφήσεις ασυγχώρητο θα µείνεις εσύ ασυγχώρητος και όχι απαραίτητα αυτός. Αν, τελικά δεν φθάσεις στην αυτογνωσία της συγχώρησης που πραγµατώνεται όταν συγχωρείς τον άλλο, δεν θα καταφέρεις να συνειδητοποιήσεις ποτέ τι σηµαίνει για σένα η συγχώρηση του Θεού. Ακόµα και ο εχθρός σου που σε έβλαψε, εσύ καλείσαι να τόν συγχωρήσεις για να συγχωρηθείς. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο π. Ευάγγελος με τον «καλό λόγο, νόστιμο ψωμί της καθαρής συνείδησης» αφήνεται στον Θεό «ως οίδας και ως θέλεις». Μάς καλεί να ξαποστάσουμε «στο περιβόλι των προσευχών του» και εύχεται για τον εαυτόν του (και για όλους μας) «καλήν απολογίαν». «Οι νεκροί δεδικαίωνται (της αμαρτίας)» ούτως ή άλλως!
Έτσι, στο νέο πόνημα «Ηγέτη ζητώ…», ο γιος συθέμελα λυτρωμένος από το βάρος μιας χρόνιας αγωνίας που πια τον απαλλάσσει από την ψυχοκτόνα μολυσματική παρουσία της αισθάνεται επιτέλους πια ελεύθερος να (ξανα)γίνει γιος. Ο π. Ευάγγελος Παχυγιαννάκης φέρνει πια στο προσκήνιο ένα υιό που ατενίζει το πέλαγος. Έχει χαθεί η διάσταση της σύγκρουσης και της σκληρότητας. Δεν υπάρχει πια εδώ εν ζωή ο πατέρας-ηγέτης και ο σκληρός Νόμος του πάνω στην γη του. Και τα κρυφά μυστικά έχουν φανερωθεί. Και η Ιοκάστη έχει κρεμαστεί. Και ο Οιδίποδας έχει αυτοτυφλωθεί και εξοριστεί από τη Θήβα. Και πάνω στην μικρή επικράτεια της πόλης κυριαρχεί πια η φαινομενικά ατελείωτη Νύχτα των Μνηστήρων. Ο Οιδίπους, όμως, του «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού» αισθάνεται στο «Ηγέτη ζητώ…» και πάλι αποξενωμένος, για δεύτερη φορά, από τη γενέθλια Θήβα και το γεγονός αυτό είναι που πυροδοτεί τον τίτλο του νέου πονήματος. Έτσι, αρχίζει μια άλλη, ακόμα πιο επιβεβαιωτική μάχη: η μάχη με έναν πατέρα που αυτή τη φορά είναι λιγότερο απ’ ό,τι πρέπει πατέρας-ηγέτης.
Όμως, στο προσκήνιο υπάρχει αυτή το φορά ο Τηλέμαχος, ο πρώην Οιδίποδας. Στο «Ηγέτη ζητώ…» ο Τηλέμαχος έχει τα μάτια του καρφωμένα στο πέλαγος. Αγναντεύει τον ορίζοντα. Περιμένει έναν ηγέτη, τον πατέρα να έλθει με το καράβι, για να φέρει το Νόμο στο νησί του, όπου οι επιγενόμενοι, οι μνηστήρες κυρίαρχοι πια, έχουν καταλάβει το σπίτι του και απολαμβάνουν ατιμωρητί και ασύστολα την περιουσία του. Ο Τηλέμαχος αναζητά τον πατέρα, ως μια προσδοκία, μια ελπίδα. Αν ο Οιδίποδας ενσαρκώνει την τραγωδία της παράβασης του σκληρού Νόμου της αιμομιξίας και της πατροκτονίας, ο Τηλέμαχος ενσαρκώνει την επίκληση του Νόμου, παρακαλεί να έλθει ένας πατέρας-ηγέτης από το πέλαγος και αποθέτει στον ερχομό του την ελπίδα για απονομή δικαιοσύνης.
Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου είναι μια αντιστροφή του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Ο Οιδίποδας βίωνε τον πατέρα του ως εμπόδιο στον δρόμο του. Ο Τηλέμαχος, αντίθετα, έχει τα μάτια του καρφωμένα στο πέλαγος, αγναντεύει τον ορίζοντα. Περιμένει τον πατέρα του να έρθει με το καράβι. Ο Τηλέμαχος δεν εκδηλώνει την πατροκτόνο βία του Οιδίποδα, αναζητά τον πατέρα, όχι ως αντίπαλο με τον οποίο θα πολεμήσει μέχρι θανάτου, αλλά ως μια προσδοκία, μια ελπίδα, ως δυνατότητα επαναφοράς του Νόμου του λόγου στη γη του. Ενώ το βλέμμα του Οιδίποδα σβήνει μέσα σε μια ήρεμη καθολική ενοχή, την ενοχή του καθενός μας, το βλέμμα του Τηλέμαχου στρέφεται στον ορίζοντα για να διακρίνει αυτόν που έρχεται από το πέλαγος...

Ο Τηλέμαχος είναι τώρα η εικόνα του σωστού παιδιού. Δεν είναι ο γιος που θέλει να βγάλει από τη μέση τον πατέρα, σκοτώνοντάς τον. Δεν είναι όμως και ο γιος που υπακούει παθητικά στον πατέρα. Είναι ο γιος που ερμηνεύει την κληρονομιά ως ανάκτηση. Δεν αρνείται όπως ο Οιδίποδας τον πατέρα, αλλά ωστόσο δεν υποτάσσεται σε αυτόν. Ο Τηλέμαχος του «Ηγέτη ζητώ…» μετά την κατά μέτωπο συνάντηση-ορόσημο με τις οιδιπόδειες επιθυμίες του στο «Ενιαύσιον, 365 + 1 χαϊκού», με την επιτακτική του ανάγκη να σπάσει με τα ίδια του τα χέρια –τα χέρια ενός άντρα εν τω γενέσθαι- τον ασφυκτικό κλοιό της συνεξάρτησης με τον πατέρα, άνοιξε για τον εαυτό του, λιγότερο αμφιθυμικά, ένα νέο δρόμο υιότητας.

Πολλοί, όμως, αρνούνται να συναντήσουν μέσα τους τον πατέρα που ποτέ δεν στάθηκε κατά την άποψη τους επάξια στον ρόλο του, δεν υπηρέτησε στην ζωή τους τις επιταγές μιας πατρότητας. Που ψυχικά ή φυσικά απουσίαζε, αλλά ήταν πάντα παρών ως τραυματική απουσία. Συνήθως δεν επιχειρεί κανείς να σκοτώσει αυτόν που ποτέ δεν υπήρξε. Δεν είναι σε θέση κανείς να πενθήσει αυτόν που έχει καταστήσει μέσα του νεκροζώντανη μούμια, όντας απρόθυμος να συναντήσει τα απειλητικά συναισθήματα του για ένα γεννήτορα «ζόμπι». Δεν μπορεί όμως και κανείς να ξεχάσει την αρχετυπική φιγούρα του πατέρα, απλά διαγράφοντας τον πατέρα από την μνήμη του.

Ο μοναδικός τρόπος να αφήσει ο επιγενόμενος κάποιον σημαντικό πίσω για να προχωρήσει απρόσκοπτα μπροστά είναι συμβολικά να τον συναντήσει. Να συναντήσεις όλα αυτά που εκείνος αντιπροσώπευε και συνεχίζει να αντιπροσωπεύει για σένα. Να γίνεις ο ίδιος μάρτυρας μιας επιθυμητής και μαζί αποφευκταίας συνάντησης, και να αντιπαρατεθείς με τα δεδομένα της. Να τα μετουσιώσεις μέσα από την προσωπική σου ερμηνευτική πινελιά και κάλεσμα, από παρελθούσα και ακίνητη ιστορία, σε ρέουσα κι απρόβλεπτη ζωή.

Δεν είναι όμως δυνατόν να γίνεις γιος, αν προηγουμένως δεν έχεις συναντήσει «δίχως φόβο και πάθος» κατά πρόσωπο τους βασικούς σου φόβους, αν δεν έχεις γίνει «γυμνός πάνω στην πέτρα» μάρτυρας της αγωνίας σου να τους εμπεριέξεις, της ανάγκης σου να τους ζήσεις στο εδώ και τώρα μιας ζωντανής σχέσης. Αν δεν έχεις διενεργήσει την αμφιθυμία της πατροκτονίας. Αν δεν έχεις γίνει αυτουργός και μάρτυρας ενός συμβολικού θανάτου, αν δεν σκοτώσεις τον πατέρα χωρίς να τον ακυρώσεις. Αν δεν έχεις γίνει συμβολικά πατροκτόνος, διατηρώντας ταυτόχρονα μέσα του ακμαίο τον πόθο της κατ’ ουσίαν συνάντησης μαζί του! Αν δεν έχει σταματήσει «σαν ασώματος τρόμος, η θύμισή του να σε σαβανώνει» αν δεν «ελευθερωθεί το φως που κρύβ’ η νύχτα».

Είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό όμως πόσοι γιοι μπορούν να γίνουν σήμερα Τηλέμαχοι σαν και εκείνο τον γιο του «Ηγέτη ζητώ…» . Είναι ευκολότερο να επιλέξουν τον πιο βολικό ρόλο του γιου που τα ρίχνει όλα στον πατέρα ή του γιου που αρκείται σε έναν παθητικό ρόλο ή του Νάρκισσου, που θέλει όλα να κινούνται γύρω από αυτόν. Πολλοί είναι οι γιοι που αιχμαλωτίζονται στην μνήμη ενός «καταραμένου» πατέρα, ακριβώς για να μην τον συναντήσουν. Να μην συναντήσουν δηλαδή τα ζωντανά, αιμόφυρτα κι απωθημένα τους συναισθήματα, τα οποία θα τους επιτρέψουν να πάρουν στα χέρια τους την προσωπική τους ιστορία ανασκευάζοντάς την.

Ασφαλώς όμως ακόμη και ο Τηλέμαχος του «Ηγέτη ζητώ…» αν και φαίνεται να έχει λύσει τα προηγούμενα θέματα, κινδυνεύει από κάτι άλλο… από μελαγχολία. Από την μάταιη αναζήτηση για έναν ένδοξο πατέρα, τον βασιλέα της Ιθάκης, τον μεγάλο ήρωα που εκπόρθησε την Τροία. Το αίτημα για πατέρα-ηγέτη εγκυμονεί τώρα τον κίνδυνο μιας ατέρμονης και μελαγχολικής αναμονής για κάποιον που δεν θα έλθει ποτέ. Από το πέλαγος δεν επιστρέφουν πια μνημεία, αήττητοι στόλοι, ισχυροί και χαρισματικοί αρχηγοί, άνθρωποι-θεοί, αλλά θραύσματα, σπασμένα κομμάτια, πατέρες εύθραυστοι, ευάλωτοι... Ζούμε ούτως ή άλλως στην μετά την πειρατεία εποχή όπου όλα τα αφήνουμε στη μέση, όλα τα αφήνουμε στην τύχη. Και γίνονται χωρίς εμάς. Και μένουμε πίσω μετανιωμένοι ή αμετανόητοι, ταπεινωμένοι ή αλαζόνες- το ίδιο κάνει. Έτσι, ζούμε στην εποχή της αμετάκλητης δύσης του πατέρα-ηγέτη. Ο Οδυσσέας, ο πατέρας που θα έρθει τελικά θα είναι ένας ρακένδυτος πλάνης, ένας ανέστιος.

Στην ταινία «Έχουμε πάπα», του Μορέττι το μπαλκόνι του Αγίου Πέτρου μένει απελπιστικά κενό. Ο Μορέττι κοντοστέκεται με σοφία στο παιχνίδισμα των πορφυρών κουρτινών που σαλεύουν από τον αέρα και αντί να αναγγείλουν την παρουσία του καινούργιου Ποντίφικα, αποκαλύπτουν στους αδημονούντες πιστούς τη μελαγχολική και οριστική απουσία του αγαπημένου τους πατέρα. Αυτός που από τη σύνοδο των Καρδιναλίων ορίστηκε ως σύμβολο του Θεού, ως εκπρόσωπος του Λόγου Του, δεν είναι σε θέση να αντέξει το συμβολικό βάρος της αποστολής του. Ο λόγος του υποχωρεί, σβήνει, μένει σιωπηλός. Δεν πρόκειται απλώς για τον εξανθρωπισμό του κληρονόμου του γιου του Πέτρου με την ματιά της κινηματογραφικής κριτικής. Ο Μορέττι δείχνει την εξάχνωση του πατέρα-ηγέτη ως δυνατότητα του τελευταίου να αντέξει το συμβολικό βάρος ενός Λόγου που θα ήθελε να δηλώνει ακόμη το ύστατο νόημα του κόσμου, του καλού και του κακού, της ζωής και του θανάτου. Όταν στο μπαλκόνι του Αγίου Πέτρου ο καινούργιος ποντίφικας πρέπει να πάρει το λόγο ως σύμβολο του Πατέρα του λαού του Θεού, η φωνή του δεν μπορεί πια να ερμηνεύσει αυτόν τον ρόλο, η φωνή του μένει άφθογγη, αφασική, η φωνή του αποσύρεται στη σιωπή. Ο λόγος δεν θέλει να εξέλθει, δεν αποκτά υπόσταση, είναι λόγος κλεισμένος εντεύθεν της φωνής. Αφωνία , αφασία του πατέρα-πάπα. Το πλήθος που γεμίζει την πλατεία του Αγίου Πέτρου περιμένοντας τον καθοδηγητικό λόγο του πατέρα μένει απογοητευμένο και δυσαρεστημένο. Ο πατέρας που καθησυχάζει, χρειάζεται κάποιον να τον καθυσυχάζει, ο πατέρας που δεν αφήνει το παιδί να χαθεί, είναι ο ίδιος χαμένος. Ο πατέρας που πρέπει να σώσει τα παιδιά του μεταμορφώνεται ο ίδιος σε παιδί. Ποιός είναι ο πατέρας; Ποιος είναι το παιδί; Ποιο το καταφύγιο; Ποιος έχει χαθεί;

Το ερώτημα είναι «τι μένει από τον πατέρα-ηγέτη;» στους καιρούς της αποδόμησής του. Ζούμε στην εποχή της αμετάκλητης δύσης του πατέρα-ηγέτη. Κι όμως ο Τηλέμαχος κοιτάζει το πέλαγος περιμένοντας να επιστρέψει κάτι από τον πατέρα. Η αναμονή του δεν είναι μια μελαγχολική αδράνεια. Στο σύμπλεγμα του Τηλέμαχου, στο «Ηγέτη ζητώ…», το αίτημα για πατέρα-ηγέτη, κομβικό στη δυσφορία του συγγραφέα, δεν είναι αίτημα ισχύος ή πειθαρχίας, αλλά μαρτυρίας. Στο προσκήνιο δεν υπάρχουν πια νέοι πατέρες- αφέντες, αλλά μόνο η αναγκαιότητα πατέρων- μαρτύρων. Το αίτημα για πατέρα δεν αφορά πλέον πρότυπα, δόγματα, μυθικούς και αήττητους ήρωες, ακλόνητες ιεραρχίες, δυναστική και πειθαρχική εξουσία, αλλά πράξεις, επιλογές και πάθη, που μπορούν να γίνουν μαρτυρία για το πώς μπορεί κανείς να σταθεί με επάρκεια στον σημερινό κόσμο με την επιθυμία και ταυτόχρονα με την ευθύνη να δείξει μέσα από τη μαρτυρία του προσωπικού του βίου ότι η ζωή μπορεί να έχει νόημα. Να καταστήσει, εντέλει, το Παιδί αληθινό κληρονόμο, ικανό όχι μόνο να παραλάβει ένα νόημα για τον κόσμο, αλλά και να ανακαλύψει καινούρια νοήματα του κόσμου, καινούριους κόσμους νοήματος!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

Καλή επιτυχία Μανόλη στα καθήκοντά σου ως Σύμβουλος της Δημοτικής Κοινότητας Βραχασού

Η μεγάλη ξηρασία

Το τσουρί!

Ένα τραγούδι για τον Κων. Σφακιανάκη του Νικ. Κυπριγιώτη που αναφέρεται ως εμπειρικός θεραπευτής και μάγος(!!!) από τον Μ. Πυτικάκη

Η Μάχη στο Σελλινάρι 25 Νοεμβρίου 1827. Άγνωστες πτυχές της ιστορίας του τόπου μας

Το ταξίδι στο παρελθόν του χωριού μας συνεχίζεται...

Από την κριθοκουλούρα στη σταρένια φρατζόλα και αργότερα στην χάσικη

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ;

Γ.Φθενάκης: "Αναβρασμός για τη χωροθέτηση μονάδας βιολογικού καθαρισμού."