Μια σημαντική δημοσίευση για τον Οικισμό του Αναύλοχου από την Αρχαιολόγο Βασιλική Ζωγραφάκη στην Επιστημονική Επετηρίδα της Ιεράς Μητρόπολης Πέτρας(2012)

ΝΕΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΑΒΛΟΧΟΥ ΒΡΑΧΑΣΙΟΥ 

Της
Βασιλικής Ζωγραφάκη 
Aρχαιολόγου 
της ΚΔ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Ανάμεσα στα Μάλια και τη Νεάπολη δεσπόζει ο επιβλητικός επιμήκης ορεινός όγκος του Αναβλόχου με αρκετές κορυφές και μικρά ομαλά τμήματα ανάμεσά τους.
Στη νότια πλαγιά του βρίσκεται το Βραχάσι, ένα χωριό με εξαιρετικά σημαντική ιστορική πορεία. Η ύπαρξη αρχαιοτήτων στον Ανάβλοχο επισημάνθηκε ήδη στα τέλη του 19ου αι. *537
Το 1929 ο γάλλος αρχαιολόγος P. Demargne διεξήγαγε ολιγοήμερη έρευνα στις βορειοδυτικές πλαγιές του *538. 
Συγκεκριμένα ερεύνησε μεγάλους αναλημματικούς τοίχους και τμήματα κτιρίων ενός οικισμού της γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου, καθώς και έναν αποθέτη ιερού στη θέση «Κακό Πλάι», στην απότομη, όπως το λέει και το ίδιο το τοπωνύμιο, βόρεια πλαγιά του λόφου Πετριτή. 
 Από τον αποθέτη αυτό, που χρονολογείται από τον 9ο περίπου π.Χ. αιώνα έως το δεύτερο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. προέρχονται ‐ μεταξύ άλλων αναθημάτων ‐ πήλινα ειδώλια, χειροποίητα και με καλούπι, που παριστάνουν κυρίως γυναικείες μορφές, πήλινα πλακίδια «δαιδαλικού» ρυθμού (7ος αι. π.Χ) και ειδώλια ζώων.  *539
Από τα ειδώλια της κλασικής εποχής ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι «κουροτρόφοι», εισαγωγές ή απομιμήσεις αντίστοιχου τύπου από τον Ολούντα, όπου φαίνεται ότι υπήρχε σημαντικό εργαστήριο κοροπλαστικής της εποχής αυτής. Έκτοτε και για πάνω από εβδομήντα χρόνια δεν έγινε καμία έρευνα στην περιοχή. Νεότεροι μελετητές *540 ωστόσο κατά την επίσκεψή τους στο χώρο επεσήμαναν την ύπαρξη Υστερομινωικής ΙΙΙΓ (1200‐ 1050 π.Χ.) κεραμικής στον οικισμό, καθώς και άλλες αρχαιότητες διάσπαρτες στον ορεινό όγκο. Πράγματι, θραύ‐ σματα αγγείων και τοίχοι δηλώνουν μακρόχρονη ανθρώπινη παρουσία σε πολλά σημεία του, από τους μινωικούς χρόνους ‐ ίσως και πιο πριν *541‐ μέχρι τα κλασικά χρόνια (5ος αι. π.Χ.),542 πιστοποιώντας τη σημασία της θέσης διαχρονικά. 
 Η πρόσβαση στο χώρο είναι δυνατή από διάφορες κατευθύνσεις. Όμως ο πιο ευχερής σήμερα τρόπος μετάβασης είναι από το χωριό του Βραχασίου, μέσω ενός παλιού καλντεριμιού, που ανηφορίζει ως το πλάτωμα, ανάμεσα σε δύο από τους λόφους, όπου εκτείνονται τα ερείπια του αρχαίου οικισμού. 
 Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ο επισκέπτης σχετίζεται με την εκπληκτική θέα προς τη θάλασσα και τις ακτές, στα βορειοδυτικά ‐πέρα από τα Μάλια ‐ και στα βόρεια ‐ ως τη Μίλατο‐ αλλά και προς τις κοιλάδες εκατέρωθεν της βουνοσειράς. 
 Χαρακτηριστική είναι ακόμη η συνύπαρξη των αρχαίων κατασκευών με τα απομεινάρια νεότερων επεμβά‐ σεων του ανθρώπου, αφού μέχρι σχετικά πρόσφατα καλλιεργούσαν εντατικά την περιοχή αυτή. 
Οι κάτοικοι ‐στον αγώνα για επιβίωση‐ ξαναχρησιμοποίησαν τους ισχυρούς αρχαίους αναλημματικούς τοίχους, προσθέτοντας μερικές φορές μικρό τερες πέτρες στα σημεία, όπου είχαν αυτοί καταρρεύσει, προκειμένου να διευκολύνουν την καλλιέργεια στα υφιστά‐ μενα άνδηρα (πεζούλες) ή έχτισαν «τράφους» με τις πέτρες των αρχαίων κτιρίων που ήταν διάσπαρτες στο χώρο. 
Από την άλλη πλευρά απομάκρυναν πέτρες για να δημιουργήσουν χώρο για καλλιέργεια, όπως δείχνουν οι λιθοσωροί σε πολλά σημεία. Η κτηνοτροφία επίσης στην ευρύτερη περιοχή δε σταμάτησε ποτέ. 
Οι επεμβάσεις όμως συνολικά υπήρξαν τέτοιες, ώστε να παραμένουν στις μέρες μας σε μεγάλο βαθμό ορατά τα περι‐ γράμματα των αρχαίων κτιρίων, χτισμένων σε φυσικά ή τεχνητά διαμορφωμένα άνδηρα, κλιμακωτά προς την κορυφή των λόφων. 
Εμφανείς είναι κυρίως οι κατασκευασμένες από ογκόλιθους γωνίες των αναλημμάτων που συχνά χρησιμοποι‐ ήθηκαν και ως εξωτερικοί τοίχοι των αρχαίων οικιών. Ο αρχαίος εκτεταμένος οικισμός, του οποίου δε γνωρίζουμε μέχρι τώρα το όνομα, καταλαμβάνει τρεις κορυφές, τα διάσελα ανάμεσά τους, αλλά και τις γύρω πλαγιές. Η θέση του είναι παρόμοια με εκείνη αντίστοιχων σύγχρονών του εγκαταστά‐σεων: ήταν χτισμένος σε φυσικά οχυρή θέση και βρισκόταν σχετικά κοντά σε πρόσφορες για καλλιέργεια κοιλάδες. Επιπρόσθετα ήταν δυνατή για τους κατοίκους του η 502 εποπτεία της θάλασσας και γενικά μιας πολύ μεγάλης περιοχής ‐που σε μεγάλο βαθμό θα ανήκε στην επικράτειά του‐ και ο έλεγχος των εκατέρωθεν του ορεινού όγκου περασμάτων, που αποτελούσαν τις μόνες βατές στην ευρύτερη περιοχή προσβάσεις από τη βόρεια Κεντρική στην Ανατολική Κρήτη και αντίστροφα. Αυτό το τελευταίο συσχετίζεται άμεσα με τη σημασία του ως ενδιάμεσου σταθμού κίνησης και ανταλλαγών κάθε είδους ανάμεσα στις δύο πλευρές της Κρήτης. 
 Το 2006 *543 ερευνήθηκε από την ΚΔ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων μέρος του πλατώματος στο διάσελο ανάμεσα στους λόφους γ και β, χωρίς να αποκαλυφθεί κανένα αρχαίο αρχιτεκτονικό στοιχείο. Η απουσία αρχιτεκτονικών καταλοίπων στο χώρο αυτό δε φαίνεται να είναι χωρίς σημασία. Υπάρχει βέβαια πάντοτε η πιθανότητα να καλλιεργήθηκε εντατικά και συστηματικά, καθώς πρόκειται για ένα από τα λίγα επίπεδα μέρη της ευρύτερης περιοχής, άρα αν υπήρχε οποιαδήποτε κατασκευή θα είχε απομακρυνθεί. Εντούτοις το πιο πιθανό είναι να λειτουργούσε ακριβώς έτσι όπως βρέθηκε, σαν ένας ανοιχτός χώρος ανάμεσα στους δύο κατοικημένους λόφους. 
 Η μικρή ανασκαφική τομή στο αμέσως χαμηλότερο προς τα βόρεια άνδηρο απέδωσε τμήμα κτιρίου. Οι επτά τοίχοι που ήρθαν στο φως ανήκουν σε τρεις τουλάχιστον φάσεις κατάληψης του χώρου, συμπεριλαμβανομένης και της νεότερης. 
Κατά τη διερεύνηση του σημείου αυτού συλλέχθηκε αρκετή ποσότητα κεραμικής καθώς και μερικά πήλινα, λίθινα και μεταλλικά αντικείμενα. Σημειώνεται ότι και στις δύο τομές βρέθηκε λιθόστρωτο μονοπάτι, που θα χρησιμοποιούνταν ίσως ήδη από την αρχαιότητα και μέχρι τα νεότερα χρόνια. 
 Πιθανότατα αποτελούσε τη συνέχεια του καλντεριμιού από το Βραχάσι προς το βουνό και κατηφόριζε κατόπιν προς τα βόρεια. Άρχισε ακόμη η ανασκαφή στο λόφο β ενός άλλου κτίσματος, το οποίο φαίνεται να είχε διαταραχθεί στα νεότερα χρόνια. Δύο εξωτερικοί τοίχοι του, πλάτους πάνω από ένα μέτρο, λειτουργούσαν και ως αναλημματικοί για το άνδηρο, στο οποίο ήταν χτισμένο. 
 Η είσοδος του κτηρίου βρισκόταν στα ανατο‐ λικά. Μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί στο εσωτερικό του τοίχοι διαφόρων οικοδομικών φάσεων. 
 Η οικία φαίνεται να κατασκευάστηκε στην Υστερομινωική ΙΙΙΓ περίοδο, ενώ κατά την αρχαϊκή εποχή έγιναν μετασκευές. 
 Το 2012 η ΚΔ ΕΠΚΑ προχώρησε σε μία ακόμη έρευνα στο χώρο του Αναβλόχου. 
 Αυτή τη φορά επελέγη *544 μία περιοχή ψηλά στο λόφο α, σε σημείο, όπου, ενώ ήταν ορατά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, οι νεότερες επεμβάσεις, είχαν εν μέρει αλλοιώσει το χώρο. Ήταν ωστόσο σαφές ότι βρίσκονταν στην άκρη του αρχαίου οικισμού. 
Με την έρευνα θα ήταν δυνατόν να φανεί τι είδους κτίρια υπήρχαν στο έσχατο αυτό σημείο του οικισμού και κυρίως σε ποια περίοδο υπήρχε ή είχε επεκταθεί η ανθρώπινη παρουσία εδώ. 
 Ανασκάφηκαν εν μέρει δύο οικίες. 
Στην πρώτη ερευνήθηκαν τρία δωμάτια. Το μεγαλύτερο από αυτά (διαστάσεις εσωτερικά 3.5 μ Χ 7 μ. περίπου) είχε τοίχους χτισμένους με μεγάλους λίθους. Στα λίγα ευρήματα περιλαμβάνονταν τμήμα αγγείου ‐ κοτύλης‐ που προερχόταν ίσως από ράφι, αλλά και τμήματα κυπέλλου, αγγείων αποθήκευσης και λίθων για την επεξερ‐ γασία δημητριακών. 
Στη νοτιοανατολική γωνία μια κατασκευή από μικρές πέτρες, ενσωματωμένη στο δάπεδο από πατημένο χώμα, χρησίμευε προφανώς για την τοποθέτηση μεγάλου αποθηκευτικού αγγείου. Κοντά στην είσοδο υπήρχε μια πρόχειρη και κακά διατηρημένη εστία. Ενδείξεις στάχτης και κάρβουνου εντοπίστηκαν γύρω απ’ αυτήν και στο εσωτερικό της. Δύο ορθογώνιες πέτρες που βρέθηκαν στα δυτικά και στα ανατολικά της εστίας, ίσως ήταν βάσεις ξύλινων κιόνων, οι οποίοι θα επέτρεπαν την ύπαρξη μιας οπής στην οροφή για τη διαφυγή του καπνού. Στο δωμάτιο δυτικά το πάτωμα είχε πλήρως καταστραφεί. Έτσι μετά την απομάκρυνση του επιφανειακού χώματος, εμφανίστηκε ο φυσικός βράχος, που είχε κοπεί και εξομαλυνθεί, ενώ παράλληλα παρατηρήθηκαν ίχνη καύσης. Διαπιστώθηκε τελικά ότι το πολύ σκούρο χώμα περιείχε μια μεγάλη ποσότητα από σκωρίες. Τμήματα από μεταλλικά ελάσματα, τμήματα πλίνθων, κάποια από τα οποία καλυμμένα με σκωρίες, καμένες πέτρες και λίθινα εργαλεία συλλέχθηκαν από το στρώμα αυτό. Λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα ευρήματα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι στην περιοχή υπήρχε εργαστήριο μεταλλουργίας, το οποίο καταλήφθηκε αργότερα από την οικία. Αμέσως στα βορειοανατολικά του κτιρίου αυτού ανασκάφηκαν δύο μεγάλα δωμάτια και μέρος ενός τρίτου. Αποτελούσαν μέρος μιας άλλης οικίας, της οποίας η είσοδος θα *505 βρισκόταν είτε στα νότια είτε στα ανατολικά, σημεία που δεν ερευνήθηκαν. 
Στο καθένα από τα δωμάτια της συγκεκριμένης οικίας σώζονταν ένα ή δύο ανοίγματα προς τα γειτονικά τους. Στον άξονα μάλιστα ενός επιμελημένου ανοίγματος στο μεγαλύτερο από τα δωμάτια ήρθαν στο φως δύο λίθινες βάσεις κιόνων. Ελάχιστο υλικό συνδέεται με το «στρώμα εγκατάλειψης». Πρόκειται για λίθινα εργαλεία, θραύσματα λίθινων τριβείων, λίγα τμήματα αγγείων, ένα σφοντύλι. Το δωμάτιο Β2, ένας μακρύς και στενός χώρος που οριοθετείται στα βόρεια και δυτικά από μεγάλους αναλημματικούς τοίχους, ήταν μάλλον αποθηκευτικός, όπως συμπεραίνεται από τα ευρήματα, κυρίως τμήματα πίθων και λίθινα εργαλεία. Φαίνεται πάντως ότι οι αρχαίοι κάτοικοι και των δύο οικιών είχαν αδειάσει προσεκτικά τα δωμάτια από το χρήσιμο γι’ αυτούς περιεχόμενό τους. Οι τοίχοι είχαν καταρρεύσει στο εσωτερικό των δωματίων, όπως άλλωστε και σε όλα τα προαναφερόμενα κτίρια, το ίδιο και η στέγη, από την οποία προερχόταν το λεπιδόχωμα που βρέθηκε. Αυτή πάντως η κατάρρευση ούτε ξαφνική ήταν, ούτε οφειλόταν σε βίαιη ενέργεια, αλλά έγινε σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου. Η πρώτη μελέτη της κεραμικής δείχνει ότι τα δύο σπίτια χρονολογούνται από το 740 έως το 600 π.Χ. περίπου, ίσως και λίγο αργότερα. 
 Δοκιμαστικές τομές σε σημεία, όπου είχε καταστραφεί το πάτωμα, έδειξαν και στις δύο οικίες ότι ο φυσικός βράχος εξομαλύνθηκε πρώτα με τη συμπλήρωση των κενών με μικρές πέτρες και κατόπιν με χώμα, προκειμένου να δημιουργηθεί το επίπεδο άνδηρο, καθώς και ότι η πρωιμότερη κατάληψη της περιοχής έγινε στην Υστερομινωική ΙΙΙΓ περίοδο. *506 
Μολονότι η μελέτη βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, οι πληροφορίες που συλλέξαμε με τις πρόσφατες έρευνες, μας οδηγούν στις παρακάτω διαπιστώσεις και υποθέσεις: Η πρώιμη εγκατάσταση ήταν μεγαλύτερη‐ ακόμη και αν υπήρχε διασπορά κτιρίων‐ απ’ όσο υπολογιζόταν από τους μελετητές,*545 που θεώρησαν ότι ο Υστερομινωικός ΙΙΙΓ οικισμός καταλάμβανε περιορισμένη έκταση στην περιοχή του λόφου γ. 
Σε κάθε περίπτωση το μέγεθος του οικισμού αυτού στις περιόδους της ακμής του, δηλ. τη γεωμετρική και την αρχαϊκή, είναι μεγάλο. Τα ευρήματα -κινητά και ακίνητα‐ από τον οικισμό και το νεκροταφείο αντικατοπτρίζουν την ιστορική εξέλιξη του οικισμού του «Αναβλόχου» και της επικράτειάς του: γύρω στο 1200 π.Χ. εγκαταστάθηκαν στη θέση αυτή άνθρωποι που πιθανότατα αναζητούσαν κατ’ αρχάς προστασία σε μια περιοχή, όπου θα αισθάνονταν ασφαλείς από εχθρούς, αλλά θα παρείχε παράλληλα και εχέγγυα άνετης διαβίωσης, λόγω των γύρω καλλιεργήσιμων εδαφών, της πρόσβασης σε υδάτινους πόρους και των εκτάσεων για ανάπτυξη της κτηνο τροφίας, συνολικά δηλ. δυνατότητα επάρκειας αγαθών. Σταδιακά ο οικισμός αναπτύχθηκε και παρέμεινε ακμαίος για πολλούς αιώνες. Σπουδαίο παράγοντα, όχι τόσο για την παραμονή των κατοίκων στον ίδιο τόπο, που ήταν αναμενόμενη λόγω της προνομιακής του θέσης, όσο για τη βελτίωση της διαβίωσης και την ευημερία του κατά τη διάρκεια των γεωμετρικών και έπειτα των πρώιμων κυρίως αρχαϊκών χρόνων θα αποτέλεσε ο έλεγχος των οδών επικοινωνίας *546 και η ευχέρεια των σχέσεων με άλλες περιοχές. Οι επαφές και επιρροές είναι φανερές για παράδειγμα στην εισαγωγή αντικειμένων από άλλες περιοχές, όπως την Κύπρο και κυρίως την Κνωσό. 
Επισημαίνεται ωστόσο ότι στο δυτικότερο αυτό όριο της ετεοκρητικής περιοχής, το μινωικό παρελθόν παρέμενε ισχυρό και ο συντηρητικός χαρακτήρας είναι αναμφισβήτητος. 
Στη φάση αυτή άλλωστε, δηλ. μετά την ανάπτυξη του οικισμού, άρα την ευμάρεια των κατοίκων του, η συσσώρευση υπερπροϊόντος έδινε τη δυνατότητα για αναζήτηση περισσότερων και καλύτερης ποιότητας αγαθών. Έτσι, εκτός από την πρωτογενή παραγωγή που υπήρξε και η κύρια πηγή επιβίωσης και πλουτισμού για τους κατοίκους του οικισμού του Αναβλόχου, που ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αναπτύχθηκε ο δευτερογενής τομέας, όπως για παράδειγμα η εξειδίκευση τεχνιτών στην κατεργασία του μετάλλου, κάτι που τεκμηριώθηκε με την εύρεση του χώρου επεξεργασίας μετάλλου. Τα μεταλλικά αντικείμενα που βρέθηκαν στο νεκροταφείο, ενδέχεται να προέρχονται από το συγκεκριμένο εργαστήριο που βρισκόταν στις παρυφές του γεωμετρικού οικισμού. Εννοείται ότι η παραγωγή εγχώριων αγγείων και ειδωλίων, κατασκευασμένων από πηλό της περιοχής, κάλυπτε τις αυξανόμενες καθημερινές ανάγκες και εντάθηκε σταδιακά. Ο ταξικός διαχωρισμός που σιγά σιγά μεγάλωνε, οδήγησε στην ανάπτυξη μιας κοινωνικά ισχυρής και ευημερούσας τάξης ανθρώπων, που είχε τη δυνατότητα να αποκτά αντικείμενα που υποδείκνυαν και αναδείκνυαν περαιτέρω το κύρος και την ισχύ τους *547
 Η ίδια ακόμη η μορφή του οικισμού, που ήταν ο κεντρικός της επικράτειας, σηματοδοτεί αλλαγές στην οργάνωση. 
 Οι αναλημματικοί τοίχοι με το μεγάλο μήκος και την επιμελημένη κατασκευή, η ύπαρξη αστικού κοινού ιερού, του οποίου ο αποθέτης αποκαλύφθηκε, καθώς και μιας μεγάλης δεξαμενής, δείχνουν ότι είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις που σηματοδοτούν εξελικτική πορεία προς μια οργανωμένη κοινότητα, η οποία όδευε προς τη δημιουργία μιας αληθινής πόλης‐ κράτους. 
Μένει ωστόσο να ερευνηθεί αν ο Ανάβλοχος είχε μετεξελιχθεί και σε ποιο ποσοστό σε μια πρώιμη πόλη ‐ κράτος. 
Τον 6ο αι. π.Χ. ο οικισμός φαίνεται να εγκαταλείπεται, σίγουρα όχι ξαφνικά και βίαια, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Αντίθετα η μετοίκηση των κατοίκων του Αναβλόχου φαίνεται να έγινε σταδιακά, ίσως και σχεδιασμένα. Οι κάτοικοι των οικιών πήραν την οικοσκευή τους και αποχώρησαν. Η επικράτεια απορροφήθηκε προφανώς από κάποια γειτονική πόλη και ο πληθυσμός εγκαταστάθηκε σε γειτονικούς οικισμούς. Αναμφισβήτητα όμως, όταν όλοι αυτοί οι οικισμοί ακόμη αναπτύσσονταν και επεκτείνονταν, θα υπήρχαν έντονες έριδες μεταξύ τους. Φαίνεται εντούτοις ότι κατά τους κλασικούς χρόνους υπήρχε κάποια μικρή εγκατάσταση στον Ανάβλοχο, εφόσον στον αποθέτη υπάρχουν προσφορές από τους χρόνους αυτούς. Οι γειτονικοί όμως οικισμοί -Μίλατος και Δρήρος‐ διατηρήθηκαν ως και τα ελληνιστικά χρόνια, ενώ ο Ανάβλοχος είχε πλέον εγκαταλειφθεί. 
 Οι τοίχοι των κτιρίων του άρχισαν αργά να καταρρέουν, η λήθη και η σιωπή κυριάρχησαν, σβήστηκε η ανάμνηση του ονόματος. 
 Όλα τα παραπάνω είναι οι πρώτες παρατηρήσεις και υποθέσεις. Στα επόμενα χρόνια και αφού προχωρήσει η ανασκαφή και η μελέτη ελπίζουμε να είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε με περισσότερη γνώση για το σημαντικό αυτό χώρο.

----------------------------------------
*537 Ο L MARIANI.(Mont. Ant. VI, 1895, 244‐6) ανέφερε λίθινες κατασκευές «κυκλώπειας» τοιχοδομίας και ο Α. TARAMELLI, «Ricerche Archeologiche Cretesi» MonAnt 9 (1899), 399 σημείωσε την ύπαρξη ενός μεγάλου οικισμού. 

*538 DEMARGNE P., «Recherches sur le site de l’ Anavlochos» BCH 60 (1931), 365‐407. Ο ίδιος αρχαιολόγος ανέσκαψε τότε και δημοσίευσε στο ίδιο άρθρο ευρήματα από το νεκροταφείο στη θέση Λαμί, βόρεια του οικισμού. 

 *539 Τα ειδώλια ζώων, βοοειδών και κυρίως προβάτων, δείχνουν την ενασχόληση των κατοίκων του Αναβλόχου με την κτηνοτροφία και τη δέησή τους στη θεότητα να προστατεύει τα κοπάδια τους. Για τον αποθέτη: BEQUIGNON Y., «Chronique des fouilles et découvertes archéologiques dans l’Orient hellénique» BCH 53 (1929), 528; DEMARGNE P., ο.π., 365‐74; PILZ O., «Terracotta Figurines from the Sanctuary of Kako Plaï on the Anavlochos, Crete» Newsletter of the Coroplastic Studies Interest Group 3 (2010), 3. 

*540 FARNOUX A.‐ DRIESSEN J., « Recherches sur l’Anavlochos » στο « Travaux de l’École française d’Athènes en Grèce en 1990 », BCH 115.2 (1991), 735‐741; NOWICKI Κ., Defensible sites in Crete ca 1200‐800 BC., Aegaeum 21 (2000), 171‐3; id. «Some remarks on the pre‐ and protopalatial peak sanctuaries in Crete» Aegean Archaeology 1 (1994), 48, WALLACE S., «Case Studies of Settlement Change in Early Iron Age Crete (c. 1200 . 700 BC): Economic Models of Cause and Effect Reassessed» Aegean Archeology 4, 1997‐2000, 69‐75. 

* 541 βλ. ΞΙΦΑΡΑΣ Ν., Οικιστική της Πρωτογεωμετρικής και Γεωμετρικής Κρήτης. Η μετάβαση από τη «μινωική» στην «ελληνική» κοινωνία, 2002 (Διατριβή), 213‐217. 

*542 Για τα ευρήματα της περιοχής βλ. ακόμη ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ Σ., «Πρωτογεωμετρικά και γεωμετρικά ευρήματα εκ Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης» Α.Δ 1931‐2, 1‐11; DESBOROUGH V.R., Protogeometric Pottery 1952, 260&326; KANTA Α., The Late Minoan III Period in Crete. A Survey of Sites, Pottery and their Distribution. 1980, 128; ΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟΥ Μ., Η Ανατολική Κρήτη στην πρώιμη εποχή του Σιδήρου 2005, 40‐42; PRENT M., Cretan Sanctuaries and Cults. Continuity and Change from Late Minoan IIIC to the Archaic Period 2005, 283‐4

* 543 Καθοριστική για την έναρξη της ανασκαφής από την Εφορεία στάθηκε η πρωτοβουλία της τότε Κοινότητας Βραχασίου να χρηματοδοτήσει τις έρευνες στον Ανάβλοχο, ενέργεια πρωτοποριακή για τοπικό φορέα. Ευχαριστούμε θερμά τον τότε πρόεδρο της Κοινότητας Βραχασίου κ. Γ. Μαρκάκη για το συνεχές ενδιαφέρον για την έρευνα στην περιοχή και τους κατοίκους του Βραχασίου –ιδιαίτερα τον κ. Δ. Κυριακάκη‐ για τη στήριξη και το ενδιαφέρον τους. Στην ανασκαφή του 2006 συμμετείχαν οι αρχαιολόγοι Μ. Κυριακάκη και Ν. Θάνος.

*544 Στην ανασκαφή του 2012 συμμετείχαν ο αρχαιολόγος Ν. Θάνος καθώς και αρκετοί προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές. Ευχαριστούμε θερμά κυρίως τις μεταπτυχιακές φοιτήτριες κ.κ. F. Gaignerot‐Driessen και M. Devolder για την πολύτιμη βοήθειά τους στην έρευνα της Εφορείας μας στον οικισμό του Αναβλόχου. Επισημαίνεται ότι διενεργήθηκε ανασκαφική έρευνα και στο νεκροταφείο, τα αποτελέσματα της οποίας μελετώνται και θα δημοσιευτούν σύντομα.

*545 HAYDEN B., «Fortifications of Postpalatial and Early Iron Age Crete» AA 1988, 14; SJORGEN L., Sites, Settlements and Early Poleis on Crete (800‐500 B.C.) (Διατριβή) 2001, 245‐ 6. 

*546 ΞΙΦΑΡΑΣ ο.π., 208‐212

*547 Στο νεκροταφείο για παράδειγμα είχαν βρεθεί στην ανασκαφή των αρχών του 20ου αι. τμήματα από μεταλλικό τριποδικό λέβητα.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!