Γεώργιος Παχυγιαννάκης: "Γιατί ἐβγήκαμε στὸ βουνό, γιὰ νὰ διώξομε τοὺς καταχτητές ἢ γιὰ νὰ μᾶς συνταξιοδοτήσει τὸ κράτος;"

Του
Ευάγγελου Παχυγιαννάκη
Πρωτοπρεσβύτερου

Ο Γεώργιος Παχυγιαννάκης
εκφωνεί λόγο ως Πρόεδρος
στα εγκαίνια του Ηρώου στο Βραχάσι.
"Ὁ πατέρας μου δὲν ἦταν κακὸς ἄνθρωπος. Ἀπεναντίας, ἦταν παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ἔπρεπε καλός, μέσα σ’ ἕναν κόσμο γεμάτο ίδιοτέλεια καὶ πονηρία. Ἦταν τόσο καλός καὶ ἀπονήρευτος, ὥστε νὰ δίνει τὸ δικαίωμα στὸν καθένα ἐπιτήδειο νὰ τὸν ἐκμεταλλεύεται, πολὺ δὲ περισσότερο σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν πλησίαζαν σὰν φίλοι!
Μετὰ τὴν ἀπόλυσή του ἀπὸ τὸν στρατὸ διορίστηκε πρόεδρος τοῦ Ἐλαιουργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Βραχασοῦ. Οἱ χωριανοὶ τὸν προτίμησαν ἐπειδὴ εἶχε δύο προσόντα: νὰ ξέρει γράμματα καὶ νά ‘ναι τίμιος ἄνθρωπος. Δυστυχῶς, ὅμως, μιὰ τέτοια θέση, ποὺ γιὰ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἦταν ζηλευτὴ καὶ θὰ συνέβαλε στὴν εὐτυχία καὶ τοῦ ἴδιου καὶ τῆς οἰκογένειάς του, γιὰ τὸν πατέρα μου ἀπέβη καταστροφική. Μπλέχτηκε μὲ κακὲς παρέες.
Ὕστερα βγῆκε στὸ βουνὸ μὲ τὸν Ε.Λ.Α.Σ. καὶ ὑπηρέτησε ὡς ἀξιωματικός μὲ πίστη καὶ ἀφοσίωση τὴν Πατρίδα καὶ ἐκεῖ ξόδεψε ἀρκετὴ ἀπὸ τὴν περιουσία του. Τὸ ὅτι βγῆκε στὴν ἀντίσταση αὐτὸ δὲν ἦταν κακό. Κακὸ ὅμως ἦταν πὼς ἔδωσε τὸ δικαίωμα σ’ αὐτοὺς τοὺς δῆθεν φίλους του νὰ τὸν… ἐκμεταλευτοῦν πρὸς ἴδιον ὄφελος καὶ νὰ τὸν παρασύρουν στὴν καταστροφή.
Ὅταν ἄλλαξε ἡ κατάσταση, τὸν ἄφησαν μόνο. Προσχώρησαν σὲ πολιτικὰ σχήματα ποὺ ἐπεκράτησαν, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση οἱ φίλοι του αὐτοὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν σὲ χρεοκοπία, νὰ χάσει ὅλη του τὴν ἀρκετὰ μεγάλη καὶ ἀξιόλογη περιουσία, ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τὸν πατέρα του, νὰ φυλακισθεῖ καὶ στὴ συνέχεια νὰ χάσει καὶ τὴ θέση του.
Βέβαια, ὀφείλομε νὰ ὁμολογήσομε ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ ἔβλεπε ἀπὸ τὴ μιὰ τὴν ἀθωότητα καὶ ἁγνότητα τοῦ πατέρα μου, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς ἐκδήλωναν καὶ σὲ μένα, ἄκουγα ὅμως καὶ τὰ πικρόλογα, νὰ τοῦ καταλογίζουν βλακεία τὴν πολλὴ του καλοσύνη. Κατὰ βάση ὅμως, βλέποντας τὶς ἱκανότητες ποὺ εἶχε καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ χαρακτήρα του, τὸν τίμησαν καὶ τὸν ἀνέδειξαν πολλὲς τετραετίες, 16 χρόνια, συναπτά, Πρόεδρο τῆς Κοινότητος τοῦ Βραχασοῦ, ἀρχόμενα ἀπὸ τὸ 1964.
Σημειώνομε γιὰ τὴν ἱστορία τὸ παρακάτω περιστατικό: Ὅταν στὴ δεκαετία τοῦ ’80 ἡ τότε Κυβέρνηση ἀναγνώρισε ἐπίσημα τὴν Ἐθνικὴ Ἀντίσταση καὶ ἔδωσε μιὰ κάποια τιμητικὴ σύνταξη στοὺς (ὁ Θεὸς ξέρει) ἀποδεδειγμένως (!) ἀντιστασιακούς, πῆγαν ὅλοι καὶ πῆραν τὸ χαρτὶ τῆς ἀναγνώρισης καὶ τὸ μετάλλιο, φυσικὰ καὶ τὴ μηνιαία χορηγία. Στὸν πατέρα μου τὸ εἶπα κι ἐγὼ ἂν θέλει νὰ τοῦ φτιάξω τὰ χαρτιά, ἀλλὰ ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε ἀρνητικά, χωρὶς νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἄρνησή του. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ μάνα μου τὸν πίεζε καὶ πίεζε καὶ μένα νὰ τοῦ τὸ ὑπενθυμίζω.
Τὴν τελευταία φορά, ποὺ ἔδωσε ἡ Κυβέρνηση παράταση, ἐρχόμουν ἀπὸ τὸ Σίσι καὶ στὴ διακλάδωση μὲ σταμάτησε ἕνας χωριανὸς γιὰ νὰ τὸν πάρω. Τοῦ εἶπα πὼς πηγαίνω στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Ἔ, δὲν πειράζει, μοῦ λέει, ἔρχομαι μέχρι τὴ σήραγγα. Μπῆκε μέσα καὶ μοῦ ἔφερε τὴν κουβέντα.
–Ἔκαμε, μοῦ λέει, ὁ πατέρας σου τὰ χαρτιὰ γιὰ τὴν Ἀντίσταση; Γιατὶ ξέρω πὼς δὲν τά ’χει κάνει.
– Δὲν θέλει, τοῦ ἀπάντησα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πέρασε καὶ ἡ προθεσμία.
– Ὄχι , μοῦ εἶπε, ἔδωσαν κι ἄλλη παράταση.
-Ἔ, τότε τοῦ λέω θὰ σὲ πάω στὸ χωριό, νὰ δῶ καὶ τὶ κάνουν οἱ γονεῖς μου, νὰ φέρω καὶ τὴν κουβέντα στὸν πατέρα μου.
Πῆγα στὸ χωριὸ καὶ βρῆκα τὸν πατέρα μου στὸ σπίτι νὰ διαβάζει ἐφημερίδα.
– Καλῶς ὅρισες, μοῦ εἶπε. Ἴντά ’ναι τέτοια ὥρα;
– Ἀπὸ τὸ Σίσι πάω γιὰ τὸν Ἅγιο καὶ πῆρα ἀπὸ τὴ διακλάδωση τὸν Διαλυνομαθαῖο ὁ ὁποῖος ἦταν ἡ αἰτία νὰ περάσω καὶ ἀπὸ δῶ γιὰ νὰ σοῦ πῶ τό καὶ τό... Ξανάπιασε τὴν ἐφημερίδα κι ἔκανε πὼς διάβαζε.
– Δέν ἀκοῦς ἴντα σοῦ λέει; Εἶπε ἡ μάνα μου ἢ ἐσωκουφάθηκες; Σήκωσε ἀγριεμένος τὸ βλέμμα του ὁ πατέρας μου, μὲ κοίταξε κατάματα καὶ εἶπε:
– Σκιὰς ἐσύ; Γιατί ἐβγήκαμε στὸ βουνό, γιὰ νὰ διώξομε τοὺς καταχτητές ἢ γιὰ νὰ μᾶς συνταξιοδοτήσει τὸ κράτος; Ἀπάντησέ μου. Τουλάχιστον ἀπὸ σένα αὐτὸ δὲν τὸ περίμενα!
Σιώπησα κι ἔφυγα ἀποσβολωμένος. 
Ἦρθα στὸ σπίτι κι ἔγραψα ἕνα ἄρθρο στὸ ἐνοριακὸ περιοδικό, ποὺ ἐξέδιδα τότε, τὴ ΧΕΙΡΑΨΙΑ, μὲ τίτλο:

«ΛΕΣ ΝΑ ’ΧΕΙ ΔΙΚΙΟ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΗΣ », 

τὸ ὁποῖο καὶ παραθέτω στὴ μνήμη του:

«ΣΤΕΚΟΤΑΝΕ πάνω ψηλὰ σ’ ἕνα βράχο μὲ φόντο τὸν οὐρανό. Εἶχε στηρίξει τὰ στιβαρά μπράτσα του πάνω σὲ μιὰ στραβόβεργα, ποὺ τὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τοὺς ὤμους, κι εἶχε καρφώσει τὴ ματιὰ του πέρα, μακριὰ στὸν ὁρίζοντα.
– Ἔ, μπάρμπα - Γιώργη, τοῦ φώναξα, κατέβα κάτω.
Ἐκεῖνος γύρισε ἀργά, νωχελικὰ καὶ μὲ κοίταξε, δίχως νὰ μιλήσει.
– Ἔλα, τοῦ ξαναφώναξα, κατέβα κάτω, γιατὶ θέλω νὰ σοῦ μιλήσω. Ἀξάργου ἦρθα ἀπὸ τὴν πόλη.
Ὁ μπάρμπα-Γιώργης ἄρχισε νὰ κατηφορίζει ἀργὰ-ἀργά. Νωχελικά. Ἦρθε κοντά μου. Μὲ κοίταξε σιωπηλὸς καὶ μόλις ἀνταποκρίθηκε στὸν χαιρετισμό μου.
– Σὲ βλέπω ντουχιουντισμένο, εἶπα. Δὲν μίλησε. Ἄσε τὶς στεναχώριες, συνέχισα, κι ἔλα. Πᾶμε νὰ σοῦ μιλήσω γιὰ ἕνα θέμα ποὺ σ’ ἐνδιαφέρει. Θέμα σοβαρὸ καὶ… ἐπεῖγον. Χωρὶς νὰ περιμένω ἀπάντηση συνέχισα: Αὔριο – δὲν ξέρω ἂν τὸ ἔχεις πληροφορηθεῖ – τελειώνει ἡ προθεσμία ὑποβολῆς τῶν δικαιολογητικῶν γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς Ἐθνικῆς Ἀντίστασης…
Δὲν πρόλαβα ν’ ἀποτελειώσω τὴν πρόταση καὶ τὸ βλέμμα του ἔπεσε πάνω μου σὰν κεραυνός. Τρόμαξα. Κάτι πῆγα νὰ πῶ μὰ μὲ ἀντέκρουσε ἀπότομα.
– Σιώπα, εἶπε, βαρέθηκα πιὰ τὶς συμβουλὲς καὶ τὸ…ἐνδιαφέρον σας. Αὐτὴ τὴν κουβέντα εἴχαμε λίγο πρὶν ἔρθεις ἐλόγου σου μὲ τὸν γιό μου, τὸν προκομμένο…τὸ δημοκράτη! Ἐβαρέθηκά τονε καὶ πῆρα τ’ ἀόρι νὰ ξαλαφρώσω.
Ἔμεινα ἐμβρόντητος!
– Μὰ δὲν μπορεῖτε, τέλος πάντως, συνέχισε, ἐσεῖς οἱ καινούργιοι, οἱ ἰδεολόγοι, οἱ σοσιαλιστὲς νὰ καταλάβετε, πώς, ὅταν ἐμεῖς ἐβγήκαμε στὸ βουνὸ γιὰ νὰ διώξομε τοὺς κατακτητές, δὲν περιμέναμε ἀπὸ κανένα ἀναγνώριση; Δὲν μπορεῖτε νὰ καταλάβετε πώς, ὅταν γραφτήκαμε τότε στὴ μιὰ ἢ στὴν ἄλλη ἀντιστασιακὴ ὀργάνωση, αὐτὸ δὲν εἶχε γιὰ ’μᾶς καμιὰ σημασία; Γιατί, ἁπλούστατα, δὲν ἀνήκαμε σὲ κανένα κόμμα.
Σταμάτησε. Πῆρε ἀνάσα βαθιὰ νὰ ξαλαφρώσει κι ὕστερα συνέχισε, ἀγριεμένα:
– Δὲν ὑπήρχανε, μωρέ, τότε κόμματα, πῶς νὰ σᾶς τὸ πῶ νὰ τὸ ἐννοήσετε; Ἀργότερα τὸ πήραμε χαμπάρι, πώς, πίσω ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὀργανώσεις βρισκότανε οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τοῦ διχασμοῦ καὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων, ποὺ θέλανε νὰ ἐκμεταλλευτοῦνε τὸν ἁγνὸ πατριωτισμό μας γιὰ τὰ δικά τους συμφέροντα. Αὐτὲς οἱ ἴδιες δυνάμεις, ποὺ πασχίζουν ἴσαμε σήμερα νὰ μᾶς κρατοῦνε χωρισμένους, κομματιάζοντας τὴ δύναμη τοῦ λαοῦ. Τὴν ἑνότητα τῆς Πατρίδας καὶ τοῦ Ἔθνους. Καὶ τότε, σὰν τὸ μυριστήκαμε, κάμαμε, βέβαια, πάλι οἱ φρόνιμοι τὸ κολάι μας…
»Γιατί, ὅταν πολεμούσαμε ἐμεῖς, ἕνα μονάχα πράγμα εἴχαμε στὸν νοῦ μας: νὰ διώξομε τοὺς κατακτητές, νὰ λευτερώσομε τὴν Πατρίδα. Γι’ αὐτὸ καὶ πολεμούσαμε, ἀδερφωμένοι. Ἐμεῖς τὰ ζήσαμε τὰ γεγονότα καὶ πρέπει νὰ μᾶς ἀκοῦτε. Ὄχι νὰ γροικᾶτε τὸν καθένα ποὺ λέει ὅ,τι θέλει, ὅπως τὰ θέλει κι ὅπως τόνε συμφέρουνε. Ἐγὼ κι ἂν ἤμουνα γραμμένος στὸν ΕΛΑΣ, βρέθηκα γραμμένος ἐκεῖ, ὅπως θὰ μποροῦσα νά ’μουνα γραμμένος καὶ σ’ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀντιστασιακὴ ὀργάνωση. Ποτὲ δὲν πίστεψα ὅτι βγῆκα στὸ βουνό μὲ κάποια κομματικὴ ἰδεολογία καὶ ταυτότητα, ἀλλὰ μὲ τὴ φλόγα τοῦ πατριώτη, τοῦ Ἕλληνα. Σὰν Ἕλληνας βγῆκα στὸ ἀντάρτικο καὶ σὰν Ἕλληνας πολέμησα, ὄχι γιὰ τὸν ΕΛΑΣ, μὰ γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Τίμια, ἀντρίκια, ἁγνὰ καὶ παστρικά, δίχως πλερωμή. Μόνη μας πλερωμὴ καὶ ἀναγνώριση στάθηκε ἡ λευτεριὰ τῆς Πατρίδας…
Ἄκουα σιωπηλὸς τὰ λόγια τοῦ μπάρμπα-Γιώργη, ποὺ βγαίνανε ἀργά, μεστωμένα, μέσ’ ἀπὸ τὴν καρδιά του, ποτισμένα μὲ τὸ αἷμα της, γεμάτα γνώση, πείρα καὶ σιγουριὰ κι ἔπεφταν πάνω μου σὰν κεραυνοί, ποὺ θέλανε νὰ ξυπνήσουνε τὴ ράθυμη, ἀλλοπαρμένη ἀπ’ τὴ φτηνὴ πολιτικὴ τῶν συγκαιρινῶν πολιτικάντηδων, συνείδησή μου. Καὶ τώρα ἀκόμη, ποὺ γράφω τὶς γραμμὲς αὐτές, γροικῶ τ’ αὐτιά μου νὰ βουίζουν καὶ τὴ συνείδησή μου νὰ προσπαθεῖ νὰ ξυπνήσει ἀπὸ τὸν λήθαργο ποὺ τὴν σπρώχνουν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν. Καὶ σκέφτομαι: Λές, νά ’χει δίκιο ὁ μπάρμπα - Γιώργης;»
Ἡ περίπτωση τοῦ πατέρα μου μὲ δίδαξε αὐτὸ ποὺ ἄλλωστε εἶναι ἱστορικά μαρτυρημένο, πὼς οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς εὐνοούμενους τῆς πατρίδας καὶ στυγνοὶ ἐκμεταλλευτὲς τῆς ἰδέας τοῦ πατριωτισμοῦ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ξοδεύουν τὰ ἐνδεδυμένα μὲ πονηριὰ καὶ καιροσκοπία αἰσθήματά τους ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐπιπλέουν πάντα σὲ ὅλες τὶς καταστάσεις. Αὐτοὶ οἱ μαυραγορίτες καὶ χαφιέδες, ποὺ λευκαίνονται κατόπιν μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες τῶν κρατούντων, οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν νὰ τοὺς χρησιμοποιοῦν καὶ μάλιστα προωθώντας τους σὲ ὑψηλὰ ὑπηρεσιακὰ κλιμάκια.
Μιὰ ἀπὸ τὶς συνέπειες, ποὺ εἶχαν ὅλες αὐτὲς οἱ περιπέτειες τοῦ πατέρα μου σὲ μένα, ἦταν νὰ βγῶ στὸ μεροκάματο ἀπὸ νωρὶς καὶ νὰ ἀμελήσω τὰ μαθήματά μου. Ἀσχολήθηκα μὲ κάθε εἴδους τέχνη. Δούλεψα μὲ τὸν Μενεγογιάννη καὶ τὸν Καφετζογιάννη μαραγκός, μὲ τὸν Κωστὴ τὸν Κουνάλη καὶ τὸν Μανόλη τὸν Συλλιγάρδο (Λαδὰ) ἀπὸ τὴ Νεάπολη ἐλαιοχρωματιστὴς καὶ ἀπὸ τὸν Λαπιδομανόλη ἢ Λαδόψωμο, χωριανό μας, ἔμαθα νὰ χτίζω δετάδες (ξερολιθιὲς) καὶ νὰ βυσσαλώνω χαλασμένους φούρνους. Ὅλες αὐτὲς τὶς τέχνες τὶς δούλεψα κι ἔγραφα καὶ τὶς ταμπέλες τῶν καφενείων, παντοπωλείων κ.λπ., βγάζοντας ἔτσι τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὸ σπίτι...." .

(Προδημοσίευση από τὸ ἀνέκδοτο βιβλίο του
Ευάγγελου Παχυγιαννάκη
"ΑΠΟΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΟΡΑΜΑ΄΄)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

Η θέση μας για ένα δυσάρεστο περιστατικό

Ο αγαπημένος 'Αγιος του καλοκαιριού

Ο Βραχασώτης Μανόλης Γιανναδάκης

Ένας σπουδαίος Βραχασώτης πιανίστας απόψε στο Βραχάσι

Για τον Γιάννη που έφυγε νωρίς...

Ποια είναι τα πρόσωπα των μαθητών της φωτογραφίας του 1965

Τρεις εκπληκτικές φωτογραφίες από το Δημοτικό Σχολείο στο Σίσι!!!

O Μπάρμπα Γρηγόρης

Πολιτιστικές Συναντήσεις Βραχάσι 2017 από τον Π. Σ. Βραχασίου "Ο ΑΝΑΥΛΟΧΟΣ"