Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ



O Μητροπολίτης
Πέτρας Δημήτριος
Του Πρωτ. Του Οικουμεν. Θρόνου
Ευαγγέλου Γ. Παχυγιαννάκη

 Κατὰ κόσμον Γεώργιος Μπουρλάκης, μοναχοπαίδι, τοῦ Δημητρίου καὶ τῆς Ἀνδρονίκης, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Καρύδι Μεραμβέλλου, γεννήθηκε στὸ Ἡράκλειο τῆς Κρήτης τὸ 1921 καὶ ἀπεβίωσε τὸ 1990. Ήταν ὁ δωδέκατος κατὰ σειρὰν Ἐπίσκοπος, στὸν κατάλογο τῶν Ἐπισκόπων Πέτρας, τῆς μέχρι τὸ 1962 Ἐπισκοπῆς, καὶ ἔκτοτε τῆς ἀνυψωθείσης Ἐπισκοπῆς σὲ Μητρόπολη,  πρῶτος Μητροπολίτης Πέτρας.
            Τὰ ἐγκύκλια γράμματα διδάχτηκε στὴ γενέτειρά του καὶ σπούδασε θεολογία στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Χάλκης. Τὸ θέμα τῆς διατριβῆς του ἦταν: «Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου καὶ αἱ κατ’ αὐτῆς ἐνστάσεις τῆς νεωτέρας κριτικῆς».
           Πνευματικὸν ἀνάστημα τοῦ Ἐπισκόπου Λάμπης καὶ Σφακίων Εὐμενίου καὶ ἀδελφὸς τῆς ἱερᾶς Μονῆς Ἀγκαράθου ἐχειροτονήθη Διάκονος (13. 12.1942), ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Θωμᾶ καὶ Πρεσβύτερος (4.3.1943), ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Αἰμιλιανοῦ.
          Μὲ ἐντολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βενιαμὶν τοῦ ἀπενεμήθη τὸ ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μαξίμου καὶ μετέπειτα Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.
          Ὑπηρέτησε σὲ διαφόρους Ναοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ δὴ ὡς προϊστάμενος τῆς Κοινότητος τῆς πύλης τοῦ Ρωμανοῦ (Τὸπ-Καποῦ) καὶ τοῦ Μεγάλου Ρεύματος (Ἀρναούτ-Κιοϊ) στὸν Βόσπορο.
          Πρωτοσύγκελλος τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Κρήτης προσελήφθη ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Κρήτης Βασιλείου τὸ 1946 καὶ ὑπηρέτησε στὴ θέση αὐτὴ μέχρι τῆς ἐκλογῆς του σὲ Ἐπίσκοπο. Στὴ θέση αὐτὴ ἀνέπτυξε ἀξιόλογη ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση ὡς ἱεροκήρυκας τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ καὶ ὡς   Πρόεδρος τῆς ἐν Ἡρακλείῳ ἐσωτερικῆς Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ», ὅπου καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸν ἔνθερμο ζῆλο του, τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματά του, τὴν ἁπλότητα καὶ ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρος, τὸ ἀνεπίληπτο τοῦ ἤθους, τὴν εἰλικρίνεια καὶ παρρησία  τῶν λόγων του.
           Γιὰ τὸ κήρυγμά του στὸν Ἅγιο Μηνᾶ μᾶς ἔλεγε ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται νὰ ἀνεβαίνει ποτὲ τὰ σκαλιὰ τοῦ ἄμβωνα, χωρὶς νὰ νιώθει τὸν ἱδρώτα νὰ τοῦ αὐλακώνει τὴ ραχοκοκκαλιά. Τόση εὐθύνη συναισθανότανε καὶ τόση συνέπεια εἶχε γιὰ τὴν ἱερουργία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
           Στὸ Ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα ἐξελέγη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου  τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης (28.5.1956) παμψηφεὶ καὶ ἐνθρονίσθηκε τὸ ἴδιο ἔτος (16. 9), ἐν μέσῳ θερμοτάτων ἐκδηλώσεων τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖο ἐκλήθη νὰ ποιμάνει καὶ ἐποίμανε θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας του (11.9.1990).
          Ὁ Δημήτριος ἦταν πραγματικὸς ἄρχοντας. Πήγαινε στὸν δρόμο  χωρὶς τὰ ἐπισκοπικά του διακριτικά, κι οἱ ἄνθρωποι, χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζουν, σηκώνονταν νὰ τοῦ φιλήσουν τὸ χέρι. Μετρίου ἀναστήματος, ἀλλὰ τὸ ἀρχοντικὸ βάδισμά του, ἡ ἔκφρασή του, ἡ εἰκόνα τοῦ προσώπου του μὲ τὰ μεγάλα ἐταστικὰ ἀμυγδαλωτὰ μάτια, ποὺ δὲν μαρτυροῦσαν πονηρία, ἀλλὰ τὴν εὐφυία τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἀπηχοῦσαν τὴν ἀρχοντιὰ τῶν ἀρχιερέων τῆς Πόλης.
            Γιὰ τὸν Δημήτριον, ὡς ἱερουργόν, ἔχομε γράψει στὸ βιβλίο μας ΕΚ ΤΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ. Σήμερα θὰ σημειώσομε λίγα  στιγμιότυπα γιὰ τὴν εὐγένεια καὶ τὴν ἀρχοντιά του ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ ἔχομε θησαυρίσει ἀπὸ τὴν μεταξύ μας ἀναστροφή. Τὸ ὀφείλομε, ἄλλωστε στὴ μνήμη Ἐκείνου ποὺ ὁδήγησε τὰ βήματά μας  στο θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ τὴν 20ή Σεπτεμβρίου 1963. 
             Ὁ Μητροπολίτης Πέτρας Δημήτριος ἦταν καί Ἐπίσκοπος καί Δεσπότης. Ὡς Ἐπίσκοπος τὰ ἔδινε ὅλα. Ἔχει εἰπωθεῖ ἀπὸ ἀρκετοὺς κι ἐμεῖς, ποὺ ζήσαμε κοντά του, μποροῦμε νὰ τὸ βεβαιώσομε ἀδίσταχτα, ὅτι εἶχε καρδιὰ μικροῦ παιδιοῦ. Ποτέ, σὲ κανένα καὶ γιὰ ὁποιοδήποτε λόγο, δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσει κακία. Τὰ ἔδινε ὅλα. Κι αὐτὸ ἦταν τὸ ἐλάττωμά του, γιατὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἁπλόχερα εὐεργέτησε τὸν πρόδωσαν, τὸν στενοχώρησαν, τὸν ἐκμεταλλεύτηκαν καὶ τὸν πλήγωσαν πολλὲς φορές. Ἦταν εὐγενὴς, προσηνής, μετρημένος στὰ λόγια του, ἀπολαυστικὸς στὶς διηγήσεις του. Θυμᾶμαι, ὅταν ἀνά Κυριακήν πήγαινα καὶ μιλοῦσα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῆς Μεγάλης Παναγίας Νεαπόλεως, μετὰ τὴν ἀπόλυση μ’ ἔπαιρνε στὸ Ἐπισκοπεῖο γιὰ καφέ. Ἄνοιγε τὴν πόρτα καὶ ἔλεγε:
 – Περάστε, παρακαλῶ.
 – Μά, Σεβασμιώτατε…
– Σᾶς παρακαλῶ, ἦταν ἡ ἀπάντηση. Ἐδῶ δὲν εἶμαι δεσπότης, εἶμαι  οἰκοδεσπότης…
Τὸ ἴδιο γινότανε καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ὁμιλητὲς ἢ ἐπισκέπτες.
         Φιλόξενος, ὑπερβολικά. Κανεὶς δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπὴ καὶ νὰ φύγει ἀκέραστος, ἀνελέητος, γνωστὸς ἢ ἄγνωστος, ἔστω καὶ ἂν εἶχε μαζί του μιὰ ἁπλὴ γνωριμία ἔπρεπε νὰ τοῦ κάμει τὸ τραπέζι. Καί, ἐπειδὴ ἡ μητέρα του δὲν ἦταν σὲ θέση, τὰ τελευταῖα χρόνια,  νὰ ὑπηρετήσει στὴν κουζίνα τοὺς ξένους, πήγαινε τὸν φιλοξενούμενο ἢ τοὺς φιλοξενούμενους ἔξω, συνήθως σὲ μιὰ ταβέρνα στὴ Μίλατο ἢ στὰ Μάλλια ἢ στοῦ «Χατζῆ» στοῦ Κοκκίνη τὸ Χάνι. Ἔδινε πάντα τὸ πορτοφόλι του στὸν ὁδηγό, ὁ ὁποῖος καὶ κανόνιζε τὸν λογαρισμό.    
Αὐτὸ ποὺ λέει τὸ ριζίτικο τραγούδι γιὰ τὸν ἄρχοντα, ποὺ τὸν φέρνουν καμιὰ φορὰ οἱ συντυχιὲς τῆς ζωῆς νὰ «ἀστοχήσει», ὅμως, «πάντά ’ν ἡ πόρτα του ἀνοιχτὴ κι ἡ τάβλα του στρωμένη…» ἐφαρμοζόταν στὸν Δημήτριο. Μέχρι τὴν τελευταία χρονιὰ τῆς ἐκδημίας του ἑόρταζε τὰ ὀνομαστήριά του στὸ Ἐπισκοπεῖο, μετὰ ἀπὸ τὴ θεία Λειτουργία σὲ κάποιο ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Τὰ πρῶτα χρόνια, ἱερουργοῦσε στὴ Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βραχασώτη.
             Ἔλεγε, γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ὀνομαστικῆς μας ἑορτῆς, χαρακτηριστικά: «τώρα ποὺ ἡ ξενόφερτη συνήθεια ἑορτῆς τῶν γενεθλίων ἔγινε τῆς μόδας καὶ μάθανε ὅλοι νὰ ἑορτάζουν τὰ γενέθλιά τους, μιὰ συνήθεια τέτοια ἀπαράδεκτη, ποὺ τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν ὀνομαστική μας ἑορτή, πρέπει καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ νὰ δίνομε τὸ καλὸ παράδειγμα». Καὶ τὸ ἐφάρμοζε ὁ ἴδιος, παρὰ τὴν κούραση καὶ τὴν ἀρρώστια τοῦ σακχάρου, ποὺ τὸν βασάνιζε πλέον τῶν τριάντα ἐτῶν.
Ὁ ἴδιος πάντα ἐπισκεπτόταν τοὺς ἱερεῖς στὴν ὀνομαστική τους ἑορτὴ καὶ ποτὲ δὲν πήγαινε μὲ ἄδεια χέρια. Καὶ πάντα μὲ καλὴ διάθεση. Πόσες φορὲς δὲν τὸν ἀκούσαμε νὰ λέει:   – «Δὲν ξέρετε πόσο χαίρομαι, ὅταν πηγαίνω σὲ σπίτια ἱερέων καὶ τὰ βλέπω νοικοκυρεμένα καὶ καμαρώνω τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια τους!»
           Ὁ Δημήτριος ἦταν καὶ ζοῦσε σὰν καλόγερος. Ποτὲ δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν Μητρόπολή του, οὔτε ἔκανε, σὰν ἄλλους, ὅπως ἔλεγε, τὸν τουρίστα ἢ  διοργάνωνε ἐκδρομὲς στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὸ Ἅγιον Ὅρος ἢ ἀλλοῦ. «Ὅποιος θέλει, ἔλεγε, νὰ πηγαίνει μόνος του, ἢ μὲ μιὰ μικρὴ συνοδεία, ποὺ νὰ ξέρουν γιατί πᾶνε κι ὄχι buluk asker, καὶ ἀφοῦ πρῶτα ἑτοιμαστοῦν, νὰ νηστέψουν, νὰ προσευχηθοῦν, νὰ καταλάβουν γιατὶ πᾶνε, κι ὄχι νὰ πηγαίνουν σὰν τουρίστες. Ἔτσι γίνονται οἱ πραγματικοὶ χατζῆδες καὶ χατζῆνες; Ἀλλά, δυστυχῶς ἄλλα συμφέροντα ὑποκρύπτονται καὶ ἐδῶ!…» 
            Αὐτὸ ποὺ ὁρισμένοι τοῦ καταμαρτυροῦν, ὅτι δὲν ἤθελε τὸν μοναχισμὸ εἶναι λάθος. Ὁ Δημήτριος ἀγαποῦσε τὸν μοναχισμὸ καὶ στενοχωριόταν γιὰ τὸ κατάντημα τῶν σημερινῶν καλογέρων, ποὺ δὲν κάθονται στὰ μοναστήρια τους, μόνο γυρίζουν σὰν τοὺς τουρίστες. Πολλὲς φορὲς μιλοῦσε γιὰ τοὺς παλιοὺς καλογέρους ποὺ γνώρισε καὶ διηγιόταν  γουστόζικες ἱστορίες γιὰ τὴ φιλοξενία, τὴν ἁπλότητα, τὴν προσήνεια, τὴ λεβεντιά, τὴν προσφορὰ τῶν Μοναστηριῶν στὰ σκληρὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἰταλογερμανικῆς κατοχῆς.  
           Ὅμως, δὲν ἱκανοποιοῦσε εὔκολα τὴν ἐπιθυμία ὁρισμένων νέων ποὺ ἤθελαν νὰ γίνουν μοναχοί. Ἔπρεπε πρῶτα νὰ τὸ σκεφτοῦν καλά, νὰ δοκιμαστοῦν κι ὕστερα ν’ ἀποφασίσουν.   
          Κάποτε πέρασε ἀπὸ τὸ Γραφεῖο ἕνας νέος εἴκοσι - εἰκοσιδύο  ἐτῶν. Ἤθελε νὰ δεῖ ἰδιαιτέρως τὸν Δεσπότη, ὁ ὁποῑος καὶ τὸν δέχτηκε. Ἔμεινε ἀρκετὴ ὥρα μαζί του, κουβεντιάζοντας. Μιὰ στιγμὴ ἀκοῦμε φωνὲς καὶ ἔξαλλος ὁ Δημήτριος βγαίνει ἀπὸ τὸ γραφεῖο, λέγοντάς του μεγαλοφώνως: «Μὰ δὲν καταλαβαίνεις κιόλας…πήγαινε, μωρέ, νὰ συρώσουνε πρῶτα τὰ ζουμιά σου, νὰ τὸ σκεφτεῖς καλὰ κι ὕστερα νὰ ’ρθεῖς νὰ μοῦ ζητᾶς νὰ σὲ κάμω καλόγερο…»!   
Στὶς παρέες του, ποὺ ἦταν πάντοτε ἐπιλεγμένες, ἔδινε κέφι μὲ εὐχάριστες συζητήσεις καὶ ἀνέκδοτα ὄμορφα, ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὴν Πόλη, τὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, τοὺς συμφοιτητές του, τοὺς Ἀρχιερεῖς τῆς Πόλης ποὺ θαύμαζε τὴν εὐγένεια καὶ τὴν ἀρχοντιά τους.
          Πάντα σ’ αὐτὲς τὶς παρέες μιλοῦσε γιὰ ἱστορικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ γεγονότα, γιὰ τὸν Γέροντά του Εὐμένιο καὶ τὶς συζητήσεις τους μὲ τὸν Παρλαμᾶ, τὸν Σταυρινίδη καὶ τὸν Πλατάκη. Καὶ πάντα ἔκλεινε  ἡ παρέα μὲ κάποιο ριζίτικο. Ἰδιαίτερα τοῦ ἄρεσε τό: «Κάστρο καὶ πού ‘ναι  οἱ πύργοι σου καὶ τὰ καμπαναριά  σου…» καὶ τό: «Εἰς τῶν Σφακιῶ τσὶ κορυφές, ψηλὰ σὲ μιὰ μαδάρα, ἀητὸς κρατᾶ στὰ νύχια του ἀνθρώπινο κεφάλι …», γιὰ νὰ καταλήξει στὸν στίχο, πού, ὅταν ρωτάει ὁ ἀνώνυμος ποιητὴς τὸ δαρμένο, καταπληγιασμένο κεφάλι: «κεφάλι κι ἴντα νὰ ‘καμες κι ἦλθες σ’αὐτὰ τὰ χάλη»; Ἐκεῖνο τοῦ ἁπαντᾶ: «Μὰ  ‘γώ  ‘ρθα  ἀπ’ τὴν Ἀνατολή, ραγιάδες γιὰ νὰ κάμω καὶ νὰ χαλάσω ἐκκλησιές».
       – Τότε καλὰ σοῦ  ’καμε, ἔλεγε ἐνθουσιασμένος ὁ Δημήτριος, κι ἔκλεινε τὴν παρέα μὲ τὸ Δι’ εὐχῶν.
          Ὁ Δημήτριος ἦταν ἀνθρωπος μὲ αἰσθήματα, καθαρός, τόμπρος, δὲν γνώριζε τὴν ὑποκρισία καὶ σιχαινόταν τοὺς ὑποκριτές καὶ τοὺς τσαμπάσηδες. Τὸ μόνο ἐλάττωμα, ποὺ καταλόγιζε ὁ ἴδιος στὸν ἑαυτὸν του, ἦταν ὅτι σκεφτότανε μεγαλοφώνως κι αὐτὸ τὸ εἶχε πληρώσει πολλὲς φορές, ἀκριβά.  
          Χαιρότανε γιὰ τοὺς μορφωμένους κληρικούς του καὶ διευκόλυνε ὅσους ἤθελαν νὰ σπουδάσουν Θεολογία καὶ στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἐξωτερικό. Τὸν Μητροπολίτη Γαλλίας Ἐμμανουήλ, τὸν Ἐπίσκοπο Λεύκης Εὐμένιο, τὸν Ἀρχιμανδρίτη. Κωνσταντῖνο Παπαδάκη, τὸν Πρωτ. Γεώργιο Μαρνέλλο, τὸν Πρωτ. Γεώργιο Ἀτσαλάκη, τὸν Πρωτ. Ἐμμανουὴλ Σαρρῆ,  ἐμένα κ.π.ἄ. ὁ Δημήτριος μᾶς στήριξε.    
 Στὶς συναλλαγές του ἦταν πάντα ἀξιοπρεπής.  Δὲν ἤθελε νὰ χρεωστεῖ οὔτε ὁ ἴδιος οὔτε ἡ Μητρόπολη. «Μιὰ δραχμὴ νὰ χρωστῶ, ἔλεγε, δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ». Ὅ,τι ἔκανε τὸ λογάριαζε πρῶτα κι ἂν δὲν ἔβγαινε «τὸ πανὶ….» ποὺ λένε, δὲν προχωροῦσε. Ποτὲ δὲν ἤθελε νὰ ἐπιβαρύνει τὶς Ἐνορίες. Ἐμεῖς τὸν βάλαμε μὲ τὸ ζόρι νὰ πάρει τὴν Mercedes, γιατὶ ἕνα Chevrolet ποὺ εἶχε ὅλο στὸ συνεργεῖο τὸ πηγαίναμε. Γιὰ τὸ ποσὸ ποὺ στοίχισε (200.000 δραχ.), τὸν πείσαμε μὲ τὴ δικαιολογία πὼς δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γράψομε στὸν Προϋπολογισμὸ κάθε Ἐνορίας τὴν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἔκτακτη εἰσφορά εἶναι γιὰ ἀγορὰ αὐτοκινήτου, ἀλλὰ γενικά, γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς Μητροπόλεως. Ἔτσι μόνο πείστηκε νὰ πάρει καινούργιο αὐτοκίνητο.
          Τὸ Γηροκομεῖο στὸ Σελλινάρι τὸ λειτουργοῦσε ἐντελῶς δωρεάν. Τοῦ λέγαμε νὰ παίρνει ἔστω καὶ λίγο ἀπὸ τὴ σύνταξη τῶν τροφίμων, γιατὶ οἱ δικοί τους, ποὺ δὲν πήγαιναν καθόλου νὰ τοὺς δοῦν, ἔρχονταν μόνο τὴν ἡμέρα τῆς πληρωμῆς τους καὶ διαπληκτίζονταν στὴ μοιρασιά. Κι ἐκεῖνος, συνήθως ἀπαντοῦσε: «Τί, νὰ λέει ὁ κόσμος ὅτι ὁ Σελλινάρης δὲν ἔχει λεφτὰ νὰ τοὺς θρέψει; Δικά τους εἶναι τὰ λεφτά, στὸ κάτω - κάτω, ἂς τὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν, ἐμεῖς θὰ κάνομε τὸ χρέος μας».
          Κάποτε τὸ Ὑπουργεῖο Κοινωνικῆς Πρόνοιας ἔστειλε στὴ Μητρόπολη ἕνα σημαντικὸ χρηματικὸ ποσὸν ὡς ἐπιχορήγηση τοῦ Γηροκομείου, μὲ τὴν παράκληση νὰ ἀναγραφεῖ σὲ πινακίδα ὅτι τὸ Γηροκομεῖο ἐπιχορηγεῖται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο. Ὁ Δημήτριος δὲν τὸ δέχτηκε, εὐχαρίστησε γιὰ τὴν προσφορά, καὶ συγχρόνως μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὰ γυρίσομε πίσω, προσθέτοντας: «Ἐμεῖς τὸ Ἵδρυμα τὸ συντηροῦμε ἀπὸ τὸ κεράκι τῆς εὐλαβείας, δὲν θέλομε νὰ ὑποχρεωνόμαστε σὲ κανένα».
            Με το Βραχάσι ο Δημήτριος στην αρχή τα πήγαινε καλά. Φερότανε με ιδιαίτερη ευμένεια στον π΄΄ Νικόλη Ροβίθη, εφημέριο της Παναγίας, με του οποίου τον γιό, τον Γιάννη ήταν συμμαθητές στη Χάλκη. Επειδή είχε φιλία και με τον Λευτέρη τον Πλατάκη, τα πρώτα χρόνια λειτουργούσε του Αγίου Δημητρίου, ημέρα της ονομαστικής του εορτής, στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Βραχασώτη. Μια χρονιά μετά τη Θεία Λειτουργία,  η Ενορία της του Θεού Σοφίας στην οποία ανήκε πάντα η Μονή μετά τη διάλυσή της, παρέθεσε τράπεζα.  Εκεί, λοιπόν, επαναφέρθηκε το θέμα της δημιουργίας Γηροκομείου, συντηρούμενο από τις εισπράξεις του Αγίου Γεωργίου στο Σελλινάρι, και ο Δημήτριος έδωσε σε όλους τη διαβεβαίωση ότι θα πραγματοποιήσει την επιθυμία τους και ότι θα χτίσει το Γηροκομείο στο Βραχάσι, στη θέση νοτικά του παλιού Νεκροταφείου, «στση Μαρούλας την πεζούλα».
            Ο παπά-Διονύσης, όπως πάντοτε γλυκομίλητος καθώς ήταν, εξέφρασε την ικανοποίηση όλων, λέγοντας: «Τότε, θεοφιλέστατε τό όνομά σας θα γραφεί χρυσοῖς γράμμασι»!  
            Δυστυχώς, δεν ξέρομε ποιοι λόγοι συνετέλεσαν ώστε να μην κρατήσει τον λόγο του ο Δεσπότης, και το Γηροκομείο χτίστηκε στον αυλόγυρο του ναΐσκου στο Σελλινάρι. Από τότε ψυχράνθηκαν οι σχέσεις των Βραχασωτών με τον Δημήτριο.
            Δεν πειράζει όμως. Γεγονός είναι ότι το Γηροκομείο λειτούργησε αρκετά χρόνια, προσφέροντας βοήθεια σε αναξιοπαθείς συνανθρώπους μας, όπως αναφέραμε παραπάνω.  Το Γηροκομείο λειτούργησε ἰσαμε το 2002, όταν το κατήργησε σιωπηλώς ο διάδοχος του Δημητρίου Νεκτάριος. Ο Θεός να μας ελεήσει!    
            Αὐτὰ τὰ λίγα καταθέτομε σήμερα μὲ πολύ σεβασμό, στή μνήμη τοῦ πολυσέβατου Γέροντός μας ἀοιδίμου Μητροπολίτου Πέτρας κυροῦ Δημητρίου καὶ εὐχόμεθα ὅπως ὁ Κύριος  ἀνταποδώσει σ’ αὐτὸν τὶς πρὸς ἐμᾶς εὐεργεσίες του. Ἄς εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Διασχίζοντας το Φαράγγι στο Σελλινάρι στις αρχές του 20ου αιώνα...

"Τούτο τον κόσμο εμάθαμε"... λέει ο Γ. Κυβερνήτης

Ψήφισμα Βραχασωτών για το κλείσιμο των Γραφείων της Δημοτικής Κοινότητας

Συνέντευξη του Μανόλη Γιανναδάκη στο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ για την έκθεση χαρακτικής που ανοίγει σήμερα 4 Αυγούστου 2017 στο Βραχάσι με θέμα τον Ερωτόκριτο

O Γιώργης Ξυράφης στο Σίσι φτιάχνει μοναδικά μουσικά όργανα παραδοσιακής μουσικής!!!

Βραχασώτικες Ιστορίες: Η δημοσκόπηση του "χασαπόχαρτου" του ...Αρισμαρή!

Σπύρος Σουλαδάκης: Ένας πιανίστας με καταγωγή από το Βραχάσι

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΒΡΑΧΑΣΩΤΗΣ

Προσομοίωση του Μινωικού Παλατιού στο Κεφάλι του Μπούφου και της ευρύτερης περιοχής κατά την εποχή του χαλκού!!!