Η ΙΣΤΟΡΙΑ



  Ήτανε όμορφη, θαρρώ, η ιστορία,
που μας διηγήθη, κάποιο βράδυ, ένας παππούς.
Γέμισε θλίψη, την καρδιά μας, κι απορία,
μα μας ταξίδεψε σε τόπους μακρινούς.

Μιλούσε κι έλεγε για μια μεγάλη αγάπη,
που ’ζησε, κάποτε, σε άλλες εποχές.
Παιδί τη διάβασε σ’ ένα παλιό κιτάπι,
μα τη διηγούνταν, σαν να είχε γίνει χθες.

Πειρατικό ’ταν το καράβι που ’χε πιάσει
 σε κάποιο απόμακρο λιμάνι του νοτιά,
ποιας καταιγίδας την οργή να ’χε περάσει
κι ήταν, στα ξάρτια του, κουρέλια τα πανιά.

Ένα κορμί ’ταν στο κατάστρωμα πεσμένο,
με το κεφάλι μπερδεμένο στα σχοινιά,
κρατούσ’ ακόμη το σπαθί του ματωμένο,
σημάδι, τ’ άνισου και άγριου καυγά.

Λένε, πως ήταν μαγεμένος, απ’ τα κάλλη
 κάποιας νεράιδας σ’ ένα έρημο νησί,
στην τρυφερή της, πεθυμούσε, την αγκάλη,
να γέρνει, πάντα, και να  κλέβει ένα φιλί.

Έπνιγε ο πόνος, μες στο δάκρυ, τη ματιά της,
όταν κυλούσε από το μάγουλο καυτό,
ξέσκιζε ο φόβος, σα γεράκι, την καρδιά της.
Έφταν’ η ώρα για το μαύρο χωρισμό.

Μα είχε, πάντα, στην καρδιά του φυλαγμένα
τα λόγια κείνα, που της δίνανε ζωή
κι όταν την έβλεπε με μάτια δακρυσμένα,
στα χείλη τα ’φερνε, γλυκά, να της τα πει.
  
«Σε κάθ’ ανάσα μου, θα νιώθω  τ’ άρωμά σου
να πλημμυρίζει, σαν την Άνοιξη, τα στήθια,
σε κάθε βήμα μου, θ’ ακούω την καρδιά σου
για την αγάπη, να μου λέει, παραμύθια.

Σε κάθε σκέψη μου θα δίνω τ’ όνομά σου,
σε κάθε μ’ όνειρο το χρώμα των ματιών σου.
 Όλη η ζωή μου, μια στιγμή στην αγκαλιά σου
κι ο θάνατός μου, μες στη γλύκα των χειλιών σου.»

Όμως, λιγάκι πριν να σβήσει τ’ όνειρό του
φωνές, τον ξύπνησαν, της κόρης κι ουρλιαχτά,
φονιάδων χέρια γράψανε το ριζικό του
κι άφησαν, πίσω τους, συντρίμμια κι ερημιά.

Έτσι μας τέλειωσ’, ο παππούς, την ιστορία
κι εγώ τη φύλαξα, για πάντα, στην καρδιά
μα συ, δεν άντεξες την τόση αδικία
και δε συγκράτησες δυο δάκρυα καυτά.

Πέρασαν χρόνια κι ένα βράδυ, μ’ αγωνία
όταν με ρώτησες, σαν πρώτα, αν σ’ αγαπώ,
τότε θυμήθηκα απ’ αυτή την ιστορία,
τα λόγια κείνα, του κουρσάρου, να σου πω.

«Σε κάθ’ ανάσα μου, θα νιώθω  τ’ άρωμά σου
να πλημμυρίζει, σαν την Άνοιξη, τα στήθια,
σε κάθε βήμα μου, θ’ ακούω την καρδιά σου,
για την αγάπη, να μου λέει παραμύθια.

Σε κάθε σκέψη μου θα δίνω τ’ όνομά σου,
σε κάθε μ’ όνειρο το χρώμα των ματιών σου.
 Όλη η ζωή μου, μια στιγμή στην αγκαλιά σου
κι ο θάνατός μου, μες στη γλύκα των χειλιών σου.»


                                              ΑΝΑΥΛΟΧΟΣ ΡΟΥΣΙΔΑΚΗΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

"Ζωή, θάνατος και προσευχή στον Αναύλοχο" το θέμα της Dr.Gaignerot - Driessen στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών!

Τα σπίτια που φτιάχνονται στο Βραχάσι

Ο Βραχασώτης ποιητής Μπαμπασομανώλης για τον αποκλεισμό του Νομού μας από τις Πανεπιστημιακές Σχολές!!!

Γειτόνεμα στην Καραπιδιά!

Το ερασιτεχνικό ψάρεμα τα παλιά χρόνια

Η αποικία, ο μόλος και οι δημόσιες σχέσεις...

Σαν σήμερα "έφυγε" ο Ελευθέριος Πλατάκης

Το NATURA 2000 για το Σελλινάρι

H απάντηση της παραιτειθείσας συμβούλου στον Πρόεδρο Γ. Φθενάκη