"Οι ρίζες με τραβούσανε σε τούτα τα χώματα. Τα χώματά μου..."


Του
Μανόλη Γιαλουράκη

...Το αυτοκίνητο είχε αφήσει τα Μάλια, μείνανε πίσω και δύο ξεμοναχιασμένοι ανεμόμυλοι.
Χώθηκε κάποτες στα βουνά κι άρχισε να τα σκαρφαλώνει, το κοκκινόχωμα το σημαδεύανε χαρουπιές, φυτρώνανε κι άγριοι θάμνοι. 
Μερικές μυγδαλιές ορθώνανε τη λυγερή παρουσία τους, στο βάθος η θάλασσα έσμιγε τον ουρανό, κάπου ξεχώριζε ο δρόμος που πήγαινε στο λιμανάκι του Σίσι. 
Το λιμανάκι δεν τό 'βλεπες το μάντευες αντικρύζοντας στο βάθος τη θάλασσα και μια λουρίδα γης που χάραζε τον κατά κει δρόμο. 
Αριά και που, χαμένο κι ολομόναχο ασπρίζει κάποιο ξωκκλήσι, παραιτημένο στη μοίρα του. 
Η γη έχει σκάσει διψασμένη, πουθενά δεν άκουσα κελάρυσμα νερού, το χώμα έχει σβολιάσει. 
Ψηλά, πέρα, οι ελιές ριζώσανε στις πλαγιές, καταπράσινες πηχτές βούλες μιας αόρατης σπάτουλας σ' ένα καμβά κοκκινόγκριζο. 
Μια γυναίκα οδεύει καταμόναχη, σηκώνει στη ράχη μιαν αγκαλιά κλαδιά ξερά, αναρωτιέμαι αν τη σκεβρώσανε τα χρόνια για το βάρος.
Λίγα γιδοπρόβατα βόσκουνε πιο κει, ένα παιδί τα προσέχει καθισμένο σ' ένα κοτρώνι. Το παιδί φαίνεται να κοιτάζει κατά τα βουνά, ποιμενικές νοσταλγίες χειμαδιών το βασανίζουν. Το τσοπανόσκυλο γαβγίζει στο πέρασμά μας, τρέχει ξοπίσω και μας ξεπροβοδίζει ως το στρίψιμο. 
Περνούμε τώρα ένα «τούνελ» ανοιγμένο στο βουνό, σε λίγο θά 'μαστε κιόλας στην άλλη μεριά. 
Παλιότερα τ' αυτοκίνητο σκαρφάλωνε αγκομαχώντας, ο δρόμος ήταν όλο στροφές, χανόταν για να περάσεις πολύς χρόνος. 
Στη μέση της διαδρομής τ' αυτοκίνητο σταματούσε στο μοναστήρι, στο Σεληνάρι, εκεί που δόθηκε η μεγάλη μάχη και οι χριστιανοί αφανίσανε την Τουρκιά.
Στα χρόνια κείνα, πριν ανοίξουν το πέρασμα, όταν τ' αυτοκίνητα σταματούσαν στο μοναστήρι κι όλοι κατέβαιναν ν' ανάψουν κερί, θυμάμαι πως ένας μεσόκοπος που καθόταν κοντά μου μού είπε: 
«Εγώ δεν το κουνώ, εγώ θα καθίσω να φάω καρπούζι. Κόπιασε». 
Οι γυναίκες τον κοιτάξανε με κάποιο φόβο, η μια κοίταξε την άλλη και κάτι ψιθύρισαν. 
Κατέβηκαν οι γυναίκες και σταυροκοπήθηκαν πάλι, κατέβηκαν κι άλλοι δυό, αρσενικοί. 
Οι άλλοι μείνανε να φάνε καρπούζι, ένα καρπούζι ζουμερό μαλιώτικο.
- Δεν είσαι για καρπούζι; ρωτά ο μεσόκοπος. "Αντε και συ να βοηθήσεις τους παπάδες"! ...
Γελάσαν οι άλλοι, γέλασα κι εγώ, δεν είχα διάθεση να τους εξηγώ και να συζητάω. Ήθελα να δω, να ζήσω από κοντά το θρύλο, τον άη Γιώργη το Σεληνάρη, που φυλάει τα περάσματα, κείνον που προστατεύει από τους γκρεμούς, τον άη Γιώργη που θαύματα κάνει.
Ο άη Γιώργης με περίμενε κατάλευκη εκκλησιά, είχε κι ένα κουτί που πρόσμενε τον «οβολόν» μου.
Ο άγιος σιωπηλός, αδιαφορούσε για όλ' αυτά, χρόνια τώρα προσπαθούσε να σκοτώσει το τέρας.
Βγήκα και κάθισα σ' ένα πεζούλι, ένας σπούσε με μια πέτρα αμύγδαλα και μού 'δωσε, «δεν είμ' από δω», μου λέει σε λίγο. «Πρόσφυγας ήρθα' τώρα πια ρίζωσα. Έχω και λίγη γη στον Καρτερό. Έξω απ' το Ηράκλειο».
- Μικρασιάτης;
- Μικρασιάτης. Αφήσαμε τα χώματα κείνα, τ' αφήσαμε όλα.
Ήρθαμε νε γυοεψουμε καινούρια πατρίδα. Μ' αρέσει που μου δώσανε λίγη γη στον Καρτερό.
- Εύφορος τόπος.
- Δεν είναι γι' αυτό. Μου μιλά για κείνα π' αφήσαμε. Ο στρατηγός Καρτερός ήταν απ' το Βυζάντιο. Ήρθε στην Κρήτη να πολεμήσει τους Αραπάδες.
Δεν μεταμίλησα. Οι άνθρωποι πιάνουνται από παντού για να ξαναζήσουνε τ' όνειρο, στα μάτια του αντιφέγγιζε η για πάντα χαμένη πατρίδα. 
Στην ώρα χτύπησε κι η σειρήνα τ' αυτοκινήτου. Ήταν η ώρα να φύγουμε.
Τζάμπα καρπούζι, είπ' ο μεσόκοπος κι εσύ έδωσες τη δραχμή σου ν' αγιάσεις.
- Ήμαρτον, Θέ μου, αναστέναξε μια γυναίκα. Ήμαρτον και μην τον ακούς.
Ο γκρεμός κάτω έχασκε πάντοτε, ο άη Γιώργης ο Σεληνάρης, δε θύμωνε, πιστεύανε, δεν πιστεύανε, τους περνούσε.
Μπήκαμε τώρα στον κάμπο. Ο κάμπος έφτανε ως τα βουνά που κλείνανε τον ορίζοντα, δεξιά βουνά, αριστερά βουνά, βουνά στο βάθος. Αναμεσά τους η γη κυλιότανε σ' ενα χαλί καταπράσινο, ναρκωμένη στη μεσημεριάτικη ζέστη. Οι ελιές σμίγανε τ' αμπελοκλήματα, οι τόνοι του πράσινου συνθέτανε απϊθανους χρωματικούς συνδυασμούς σ' ένα πίνακα που τον πλαισίωναν βουνά, άλλα σπανά κι αφιλόξενα, ο Σταυρός γυμνός απ' την κορφή ως τη μέση, η Καβαλαρά καταπράσινη να ξεχωρίζουν με μόνο στην κορφή οι μαδάρες. 
Στο βάθος ο πίνακας είχε τόνους διάφορους. Κόκκινα κι άσπρα ξεχωρίζανε τα σπίτια της, καταμεσής στον κάμπο λιαζότανε η Νεάπολη και να ξεχωρίζει η εκκλησιά με βαμμένους τρούλους.
- Είναι για τη Λατσίδα κανείς; 
Είναι για τη Βουλισμένη;
Κανείς; 
Τότε τραβάμε ίσια για τη Νεάπολη.
Κατεβήκαμε για καλά είμαστε πια στον κάμπο του Μεραμπέλλου. 
Τα πρώτα σπίτια φανήκανε, ο δρόμος στη ζέστη του μεσημεριού ήταν έρημος. Η μεγάλη πλατεία λαγοκοιμότανε νανουρισμένη απ' τα τζιτζίκια.
Κατέβηκα και κοίταζα σα χαμένος. Διψούσα. Ήμουνα μόνος όθε ξεκίνησα. Οι ρίζες με τραβούσανε σε τούτα τα χώματα. Τα χώματά μου...



ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΙΑΛΟΥΡΑΚΗΣ (1921-1987)



Ο κριτικός και πεζογράφος Μανώλης Γιαλουράκης (1921-1987) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου και έζησε μέχρι το 1965. 
Για πολλά χρόνια εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην αλεξανδρινή εφημερίδα "Ταχυδρόμος". Το 1965 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Έγραψε μυθιστορήματα, δοκίμια και ταξιδιωτικά για τα οποία και διακρίθηκε.
Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο, για το ταξιδιωτικό του έργο "Κρήτη" (1960) και για το βιβλίο "Καβάφης, από τον Πρίαπο στον Μαρξ" (1975). 
Στον τόπο καταγωγής του, τη Βουλισμένη της Κρήτης, έχει δημιουργηθεί προς τιμήν του η "Γιαλουράκειος Βιβλιοθήκη".

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

"Ζωή, θάνατος και προσευχή στον Αναύλοχο" το θέμα της Dr.Gaignerot - Driessen στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών!

Τα σπίτια που φτιάχνονται στο Βραχάσι

Ο Βραχασώτης ποιητής Μπαμπασομανώλης για τον αποκλεισμό του Νομού μας από τις Πανεπιστημιακές Σχολές!!!

Γειτόνεμα στην Καραπιδιά!

Το ερασιτεχνικό ψάρεμα τα παλιά χρόνια

Η αποικία, ο μόλος και οι δημόσιες σχέσεις...

Σαν σήμερα "έφυγε" ο Ελευθέριος Πλατάκης

Το NATURA 2000 για το Σελλινάρι

H απάντηση της παραιτειθείσας συμβούλου στον Πρόεδρο Γ. Φθενάκη