Τα κάλαντα στο Βραχάσι



Του 
Μαρίνου Παραβολιάση


Πήγαινα στην πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν άρχισα να λέω τα κάλαντα.
Ο αδελφός μου, ο Γιώργης, σαν μεγαλύτερος είχε ξεκινήσει πιο μπροστά αλλά πήγαινε μόνο στους συγγενείς. Ντρεπότανε λίγο και περίμενε να μπω και εγώ στην διαδικασία αλλά και πάλι δεν ερχόταν σε όλα τα σπίτια, που πήγαινα εγώ. Κάθε χρόνο, λοιπόν, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, το Σάββατο του Λαζάρου και την μεγάλη Παρασκευή, λέγαμε τα κάλαντα.
Τα βρήκαμε γραμμένα σε ένα βιβλιαράκι και τα μαθαίναμε απέξω.
Παίρναμε ένα μπουκάλι μεσοκαδιάρικο και ένα χωνί μικρό και βγαίναμε στην γύρα.
Εγώ γυρνούσα όλο το χωριό και πήγαινα σε όλα τα σπίτια. Όλες οι γυναίκες μας άνοιγαν την πόρτα και έπρεπε να τα πούμε όλα και χωρίς λάθος.
Μετά μας έβαζαν λίγο λάδι από το λαδικό, που είχαν για μαγείρεμα στο μπουκάλι. Αρκετές γυναίκες μας έδιναν και ένα τσουρεκάκι, το οποίο το τρώγαμε επί τόπου.
Μόλις γέμιζε το μπουκάλι, το πηγαίναμε στου Κωστάκη, στην Απάνω Βρύση, στον πλάτανο, το αδειάζαμε σε μια ντενέκα, που είχε γι αυτό το σκοπό, μας έδινε δύο δραχμές και πηγαίναμε για να το ξαναγεμίσουμε. 
Αν θυμάμαι καλά, το κιλό το λάδι τότε έκανε οκτώ δραχμές. Τώρα γιατί ο Κωστάκης μας έδινε δύο δραχμές στην μισή οκά, που ήταν περισσότερο από μισό κιλό, δεν μπόρεσα ποτέ, να το καταλάβω. Εν πάση περιπτώσει, την πρωτοχρονιά εγώ γέμιζα και πέντε μπουκάλια. Υπήρχε βέβαια, λόγος που θα αναφέρω παρακάτω.
Στα άλλα κάλαντα, τα μπουκάλια ήταν λιγότερα αλλά πάντα πάνω από δύο. Είχα μια γειτόνισσα, που της έλεγα τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς μέχρι και τρεις φορές. Μου είχε πει, «όταν το μπουκάλι θέλει λίγο να γεμίσει, να έρχεσαι να μου τα λες, να σου το απογεμίζω». 
Όταν ήμουν μακριά, δεν πήγαινα αλλά τις περισσότερες φορές την είχα σίγουρη. Αυτό, βέβαια, μόνο στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. Γιατί η μάνα μου, μας είχε μάθει τα πεδιαδίτικα κάλαντα, τα οποία είναι πάρα πολύ ωραία. Από τότε που είμαστε μικροί, μας τα έλεγε συνέχεια, μέχρι που τα μάθαμε. Αξίζει, νομίζω, τον κόπο να τα διαβάσει και γιατί όχι να τα μάθει κανείς. 

ΚΡΗΤΙΚΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

Σήμερον είναι αρχιχρονιά, σήμερο αρχή του χρόνου
Που εγεννήθει ο Χριστός, στη γη να περπατήσει
Και εκεί που περιπάτησε, χρυσό δεντρί εβγήκε
Χρυσά ήταν τα κλωνάρια του, και ολάργυρη η κορφή του
Ποκάτω η ποδίτσα του, γράμματα είχε γραμμένα
Παπάδες τα ανεγνώθανε, διάκοι καλοναρχούνε
Και τα μικρά διακόπουλα, στέκουν και σωντηρούνε
Και ο Κύριος απ’ την ανατολή, στέκει και σωντηράτα
Και παίρνει τα και πάει τα, πέρα στο περιγιάλι
Βρίσκει τον Κύριο Βασιλειό, που κάνει το ζευγάρι
Καλώς τα κάνεις Βασιλειό, καλό ζευγάρι έχεις
Καλό το λέει ο αφέντης μου, καλό και ευλοημένο
Απού το βλόησε ο Χριστός, με το δεξί του χέρι
Με το δεξί με το ζερβί, με το μαλαματένιο
Να σε ρωτήσω Βασιλειό, τι σπέρνεις την ημέρα;
Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε
Ταγή και ρόβι δεκοκτώ, και απονωρίς στο στάβλο
Μα ήταν το αλέτρι του λυγιά, και ο ζυγός του δάφνη
Ως και τα πανωζεύλια του, βασιλικού κλωνάρι.
Μα επώπαμε του κύρη μας, να πούμε τση κεράς μας
Κερά μαρμαροτράχηλη, και φεγγαρομαγούλα
Που εφόριες το ποκάμισο, πολύ από ένα μήνα
Και πάλι απάνω σου έλαμπε, νεραϊδοποταμίδα
Κερά, τα παπουτσάκια σου ειν ξεπαραλυμένα
Και στείλε τα στη Βενετιά, να σου τα ξαναράψουν.
Μα επώπαμε και τση κεράς, να πούμε και τση βάγιας
Πιάσε βαγίτσα το κερί, πιάσε και το δευτέρι
Και κάτσε και λογάριασε, είντα θα μας σε φέρεις
Φέρε πανέρια κάστανα, πανέρια λευκοκάρια
Και φέρε και γλυκό κρασί, να πιούν τα παλικάρια
Για απάκι, για λουκάνικο, για από πλευράς κομμάτι
Για από τον πόδα του βουτσού, να πιούμε μια γεμάτη
Και από τη μαύρη όρνιθα κανένα αβγουλάκι
Και αν τόκαμε και η γαλανή γίνονται ζευγαράκι
Άνοιξε μπλιό την πόρτα σου όμορφη περιστέρα
Και αν είναι με το θέλημα, να πούμε καλησπέρα
Μα επά που εκαλαντίσαμε, καλά μας επληρώσαν
Καλά νάναι τα τέλη τους, και τα ποδώματά τους
Και αν έχουν και μικρό παιδί, στη σέλα καβαλάρη
Να σει το μανικάκι του, να πέφτει το λογάρι
Να το μαζώνει η μάνα του, νάχει χαρά μεγάλη
Να το μαζώνουν βασιλείς, να κάνουν δακτυλίδια
Ως και τα βασιλόπουλα, για τα παρανυχίδια.
Και εις έτη πολλά.

Όλο αυτό το υπέροχο ποίημα λεγόταν τραγουδιστά και ήταν απόλαυση και να το τραγουδάς και να το ακούς. 
Γι’ αυτό η γειτόνισσα ήθελε να της τα λέω πολλές φορές.
Μας είχε μάθει βέβαια και ένα σωρό άλλα ποιηματάκια η μάνα μου, που τα περισσότερα τα λέγαμε τραγουδιστά. 
Όπως αυτό, που περιγράφει την συντηρητικότητα μιας εποχής, που η κόρη έπρεπε να είναι άσπιλη και αμόλυντη μέχρι να παντρευτεί, σε βαθμό υπερβολής τις περισσότερες φορές.

Μια κόρη αθούς εμάζευε και αθούς εκορφολόγα
Να κάνει πέτσες με τσανθούς, μαντήλια με τα ρόδα.
Και ο βασιλιάς επέρναγε από λαγού κυνήγι
Ζευγάρι ρόδα της ζητά και τέσσερα του δίδει.
Κι η μάνα της την είδενε από το παραθύρι.
Μωρή βρωμιά, μωρή σκυλιά, μωρή μαγαρισμένη
Που έχεις δώδεκα αδερφούς και οι δώδεκα αντρειωμένοι.
Μα εδά έρχονται και οι δώδεκα την κόρη μαντατεύουν
Ο Γης της κόλλα με πηλό, ο άλλος με το χαλίκι
Και η μάνα της της, κόλλανε με το χρυσό βαγί της
Και η αδελφή της, το Καλλιό, με ένα κομμάτι κλίμα
Γιατί την ελυπούντανε την πεντακακομοίρα.

Αυτό τραγουδιστά λεγότανε στο ρυθμό του Ερωτόκριτου.
Είχαμε κατά καιρούς κάνει απόπειρα, να συνεταιριστούμε με τους φίλους μας, για να λέμε τα κάλαντα, αλλά διαπιστώσαμε ότι ήταν ασύμφορο. 
Όταν πηγαίναμε δύο μαζί, μας έβαναν από λίγο λάδι στον καθένα. Όταν πήγαινε ένας ένας, μας έβαζαν ολόκληρη την δόση στον καθένα.
Έτσι λοιπόν, περίμενε ο ένας να τελειώσει ο προηγούμενος, για να πάει και αυτός να τα πει.
Ήταν και δυο ή τρεις που μας έδιναν λεφτά, δηλαδή ένα πενηνταράκι ή στην καλύτερη περίπτωση μία δραχμή.
Η χαρά μας τότε δεν περιγράφεται. 
Στα λεφτά που συγκεντρώναμε από το λάδι, είχαμε δικαιοδοσία σε μία ή δυό δραχμές και τα άλλα τα βάναμε στον οικογενειακό κορβανά γιατί οι ανάγκες ήταν πολλές. 
Αυτό πάντως, που δεν κατάλαβα, ήταν γιατί ο Κωστάκης μας έδινε δυό δραχμές στο μπουκάλι της μισής οκάς, ενώ το κιλό το λάδι έκανε οκτώ δραχμές.

Μαρίνος Παραβολιάσης

-------


Σημείωση Σύνταξης Ιστολογίου: 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί προδημοσίευση, από το βιογραφικό βιβλίο του Μαρίνου Παραβολιάση, που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου εμπιστευθεί για δημοσίευσή του στο Ιστολόγιο ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ.
Τον ευχαριστώ θερμά και του εύχομαι Καλές Γιορτές και να είναι πάντα υγιής δημιουργικός.
Κάθε φορά που ένας νέος συνεργάτης παρουσιάζεται για να μας περιγράψει στιγμές από τη Βραχασώτικη ζωή, αισθάνομαι ότι το Ιστολόγιο δικαιώνει το ρόλο του.

Ν.Ι. Βλάχος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

Εξαφανίστηκε και αναζητείται 60χρονος άνδρας

Στο Σίσι μια από τις μεγαλύτερες ανασκαφές στην Ελλάδα!

Ο πολύχρωμος γάμος στο Σίσι κόστισε 1 εκατ. δολάρια

Οι τέσσερις ναυαγοί σφουγγαράδες από την Κάλυμνο στο Σίσι

Υπογράφουμε για να τρέξει ξανά η Απάνω Βρύση στο Βραχάσι

Η εκπληκτική ιστορία ενός ήρωα που σκότωσαν οι Ναζί στο Σίσι

Πρόταση βόμβα! Αεροδρόμιο στο Σίσι!

Ιωάννης Τζιρβελάκης: "Με αφορά γιατί έχω συνείδηση"! (Uptaded)

Παιδιά ενός κατώτερου θεού στο Σχολείο στο Σίσι;