《ΤΟΥΤΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ...》


Του 
Πρωτ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη

Μόλις, με τη χάρη του πανάγαθου Θεού, περάσαμε την ευλογημένη περίοδο του αγίου Δωδεκαήμερου, που ενώνει τις  δύο μεγάλες δεσποτικές Γιορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων. Δώδεκα ημέρες εορτάσιμες, καταλύσιμες εις πάντα, εκτός από την παραμονή των Θεοφανείων που έχομε νηστεία, όχι για να πιούμε μεγάλο αγιασμό αλλά για να τιμήσομε την μεγάλη εορτή, που καταδέχθηκε ο αναμάρτητος Κύριος να βαπτισθεί, ως άνθρωπος, παίρνοντας «δούλου μορφήν» - «τη παλάμη του δούλου χειροθετούμενος» -, ο «τα πάθη του κόσμου ιώμενος» !
Άλλωστε, ο μεγάλος αγιασμός δεν τελείται μόνο την ημέρα των Θεοφανείων. Τελείται και την παραμονή, η οποία λέγεται και ημέρα των Φώτων, γι’ αυτό  και τα παλιά τα χρόνια γέμιζαν τα σοκάκια από παιδιά, που με τις παιδικές τους φωνές, έβγαιναν να «καλαντίσουν» και να υπενθυμίσουν στον κόσμο, πως «Σήμερο ’ν τα Φώτα κι ο φωτισμός, και χαρά μεγάλη κι αγιασμός…» 
Όλες αυτές οι ημέρες συναριθμούνται στις μεγάλες Γιορτές της χριστιανοσύνης, που μαζί με τις Γιορτές του Πάσχα και του Δεκαπενταύγουστου, είχανε μια ξεχωριστή γλύκα, που την σμίλευαν σιγά-σιγά όλο τον υπόλοιπο καιρό η βαθιά πίστη, η ευλάβεια, η νηστεία και η κρυφή προσμονή. Τότε, που ο άνθρωπος είχε βάλει σύνορα στη ζωή του. Την τεχνουργούσε κυριολεκτικά με όλα τα αγνά συναισθήματα της κοινωνικής συνεκτικότητας, της  οικογένειας και της φιλίας. Την ομόρφαινε και τη γιόρταζε με πραγματική ιερότητα. Ήξερε πότε ήταν σκόλη και πότε καματερή. Γι’ αυτό και περίμενε αυτές τις χρονιάρες μέρες. Να σμίξουνε στο κοινό τραπέζι της συντροφικότητας και της αγάπης συγγενείς, φίλοι, σύντεκνοι, γνωστοί κι αγαπημένοι κι ακόμη κόνευε τους περαστικούς και τους ξενομπάτες. Να ’ρθουν και οι ξενιτεμένοι για να αναθερμάνουν  τις μνήμες, τα αγνά βιώματα, την ελπίδα. Ένα παλιό ξεχασμένο τραγούδι της τάβλας θα μας ξαναθυμίσει:

«Τούτες οι μέρες τό  ’χουνε τούτες οι γ’ εβδομάδες,
κι απούχει φίλο τον καλεί, δικό τον περμαζώνει,
κι απούχει   αγάπη στα μακριά, γράφει γραφή και πέμπει…»

Ένα ερώτημα που αναδύεται όλες αυτές τις ημέρες των εορτών είναι: πώς προκύπτει μια εορτή; Το ερώτημα το θέτει στην εφημερίδα «Καθημερινή» ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς  και απαντά: «Το καταγωγικό γεγονός (δηλαδή η γιορτή) πρέπει να είναι έκρηξη συλλογικής χαράς και η χαρά να αναβιώνει κάθε επέτειο της πρώτης έκπληξης». Είναι όμως έτσι τα πράγματα στην Ελληνική πραγματικότητα; Δυστυχώς! «Σήμερα στην  Ελλάδα θα στήναμε γιορτή, αν κάπου στο υπέδαφος της γης μας εντοπιζόταν κοίτασμα πετρελαίου ή φλέβα χρυσού. Το χρήμα μας δίνει χαρά, το χρήμα θα το γιορτάζαμε.
Κάποτε ο ελληνικός ή εξελληνισμένος κόσμος, γύρω από τη Μεσόγειο, κυνηγούσε άλλες χαρές. Πάλευε να βεβαιωθεί αν και κατά πόσο ενδέχεται ΄΄απαθανατίζειν το θνητόν΄΄, ΄΄μετασχείν αθανασίας το ανθρώπινον γένος΄΄, ΄΄της αθανασίας μεταλαμβάνειν΄΄. Και ΄΄αθανασία΄΄ δεν σήμαινε απεριόριστη παράταση του βίου ή κάποιαν άσαρκη συνέχιση της ύπαρξης στον εφιάλτη ενός γραμμικά ατέλειωτου χρόνου. Αθανασία σήμαινε ελευθερία της ύπαρξης από τις αναγκαιότητες που επιβάλλει η προκαθορισμένη ΄΄φύση΄΄ ή ΄΄ουσία΄΄ του κάθε υπαρκτού, ελευθερία από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο».
Σ’ αυτόν τον κόσμο κατέφθασε το άγγελμα της Γιορτής και της χαράς. Όχι με την παιδεία του Σωκράτη, του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη, αλλά με το πρόσωπο Εκείνου, που έγινε  πρόξενος αυτής της Γιορτής και της χαράς. Είναι ο προαιώνιος Θεός Λόγος, που «άσαρκος ών, εσαρκώθη εκών», φανερώνοντας έτσι την αγάπη Του, ως κορύφωμα της ελευθερίας Του, για να μας μπολιάσει στη δική Του ζωή της αθανασίας.  Κι αυτή τη Γιορτή τη γιόρταζε ο Έλληνας, επί αιώνες, ως γιορτινή έκρηξη χαράς στις γιορτές και στα πανηγύρια του και πιστοποίηση σχέσης και συντροφικότητος και αγάπης.  
Σήμερα όλα έγιναν φτωχά,  αλλοτριωμένα και άνοστα. Η θεσμοθετημένη επέτειος της Γιορτής των Χριστουγέννων κατέληξε σε ανούσιους αυτοσχεδιασμούς ή ψευτοσυναισθηματικές επαναλήψεις μιας παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας. Χωρίς τη ζεστασιά της οικογενειακής ομορφιάς και της παιδικής αθωότητας. Το ίδιο και η εορτή των Θεοφανείων. Είναι το ακροτελεύτιο ενός κοσμικού πανηγυριού φολκλορικού ενδιαφέροντος, εισοδευτικού στις εργασιακές μας ενασχολήσεις και καταδύσεις στην καθημερινότητα με την απουσία του σταυρού, που χάνεται μέσα στα θολά νερά της φθαρτότητας του χρόνου, χωρίς τη ζωοφόρο πνοή του επιφανέντος Χριστού.
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο πολύχρωμος γάμος στο Σίσι κόστισε 1 εκατ. δολάρια

Οι τέσσερις ναυαγοί σφουγγαράδες από την Κάλυμνο στο Σίσι

Πρόταση βόμβα! Αεροδρόμιο στο Σίσι!

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κνωσσό, στη Φαιστό, στα Μάλια και στο Σίσι και ο Μύθος του Λαβύρινθου

Πρόσκληση κάθε Τετάρτη του Ιουλίου για να επισκεφθούμε τον Αρχαιολογικό χώρο στο Σίσι!

H Σφίγγα του Αναύλοχου!!

Τέσσερα γεροντάκια στο καφενείο...

Το Σελλινάρι πριν μισό αιώνα περίπου με τη φωτογραφική μηχανή ενός Αμερικανού...

«Χρέος, υπερηφάνεια, πίκρα, παράπονο, συγκίνηση!!»

Emile-Honoré Destelle καταγράφει στο ημερολόγιό του την επίσκεψή του στο Βραχάσι περί τα 1900!!!