Ο Χαράλαμπος Παχυγιαννάκης και οι τρεις γιοί του

Ο Χαραλαμπονικόλης
και  η σύζυγός του Ευθαλία

Ο Χαράλαμπος(προπάππους μου) είχε την καταγωγή του από την Μίλατο.
Γεννήθηκε γύρω στο 1850 από φτωχική εργατική οικογένεια.
Ήλθε στο Βραχάσι σε ηλικία 20 ετών, όπου έκανε δύο γάμους, μιά και η πρώτη του γυναίκα πέθανε πολύ νωρίς.
Απέκτησε τρία παιδιά τον Μανόλη (Χαραλαμπομανόλη) από τον πρώτο γάμο και τους Νικόλαο (Χαραλαμπονικόλη) και τον Γιάννη(Χαραλαμπογιάννη) από τον δεύτερο.
Στα χωριά την εποχή αυτή συνήθιζαν για τα αγόρια, να βάζουν το όνομά τους να ακολουθεί το όνομα του πατέρα. Είναι του Χαραλάμπη γιός έλεγαν.
O Eμμ. Χαρ. Παχυγιαννάκης ή 
Χαραλαμπομανόλης, 
ετών 90
(Ιούνιος 1958. Φωτο: Βραχασώτικο Σπίτι)
Ο πρώτος γιός ο Χαραλαμπομανόλης απέκτησε έναν γιό τον Γεώργιο Παχυγιαννάκη, επί πολλά χρόνια διαχειριστή στον ελαιουργικό συνεταιρισμό Βραχασίου και επί τέσσαρες τετραετίες Κοινοτάρχης του Βραχασίου.
Εγγονός του Χαραλαμπομανόλη ο παπά Βαγγέλης εξαίρετος ιερέας και ικανότατος αγιογράφος με δυνατή πένα. Πιστεύω, ότι στο μέλλον, εάν ακόμη δεν το έχει πράξει, να ασχοληθεί με τον παππού του, που από κοντά γνώρισε και έζησε και ασφαλώς γνωρίζει πολλά περισσότερα από εμένα.
Εγώ θα ασχοληθώ με τα δύο άλλα παιδιά τον Χαραλαμπονικόλη παππού μου και τον Χαραλαμπογιάννη γείτονα που έτυχε να τους γνωρίσω και να τους ζήσω από κοντά.
Τα δύστυχα παιδιά όπως μου εξιστόρησαν έζησαν και ανδρώθηκαν μέσα σε μια τουρκοκρατούμενη άσχημη εποχή.
Συχνά γινόταν εξεγέρσεις των σκλαβωμένων κατά των Τούρκων κατακτητών που ενίοτε κατέληγαν σε μεγάλες καταστροφές και αιματοχυσίες.
Τα χρόνια πέρασαν η κατάσταση άλλαξε προς το καλύτερο, χωρίς ακόμη να έλθει η λευτεριά. H τουρκοκρατία και τα χαρέμια εξακολουθούσαν να τυραννούν τους δύστυχους ραγιάδες. Ο δεύτερος γιός ο Χαραλαμπονικόλης σε ηλικία 13 ετών παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του Ευθαλία Ροβιθάκη 12 ετών για να μην την πάρουν οι Τούρκοι στο χαρέμι μια και ήταν αρκετά όμορφη πράγμα που ζητούσαν οι τουρκαλάδες. Απέκτησαν τρία παιδιά, την Μαρία Ιεραπετρίτη μητέρα μου και τους Μανώλη και Χαράλαμπο Παχυγιαννάκη.
Τα αγόρια σπούδασαν δημοδιδάσκαλοι, διορίστηκαν στην Θράκη και την Μακεδονία, όπου παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένειες. 
Η μητέρα μου παρέμεινε στο χωριό βοηθώντας με τον σύζυγό της τους γέροντες γονείς τους.
Ο Χαραλαμπονικόλης παππούς μου από μικρός μπήκε στα βάσανα. 
Όσο τον θυμάμαι καθημερινά έτρεχε στα χωράφια και τους κήπους άλλοτε να ποτίσει με το γεράνι τις πορτοκαλιές στο Μαρίνακα και άλλοτε μέσα στα κρύα του χειμώνα να οργώνει τα λιγοστά δικά μας χωράφια άμα και του Λεμπιδαριστή που είχε υποχρέωση.
Στο λιομάζωμα πρώτος αυτός ανέβαινε σαν σπουργίτης επάνω στις ελιές για να ρίξει τις ελιές με την κατσούνα.
Μαζί ασφαλώς τον ακολουθούσε όλη η οικογένεια,  η γιαγιά και οι γονείς μου. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε σχολείο. Το μεσημέρι βρίσκαμε ένα πιάτο φαγητό που η μητέρα μας είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ . Τα πιο δύσκολα χρόνια ήταν αυτά του πολέμου και της Ιταλο-Γερμανικής κατοχής
Ο παππούς Νικόλης εκτός από δουλευταράς, ήταν και καλός οικογενειάρχης , αγαπούσε και προστάτευε τα παιδιά του. Κάποτε όταν τα παιδιά του ήσαν μικρά του συνέβη ένα τρομακτικό γεγονός.

Η μητέρα μου, τα αδέλφια της, η οικογένεια Ταμπουρατζή κι εγώ

Ο μεγαλύτερος γιός του ο Μανόλης πήγε να κάνει μπάνιο στην Αγία Βαρβάρα που ήταν το μετόχι μας. Πήρε παρέα τον αδελφό του Χαράλαμπο και κατηφόρισαν για τη θάλασσα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη τόσο που σε τράβαγε να την απολαύσεις. Τα παιδιά έπεσαν και για αρκετή ώρα απόλαυσαν την ομορφιά της. Κάποια στιγμή ο Μανόλης βλέποντας την ηρεμία της και πλανεμένος από τα θέλγητρά της θέλοντας να δοκιμάσει και τις δυνατότητές του στην κολύμβηση ξεκίνησε για το μικρό νησάκι. Το λέγαμε μικρό γιατί ήταν 4-5 τετραγωνικά μέτρα εν σχέση με το μεγαλύτερο που ήταν στην ίδια περιοχή.
Σε λίγη ώρα πλατσουρίζοντας και παίζοντας με τα νερά βρέθηκε να κάθεται πάνω στο νησί χαρούμενος για το κατόρθωμά του.


Ο παππούς, η μητέρα μου, εγώ και η οικογένεια Ταμπουρατζή

Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει μαγεμένος από την ομορφιά της θάλασσας, Η χαρά του όμως δεν κράτησε για πολύ μια και ο καιρός χάλασε η θάλασσα φούσκωσε και τα κύματα που σηκώθηκαν σκέπαζαν το νησάκι. Τότε άρχισαν τα δύσκολα. Τα κύματα και η μαυρίλα της περιοχής από το μεγάλο βάθος του στέρησαν το θάρρος να κολυμπήσει προς την στεριά. Άρχισε τότε να φωνάζει για βοήθεια, αλλά ποιος να τον βοηθήσει . 
Ο Χαράλαμπος έτρεξε και φώναξε τον πατέρα του και αυτός μια και δεν ήξερε μπάνιο ξεσήκωσε τους Αγιοβαρβαρώτες και όλοι μαζί έτρεξαν για να σώσουν το παιδί. Δυστυχώς δεν κατάφεραν να το επιχειρήσουν μια και η θάλασσα είχε αγριέψει. Τότε αποφάσισε ο παππούς να πάει στη Μίλατο και να βρει κάποιο βαρκάρη νάρθει και να τον βγάλει. Έτσι και έγινε. Η βάρκα ήλθε ύστερα από 4 ώρες.
Το μεγάλο αυτό διάστημα οι συντοπίτες προσπαθούσαν να τον απασχολούν και να τον εμψυχώνουν δίνοντάς του κουράγιο, ότι σύντομα θα έλθει η βάρκα και θα τον σώσει. Ο έμπειρος βαρκάρης πλησίασε με προσοχή το νησάκι τον πήρε και τον μετέφερε στην στεριά δίνοντας αίσιο τέλος στο επεισόδιο .
Τέλος καλό όλα καλά.
Ο τρίτος γιος ο Χαραλαμπογιάννη παντρεύτηκε δύο φορές, έμοιασε του πατέρα του. Από τον πρώτο γάμο του απέκτησε δύο γιούς τον Μανώλη και το Γιώργο ενώ από τον δεύτερο δεν ευτύχισε να δει απογόνους.
Τον καιρό της κατοχής ασχολιόταν και αυτός με τις γεωργικές εργασίες, μα και παράλληλα ασχολιόταν με διάφορες δικές του επινοήσεις που του επούλωναν τις ανάγκες της ζωής. Και τι δεν έφτιαχνε!


Ο Χαραλαμπογιάννης, ο Μανόλης και Χαράλαμπος Παχυγιαννάκης και ο Γ. Ταμπουρατζής

Κατ’ αρχάς, ως γέρος που ήταν, είχε χάσει τα δόντια του κι έτσι δυσκολευόταν πολύ στο μάσημα της τροφής. Τι έκανε λοιπόν; Βρήκε ένα ξύλο σκληρό και πελεκώντας το σιγά σιγά και με συνεχές μέτρημα κατόρθωσε να φτιάξει μια μασέλα ( σιαγώνα) άριστη στην εφαρμογή και στο μάσημα, λύνοντας έτσι το πρόβλημά του.
Δεν έφτανε μόνο αυτό. Από ξύλο έφτιαξε και χτένι για τα μαλλιά, ενώ επιδιόρθωνε παλιά άχρηστα παπούτσια βάζοντας σόλες από ξύλο.
Έφτιαξε επίσης συσκευή που βάζοντας μέσα φυτό λινάρι και κτυπώντας το έμεναν οι ίνες και έφτιαχνε μ’ αυτές υφαντό ύφασμα στον αργαλειό.
Φορτώματα για τα γαϊδούρια δεν υπήρχαν. Έκοβε βούρλα και χτυπώντας τα μ΄ έναν κόπανο ή με τη συσκευή για το λινάρι, που είχε φτιάξει, έμεναν οι ίνες, με τις οποίες, πλέκοντάς τις, έκανε σχοινιά.
Θα κατασκεύαζε πολλά περισσότερα χρήσιμα και ωφέλιμα μικροπράγματα, εάν δεν έχανε και τα δυο του μάτια από μια απερισκεψία του.
Πήγε στο χωράφι να κόψει ξύλα και χτυπώντας με το μανάρι(τσεκούρι) του το ξύλο, πετάχτηκε ένα μικρό κομμάτι και του καρφώθηκε στο μάτι. Δεν έδωσε σημασία, ώσπου σ’ ένα μήνα το μάτι έπιασε πύον και άρχισε να σαπίζει. Πήγε τότε στο γιατρό για να του το γιατρέψει. Δυστυχώς όμως ο γιατρός του είπε:
-Το μάτι πρέπει να αφαιρεθεί για να μη χαλάσει και το άλλο. Χρειάζεται εγχείρηση και θα κοστίσει και τόσα χρήματα.
- Ακούς; Να μου βγάλεις το μάτι και να σε πληρώσω κιόλας! του λέει ο μπάρμπα- Γιάννης.
Έφυγε και σε λίγο καιρό έχασε και το άλλο μάτι. Δεν στενοχωρήθηκε όμως και πολύ!
- Στην άλλη ζωή εμείς οι αόμματοι θα έχουμε τέσσερα μάτια !
Έλεγε, ανακουφισμένος.

Γιώργος Ιεραπετρίτης
23/12/17
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Ο πολύχρωμος γάμος στο Σίσι κόστισε 1 εκατ. δολάρια

Οι τέσσερις ναυαγοί σφουγγαράδες από την Κάλυμνο στο Σίσι

Πρόταση βόμβα! Αεροδρόμιο στο Σίσι!

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κνωσσό, στη Φαιστό, στα Μάλια και στο Σίσι και ο Μύθος του Λαβύρινθου

Πρόσκληση κάθε Τετάρτη του Ιουλίου για να επισκεφθούμε τον Αρχαιολογικό χώρο στο Σίσι!

H Σφίγγα του Αναύλοχου!!

Τέσσερα γεροντάκια στο καφενείο...

Το Σελλινάρι πριν μισό αιώνα περίπου με τη φωτογραφική μηχανή ενός Αμερικανού...

«Χρέος, υπερηφάνεια, πίκρα, παράπονο, συγκίνηση!!»

Emile-Honoré Destelle καταγράφει στο ημερολόγιό του την επίσκεψή του στο Βραχάσι περί τα 1900!!!