Ολόκληρο το θαυμάσιο ποιητικό έργο του Αναύλοχου Ρουσιδάκη


Πουλί κι αγρίμι


Του 
Αναύλοχου Ρουσιδάκη





1
Σε περαζόμενους καιρούς, σ’ αλλοτινά σεφέρια,
που φως δεν ήταν πουθενά, δε λάμπανε τ’ αστέρια,
μι’ αγάπη εγεννήθηκε, οπού θα ζει αιώνια
κι όμοια τζη δεν εστάθηκε στον κόσμο τόσα χρόνια.
2
Γ-εις διωματάρης, που ’μοιαζε του ήλιου στη θωριά του,
και του λιγνοκυπάρισσου εις την κορμοστασάν του,
ορέχτηκε μιας λυγερής, που ’χε νεράιδας κάλλη,
που σαν κι αυτή δε βρέθηκε στην πλάση τούτη άλλη.
Εις το καμίνι του Έρωτα επέσαν και καιντήσα,
στα κάρβουνα γυρεύγανε να βρουν δροσάν περίσσα.
Κι εσμίξανε οι δυο καρδιές σε πυρκαγιά μεγάλη,
σ’ έτοια φωτιά ποιος το μπορεί τη χέρα του να βάλλει.
Κρυγιό νερόν ελούζουντο την κάψα να νικήσου,
μα κείνο πλια τσι πύρωνε και πως θα την-ε σβήσου.
Άναψη φέρνει ο έρωτας σ’ όποιον κι αν αγαπήσει,
ποιος καίγεται και δεν πονεί ως το ’χει κάμει η φύση.
3
Ρήγας κακός βασίλευγε σε τούτο-νε τον τόπο
κι ήτο μαρτύριο η ζωή τω δύστυχων αθρώπω.
Αρματωμένους μπόλικους είχε στη δούλεψή του
κι είκαν’ ό,τι ’βανε στο νου κι ήθελ’ η γι-όρεξή του.
Μιαν ταχυνή που γύρευγε κυνήγι μες στα δάση,
επήε και τ’ αντρόυνο, την ώρα να περάσει.
Μα ’ταν τση μοίρας τως γραφτό, από τη μέρα κείνη,
μέσα στο μπέτη τως χαρά σταλιά να μην ’πομείνει.
Γιατί ως τς’ είδ’ ο βασηληός, με την κακιάν επιάστη
και δίχως να τσι λυπηθεί ευτύς τσι καταράστη.
Γεράκι η κόρη εγίνουντο απ’ το πρωί ως το βράδι
και κοπελιά σα νύχτωνε κι είπεφτε το σκοτάδι.
Και κείνος λύκος, καθ’ αργά, είβγαινε στο φεγγάρι,
πάντα κοντά τζη εφύλλασε, άλλος να μην την πάρει.
Μα ’ρχουντο πάλι το πρωί κι άθρωπος ελογάτο,
τέτοιο μαρτύριο φριχτό που ’χαν, ανάθεμά το.
Μα η αγάπη η γι-αληθινή δε σβήνει με τσι χρόνους
κι απού κατέχει ν’ αγαπά αντέχει και σ’ τσι πόνους.
Δίχως κοντάρια και σπαθιά τα κάστρα τα γκρεμίζει,
στάλα τη στάλα το νερό την πέτρα τη ραΐζει.
Οπ’ αγαπά δε γνοιάζεται μηδέ και δε φοβάται,
μα πέφτει μέσα στη φωτιά, χωρίς να συλλογάται.
Κι από θανάτους εκατό καλλιά ’χει να περάσει,
παρά να δώσει η μοίρα του το ταίρι του να χάσει.
Εύκολο κάνει ο έρωντας ό,τι ’ναι μπερδεμένο,
το φοβιτσάρη άθρωπο περίσσ’ αντρειωμένο.
4
Πρικιά ζωήν εκάνασι, μ’ αυτό δε τζι τρομάζει
κι ο νιος για την αγάπη του Χάρο δε λογαριάζει.
Από το νου του επέρασε το Ρήγα να σκοτώσει
κι από τα τόσα βάσανα τσι δυο ν-τως να γλυτώσει.
Στη μέση εζώστη το σπαθί, στη χέρα το κοντάρι
κι είμνωξεν εις τον ουρανό εγδίκηση να πάρει.
Μαύρο φαρίν εσέλωσε κι ευτύς καβαλικεύγει,
δεν τον-ε γνοιάζει η ζωή, το θάνατο γυρεύγει.
Στην αγκαλιάν του απάλαφρα ν-εκράθιε την κεράν του,
σαν την εθώριε εψύγουντο κι επόνιεν η καρδιά του
κι όσο κουράγιο εμπόριενε, τς’ είδινε μη δειλιάσει,
δύσκολη στράταν είπιασε και πως θα την περάσει.
Με το καλό την είπιανε συργουλευτά τσι μίλιε,
μ’ απομονή τς’ αρμήνευγε και την εγλυκοφίλιε.
Δυο μέρες δεν εγύρεψε φαΐ για να δειπνήσει,
μηδέ κρασί, μηδέ νερό τη δίψαν του να σβήσει,
μα πέτανε σαν το πουλί, σα θύελλαν εφύσα
ο-για τα κάλλη τση ξανθιάς που τη ζωήν τ’ ορίσα.
Για την κεράν του εγνοιάζουντο στον κόσμο πλια παρ’ άλλο,
για κείνην είχε στην καρδιά πόνο πολά μεγάλο.
Μα κάθα εις, σαν αγαπά, το ταίριν του λογιάζει
και τη ζωή, για χάριν του, ποτές δε λογαριάζει.
Για την αγάπην του μπορεί και να ποθάνει ακόμη,
μηδέ κι ο Χάρος δε μπορεί να του γυρίσει γνώμη.
Είναι σπαθί ο έρωντας π’ από τη μια σε σφάζει
κι από την άλλη σε καιντά και σ’ τσ’ ουρανούς σε βγάζει.
Είναι ζωή και θάνατος κι όποιος δε νταγιαντίζει,
καλλιά να φύγει αλάργο ν-του για δεν τον κουλαντρίζει.
5
Θρουλί ψωμίν εγύρεψε, την πείνα να ξεχάσει,
κρυγιό νερό για το φαρί και να το ξεκουράσει,
μα η μοίρα του σε βάσανα καινούργια τον-ε βάνει,
σαν εφανήκαν μπιστικοί του βασηλιού στο χάνι.
Μικιό κοπέλι κι άμωχρον είχανε στο κυνήγι
κι ωσάν τ’ αγρίμι εγύρευγε τόπο να βρει να φύγει.
Μ’ αντρειωμένος δε δειλιά, άρματα δε φοβάται,
ρίχνεται μέσα στη μαλιά κι ωσά θεριό βρυχάται.
Ως χύνεται ο αετός τ’ αγρίμι για να πιάσει
και το κρατεί στα νύχια του γερά να μην το χάσει,
ολόρθος εσηκώθηκε και μες στη μάχη μπαίνει
κι οι πλια πολλοί ογλήγορα επέσα λαβωμένοι.
Με το σπαθί στη χέραν του περίσσα ματωμένο
εστράφηκε στου κοπελιού, απού ’χε γλυτωμένο.
Μα ’γραφε κι άλλα βάσανα η μοίρα να παρτίρει,
καημούς και πόνους στη ζωή είχε πολλούς να σύρει.
Χωσμένος μέσα στα κλαδιά ήτονε στρατιώτης
δούλος του Ρήγα, δίμουρος και ξακουστός παιγνιώτης.
Την ώρα που εγύρισε ο νιος και δεν εθώριε,
είφηκε τη σαΐταν του σαν είδε πως εμπόριε
κι εις το λαιμόν εξάμωσε για να τον θανατώσει,
του μαύρου ν-Άδη χάρισμα τέθοιο κορμί να δώσει.
Από ψηλά, το ταίριν του δάκρυα μαύρα χύνει,
στη μέση εμπήκε ετσά κακό να σώσει, να μη γίνει.
Μα ’ταν το βέλος δυνατό φαρμάκι ποτισμένο
και το γεράκιν είπεσε στο χώμα λαβωμένο.
Ο νιος ως είδε το κακό, που ’παθεν η κερά του,
κρυγιό μαχαίρι κοφτερόν εμπήκε στην καρδιά του.
Τρομάμενος εγλάκηξε και μπαίνει μες στα δάση,
για το φονιά τς’ αγάπης του να κάμει να τον πιάσει,
κι οντέ τον είδεν είπιασε στη χέρα το σπαθίν του,
τρόπο να βρει ν-εγύρευγε να πάρει τη ζωήν του.
Μα ’ταν και τούτος στ’ άρματα καλός και κατεχάρης
και δεν εμπόριες εύκολα τη νίκη να του πάρεις.
Επέφτασι κι εσκώνουντο κι ωσά θεριά ’παλεύγα,
ο γ-εις τ’ αλλού το θάνατο με μάνητα ’γυρεύγα.
Είβαλ’ ο νιος στη χέραν του όλη τη δύναμήν του
και το σπαθί εκατέβασε πάνω στην κεφαλήν του.
Κι ο άλλος το σκουτάριν του με τέχνη και με ’ξάψη
είβαλε για να φυλαχτεί την κεφαλή μη βλάψει,
μα το σκουτάριν είσπασε κι εγίνη δυο κομμάτια
κι εβάρηκεν του άσκημα αναμεσός στα μάτια.
Στο χώμα ν-εκυλήστηκε κι εσφάρασε σ’ τσι πόνους,
ετόσην ήτο η ζωή δεν είχεν άλλους χρόνους.
Σαν είκαμε το ’γύρευγε κι εζήτα η καρδιά του
εξάνοιξε για την πληγήν απού ’χεν η κερά του.
Τα γόνατα ελυθήκανε, το βλέμμα του ν-εχάθη,
δεν το ’λπιζε τέθοιο κακό εις τη ζωή να πάθει.
Βαθιά ’τον η λαβωματιά κι ο κίντυνος μεγάλος,
τα μάθια τζης εσβήνανε κι εχάθηκε το κάλλος.
Με κλάημα κι αναστεναγμούς εγλυκοξάνοιγέ τη,
είφηκε χάμαι το σπαθί κι εσφιχταγκάλιαζέ τη,
γιατ΄ ’ήτο κείνος αφορμή τέθοιο κακό να πάθει
κι η κόρη απ’ αγάπανε εψύγη κι εμαράθη.
Καλλιά μαχαίρια εκατό να μπαίνα στο κορμίν του,
παρά να δει ς’ ετσά ζημιά την αγαπά η ψυχή του.
Ο π’ αγαπά δε γνοιάζεται ο-για τον απατόν του,
μα για το ταίριν του ζητά ως και το θάνατόν του.
Πολλές φορές ο έρωντας δοκιμασίες κάνει,
σ’ έγνοιες μεγάλες και δουλιές τσ’ ερωτεμένους βάνει.
Κλώθει ξυφαίνει στ’ αργαλειό κομπώματα μεγάλα,
να δει ποιος ακλουθά πιστά εις τα δικά του ζάλα.
6
Στην αγκαλιά του κοπελιού ’πόθεκε το γεράκι,
λαγούς και λάφια είπεν του να τα περνά στο γλάκι
κι αρμήνεψέν του σα γονιός, ποιο δρόμο θε να πιάσει
κι ογλήγορα να προπατεί να φτάξει πρι βραδιάσει.
Μια μέρ’ αλάργον ήτονε ’πό κείνους-σας τσι τόπους,
ένας καλόγερος σοφός που γιάτρευε τς’ αθρώπους.
Φίλος καλός και δάσκαλος εις τη ζωή του ’στάθη,
το πώς δουλεύουν τ’ άρματα ετούτος του ’χε μάθει.
Στο μοναστήρι του ’βανε όλους τς’ αδικημένους
από του Ρήγα την οργή και τσι κατατρεμένους.
Του βασηλιού δεν του ’ρθενε να κάμει τέτοια πράξη,
να παραβεί τα λόγια του κι ό,τι ’χενε διατάξει
και μια βραδιά πολύ στρατό είστειλ’ αρματωμένο
στο μοναστήρι κι είπεν τως να ’ν’ την αυγή καμένο
κι όλοι εκείνοι που ’σανιε εις τη μονή χωσμένοι,
βρεθήκανε την ταχυνή ωσάν τ’ αρνιά σφαμένοι.
Μα ο γέρος εκατάφερε να φύγει, να γλυτώσει
και τη ζωήν του απ’ του Ρηγός τσι μπιστικούς να σώσει.
Δέκα χρονιές εχώνουντο στο ’να και στ’ άλλο μέρος,
Άνοιξη δεν ξεχώριζε Χινόπωρο γ-ή Θέρος.
Μια σκοτεινήν αργατινή εσκέφτη να γυρίσει,
για να περάσει όσον καιρό του ’πόμενε να ζήσει,
γιατί ’τονε αδύνατον ο βασηλιάς να πέψει
εκειά τς’ αρματωμένους του και να τον-ε γυρέψει.
Με τσι καημούς του συντροφιάν επέρνανε την ώρα
κι αντρειωμένος του ’φερνε μαντάτα ’πό τη χώρα.
Απόφυγε του βασηλιού του σιδερένιο δίχτυ,
μα ο πόνος ήτονε πολύς και στο πιοτόν ερίχτη
και μεθυσμένος καθ’ αργά εκοίτουντο στο χώμα,
χολή φαρμάκιν είσταζε το πρικιαμένο στόμα.
7
Ως είδανε τα μάθια του του γερακιού το χάλι,
φωνή μεγάλην είσυρε κι είπεσ’ από τη ζάλη,
γιατ’ η σαΐτα ήτονε ’πό σίντερο σασμένη,
δαμάκιν από την καρδιά την είχε καρφωμένη.
Προς ώρας δεν εμπόριενε διάφορο να τση κάνει
και μες στο δάσο εγύρεψε, ο-για να βρει βοτάνι
και το σκοτίδιν είπρεπε, να στέκει ν’ ανιμένει,
να γίνει πάλι το πουλί κόρη χαριτωμένη.
Είφυγ’ η μέρα εμίσεψε και το φεγγάρι εβγήκε,
οντέν εγύρισε κι αργά στο μοναστήρι εμπήκε.
Μα ’κειά τον ενημένασι οι μπιστικοί του Ρήγα,
που τσ’ είστειλε σαν το ’μαθε κι αρματωμένοι επήγα
κι εδιάταξε τζι ογλήγορα να κάμουν ό,τι κάμου
–την κόρην απού ’κοίτουντο ήθελε να ξεκάμου-
κι ύστερα καβαλάρηδες στα δάση να γυρέψου,
να βρουν το λύκο αμοναχό, του Χάρου να τον πέψου.
Μα ’κείνος ήτονε κοντά κι ώστε να δει το ταίρι,
πως εκιντύνευγε πολά, τον είκοψε μαχαίρι
κι εχύθηκε σαν άνεμος, ωσά θεριό μουγκρίζει,
τα μάθια του πετού φωθιές, τσ’ οχτρούς του φοβερίζει.
Νύχια και δόντια εμάχουντο, για να τσι θανατώσει
και σα λιοντάρι επάλευγε, την κόρη να γλυτώσει.
8
Μ’ ας τον αφήσομεν αυτό να πολεμά για κείνη,
να πούμε για την έμορφη στο τέλος ίντα ’γίνη.
Είπλυν’ ο γέρος με κρασί, ντελόγο, την πληγή τζη
κι επάσκιζ’, όσο ’μπόριενε, να σώσει τη ζωή τζη.
Με το μαχαίρι ν-είσκισε το μαρμαρένιο μπέτη
και τη σαΐτα ν-είσυρε, αγάλι, κι είβγαλέν τη
κι είβαλ’ απάνω στην πληγή το γιατρικό βοτάνι
κι επαρακάλιε το Θεό γλήγορα να τη γιάνει.
Μ’ ένα πανί την είδεσε σφιχτά, μην ξαιματώσει,
να κλείσει η λαβωματιά κι η νια να δυναμώσει.
Μα ’το σωστό, να στέκουνε, μην τη μετασαλέψου
και το πρωί που θ’ άλλαζε, αλάργο να μισέψου,
γιατ’ ήτο επικίντυνο, πολύ στρατό να πέψει
ο βασηλιός, σαν κλήματα, όλους να τσι κλαδέψει.
Τρεις ώρες επεράσανε, μέχρι να συνεφέρει
η λυγερή, και τη χαρά στα στήθεια ν-τως να φέρει.
Μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό εσάλεψεν εκείνη,
σαν είνοιξε τα μάτια τζη η νύχτα μέρα εγίνη
κι αντρειωμένος ’κράθειεν τη σφιχτά στην αγκαλιάν του,
ελίγον εσταμάτησε το χτύπο ν-η καρδιά ν-του,
γιατί ωστόσο επρόβαλλε ο ήλιος ’πού τα όρη,
γεράκι εγίνη στη στιγμή η ξανθομάλλα κόρη.
Ποτές του δεν επόνεσε όσο την ώρα τούτη
κι είμοιαζ’ αρχόντου που ’χασε το θρόνο και τα πλούτη.
Ως κι αν δεν το ’δειχνεν ο νιος, μέσα η καρδιά του κλαίει,
γιατί υπόφερε πολλά, χωρίς αυτός να φταίει.
Το Ρήγα ορκίστηκε, να βρει ετούτη την ημέρα
και να του δώσει θάνατο με τη δεξάν του χέρα.
Σαν είδε ο γέρος την οργή, που ’χε στο πρόσωπόν του,
τον είπιασε σαν το γονιό απού μιλεί στο γιον του.
9
Λέει, παιδί μου, η μάνητα ποτέ καλό δεν κάνει
και σε φουρτούνες άγριες το νου τ’ ανθρώπου βάνει.
Αγρίμια κάνει τα παιδιά, τσι γέρους κουζουλαίνει
και φέρνει ζάλη και κακιά εις την ψυχή που μπαίνει.
Τη σκέψη κάθε λογικού θολώνει και δε βλέπει
να ξεχωρίζει το σωστό, και κάνει ό,τι δεν πρέπει.
Σαν αγριεύει η θάλασσα, βουνό το κύμα σκώνει,
όξω παλεύγει για να βγει, μα δεν το κατορθώνει,
μα το νερό στον ποταμό πηαίνει όπου χυματίζει,
βρίσκει τ’ αυλάκια κι εύκολα στη θάλασσα πορίζει
κι αν-ε βρεθεί εμπόδιο ομπρός του και στερνιάσει,
βρίσκει το δρόμο απ’ αλλού, για να το ξεπεράσει.
Σαν κουτουλάς την κεφαλή απάνω στο μπεντένι,
αυτή θα πάθει το κακό, μα κείνο δεν παθαίνει
και πρέπει, να ’χεις σύνεργα, μα και να κοπιάσεις,
πέτρα την πέτρα να τη σπας, μέχρι να το χαλάσεις.
Περίσσα, μέσα στην καρδιά, είναι η γι-αντρειά σου,
κατέχεις πώς να πολεμάς, ξετρέχεις τ’ άρματά σου,
μα πρέπει, να ’χεις φρόνηση κι απομονή μεγάλη,
για να κερδίσεις το ζητάς, ν’ αναντρανίσεις πάλι
κι ο Ρήγας είναι πονηρός, τεχνάσματα κατέχει
κι όποιος τα βάλλει με τ’ αυτόν, πρέπει πολλά ν’ αντέχει.
Τούτες τσ’ αρμήνειες του ’δωκε, για να τον ησυχάσει,
μην πέσει μέσα στη φωτιά και τη ζωήν του χάσει.
10
Το νιο, με τσι κουβέντες του, κατάφερε ν’ αρνέψει
κι ήρθεν ο νους στην κεφαλή, καθάρισεν η σκέψη.
Εις το παλάτι του Ρηγός, όλοι μαζί, εκκινήσα,
στη στράταν επηγαίνασι μα προσοχήν περίσσα,
μην τύχει και τσι δου(ν) ποθές, να του το μολοήσου
και να τσι πιάσει αξέγνοιαστους, πριχού καλά κουνήσου,
πούρι δεν ήσανε πολλά τα βάσανα που σύρα,
οι στενοχώριες κι οι καημοί που τόσα χρόνια επήρα.
Και μελετούσανε καλά την κάθε πατουχιάν τως,
να μη φανεί κιανείς οχτρός , ξάφνου, στην προσπαθειάν τως.
Τρεις ώρες προπατούσανε, σα φτάξα σ’ ένα ρυάκι
κι εσταματήσανε, ζιμιό, να ποτιστού λιγάκι.
Σ’ ενούς πλατάνου το σκιανιό ελίγον εκονέψα
κι από του ήλιου την πυρά να δροσιστού γυρέψα.
Τότες, δυο πλουμιστά πουλιά στον ουρανό  ’φανήκα
και για να πιούν κρυγιό νερό στο ρυάκι ’κατεβήκα.
Λειρί ’χανε στην κεφαλή, που ’μοιζε με κορώνα
και με παιγνίδια και χαρές το ’να τ’ αλλού ζυγώνα.
Όμορφα ξόμπλια εκάνανε απάνω τα φτερά ν-τως
κι ο νους τ’ ανθρώπου εγλύκαινε με το κελάηδημά ν-τως.
Ήσαν πολλά τα κάλλη ν-τως και πέρα-πώδε πηαίνα
και τη ζωήν εχαίρουντα σαν τα ερωτεμένα.
’Πο πανωθιό ν-τως ’πέτανε βιτσίλα λιμασμένη
κι εξάνοιγε τα δυο πουλιά πολλά ξαγριγιεμένη.
Εις τη στιγμή ζυγιάστηκε κι εχύθη να τ’ αρπάξει,
ποτές για κείνα η γι-αυγή να μην ξαναχαράξει.
Ντελόγο εσκώθηκεν ο νιος και το σπαθί ν-του εσύρε,
για να γλυτώσει τα πουλιά, την κεφαλή τζη επήρε.
Ο γέρος, ίσαμε να δει το νιο με το σπαθί ν-του
να θανατώνει τ’ άγριο, εχάρηκ’ η ψυχή του.
Τα μάτια ν-του ’χα δει πολλά σε τούτη-νε την πλάση
κι εκάτεχε το κάθε τι το πώς θα το ζυγιάσει,
γιατ’ όπως λένε στο ντουνιά, απού πολλά παθαίνει,
από τα λάθη του θωρεί κι ογλήγορα μαθαίνει.
Ελόγιασε με φρόνεψη και σα σοφός που κρίνει,
το πώς σημάδι απού το Θιο ήτον αυτό που ’γίνη.
Κείνα τα όμορφα πουλιά απού παιζογελούσα,
ο νέος ήτο με τη νια και γλυκοκελαηδούσα
και το λειρί απού ’χανε πάνω στην κεφαλήν τως,
είδειχνε πως ογλήγορα θα ν’ άλλαζ’ η ζωή ν-τως
και η βιτσίλα π’ όρμηξε απάνω ν-τως να δώσει,
ήτον ο Ρήγας που ’θελε να τσ’ αποτελειώσει.
Τη στράτα εβάλανε ν-ομπρός κι επηαίνασι με βιάση
κι εις το παλάτι εφτάξανε, λίγο πριχού βραδιάσει.
Ήρθεν η γι-ώρα η στερνή, να σβήσουν τη φουνάρα,
απού ’ναψε στο μπέτη ν-τως του Ρήγα η κατάρα.
Με γρηγορότη η χέρα ν-του δεξά-ζερβά ν-εχτύπα,
τσι μπιστικούς του βασηλιά, με μάνητα ν-ετρύπα.
Θάνατο δεν ελόγιαζε γιατ’ ήταν πληγωμένος
κι από τσ’ αγάπης το σπαθί βαρά τραματισμένος.
Είχε πληγή απού κιανείς, δε μπόρειε να του γιάνει,
μόνο τση κόρης το φιλί καλά ’θελα την κάνει.
Ο Ρήγας ως τον είδενε εστάθη κι εκομπώθη,
του Χάροντα την αναπνιά εις το λαιμόν τ’ ανοιώθει.
Σαν το λαγό που βάλανε παιγνιώτες στο κυνήγι
και φοβισμένος πολεμά, για να τως-ε ξεφύγει
και λαχταρά να βρει ποθές τόπο, για να τρυπώσει,
να τον-ε χώσου τα κλαδιά και να τως-ε γλυτώσει,
ετσά ’μοιαζε την ώρ’ αυτή κι είτρεμεν η ψυχή ν-του,
μα τρόπο μπλιο δεν είβριχνε να σώσει τη ζωήν του.
Ο φόβος τον εμάρανε, τα γόνατα ’διπλώσα
κι αγριεμένοι όφιδες ετότες τον εζώσα.
Καλά ν-εξάμωσεν ο νιος κι είσκωσε το σπαθί ν-του,
με φόρα το κατέβασε πάνω στην κεφαλήν του.
Ο Ρήγας μετασάλεψε, μα η κοπανιά τον βρήκε
και εις τον ώμο το ζερβό πολλά βαθιά ν-εμπήκε.
Είχενε τόση δύναμη, που ’σπασε τα πλευρά ν-του
και δυο κομμάτια ν-είκαμε την άδικη καρδιάν του.
Ασάλευτος επόμεινε, τα μάτια ν-του ν-εκλείσα,
τα χείλια ν-του σφραγίσανε και δεν ξαναμιλήσα.
Τούτο το τέλος του ’βγαινε σ’ όσα ’χεν καμωμένα,
ο κάθα εις τα έργα του πλερώνει μαζωμένα.
Η μοίρα πλούσους και φτωχούς ποτές δεν ξεχωρίζει,
μ’ ανάλογα τσι πράξες του τον άνθρωπο ζυγίζει.
Τ’ άδικο δεν το εχτιμά, το δίκιο το ξετρέχει
και το καλό και το κακό να ξεμετρά κατέχει.
11
Ως είπεσεν ο βασιλιάς κι ελύθηκ’ η κατάρα,
στα δάκρυά ν-τως φάνηκεν ο πόθος κι η λαχτάρα.
Εκέρδισα τζι κόπους τως, εξανασμίξαν πάλι
κι εδά γροικούν την πεθυμιά στο μπέτη ν-τως μεγάλη.
Εστέκα κι εξανοίγασι στα μάτια ο γ-εις τον άλλο
πολληώρα, δε σαλέψανε, να κάμουν ένα ζάλο.
Είφηκεν τ’ άρματα ν-ο νιος, τα χέρια τζη ν-εφίλιε
και τρεμάμενη φωνή, ψιθυριστά τση μίλιε.
Έντεκα χρόνοι επέρασαν τσι δώδεκα ν-επηαίνα,
που ’σαν τα φυλλοκάρδια ν-τως φαρμάκι ποτισμένα.
Έντεκα χρόνοι που ’σανιε στου χωρισμού τα χέρια,
καθημερνώς τσι σφάζανε του πόνου τα μαχαίρια,
μα ’χανε μέσα στην καρδιά τσ’ αγάπης το βοτάνι,
ετούτο μόνο εμπόριενε τέτοια πληγή να γιάνει.
’Βγάλαν τα μαύρα οι δυο καρδιές και τ’ άσπρα ν-τως ντυθήκα, 
πίκρες καημοί και βάσανα εξελησμονηθήκα.
Ρήγα ν-εκάμασι το νιο ’πό τούτη-νε την ώρα,
να διαφεντεύγει, ώστε να ζει, με φρόνηση τη χώρα.
Λαμπρός ο ήλιος ’πρόβαλλε κι είδε τη θυγατέρα,
δίπλα στο νιο να στέκεται σαν άσπρη περιστέρα.
Ενίκησ’ η γι-αγάπη ν-τως, ό,τι κακό τσι βρήκε
κι είγιανε όλες τσι πληγές, σημάδι δεν αφήκε.
Άνθισε μέσα στην καρδιά, σαν να ’τανε λουλούδι
κι η μυρωδιά τζ’ εγίνηκε στα χείλη ν-τως τραγούδι.
Είν’ η γι- αγάπη ένα δεντρί, που η μοίρα του ’χει ορίσει,
σε δυο καρδιές τσι ρίζες του ν’ απλώνει για ν’ ανθίσει.
Κι άμα θα δέσουν οι γι-ανθοί απού μοσκομυρίζου,
τσι πλια γλυκύτερους καρπούς στον άνθρωπο χαρίζου.

ΑΝΑΥΛΟΧΟΣ ΡΟΥΣΙΔΑΚΗΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις τις τελευταίες 30 ημέρες

Η ιστορία της Μαρίας Λιουδάκη από τη Λατσίδα ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή την τανία "Το τελευταίο σημείωμα"

Στο Σίσι μια από τις μεγαλύτερες ανασκαφές στην Ελλάδα!

Εξαφανίστηκε και αναζητείται 60χρονος άνδρας

Οι τέσσερις ναυαγοί σφουγγαράδες από την Κάλυμνο στο Σίσι

Ο πολύχρωμος γάμος στο Σίσι κόστισε 1 εκατ. δολάρια

Υπογράφουμε για να τρέξει ξανά η Απάνω Βρύση στο Βραχάσι

Πρόταση βόμβα! Αεροδρόμιο στο Σίσι!

Οι μαθητές που πήγαιναν με τα πόδια στο Γυμνάσιο Νεάπολης το 1965!

Ιωάννης Τζιρβελάκης: "Με αφορά γιατί έχω συνείδηση"! (Uptaded)

Έδωσε το όνομά του στο νησί της Αγίας Βαρβάρας!!! Τέτοιο θράσος!! Από που το αντλεί;